Η κοινωνία δεν ζητά εξαγγελίες, ζητά αποτελέσματα-Τα «θα» Αρανούτη 15 μήνες μετά, η εγκληματικότητα και τα περί πάταξης διαφθοράς

-{...} Θα πρέπει να δημιουργηθεί και ένα σύγχρονο μοντέλο αστυνόμευσης.  - {...} βρίσκονται στο στάδιο που επίκειται η υπογραφή σύμβασης με εταιρεία για να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο συντονιστικό κέντρο που θα μπορεί να δέχεται και να διαχειρίζεται τις καταγγελίες ή τις κλήσεις για επείγοντα στον αριθμό 112.  -{...} στο στάδιο προκήρυξης προσφορών βρίσκεται η Αστυνομία για την ανάπτυξη της πληροφοριακής αστυνομίας.  -{...} Ένας άλλος άξονας για το όραμα που υπάρχει για την Αστυνομία, είναι και η τεχνολογική αναβάθμιση, ώστε να ενταχθούν στη λειτουργία της δύναμης εφαρμογές και εργαλεία που διευκολύνουν και την επικοινωνία και άλλες πτυχές της δράσης της. -{...} Είμαστε κοντά στην δημιουργία Διεύθυνσης για αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, είπε ο κ. Αρναούτης. -{...} Στους άξονες υλοποίησης του οράματος για την Αστυνομία, είναι και η καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. -{...} θα πρέπει να προχωρήσουμε τάχιστα με προαγωγές για να ανοίξουν θέσεις.  Έχει παρέλθει πλέον ένας χρόνος και περίπου τρεις μήνες από τη στιγμή που ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, στον απόηχο της απόδρασης ισοβίτη από τις Κεντρικές Φυλακές, προχώρησε στην καρατόμηση της τότε ηγεσίας της Αστυνομίας. Στη θέση του Αρχηγού διορίστηκε ο Θεμιστός Αρναούτης και στη θέση του Υπαρχηγού ο Πανίκος Σταύρου. Ο κ. Αρναούτης, ωστόσο, δεν ήταν νέο πρόσωπο στην ηγεσία, καθώς ήδη κατείχε ανώτατη θέση στη Δύναμη, ως Βοηθός Αρχηγός, και ως εκ τούτου γνώριζε αρκετά καλά την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το Σώμα Ασφαλείας και συμμετείχε στη λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Συνεπώς, τα περιθώρια προσαρμογής του, δεν ήταν μεγάλα. Είχε πλήρη εικόνα τόσο των εσωτερικών προβλημάτων της Αστυνομίας όσο και της αρνητικής αντίληψης που επικρατεί σε σημαντικό μέρος της κοινωνίας, με τους πολίτες να εμφανίζονται να μην εμπιστεύονται το Σώμα στον βαθμό που απαιτείται. Υπενθυμίζεται ότι το 2023, μετά τα επεισόδια σε Χλώρακα και Λεμεσό, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναζητούσε αντικαταστάτη του τότε Αρχηγού Στέλιου Παπαθεοδώρου, χωρίς να στραφεί στην επιλογή του Θεμιστού Αρναούτη, με τον νυν υπουργό Δικαιοσύνης, Κωνσταντίνο Φυτιρή, να ήταν μεταξύ των προσώπων που προσεγγίστηκαν αλλά αρνήθηκαν τη θέση. Το ότι ο Θεμιστός Αρναούτης ήταν γνώστης της προβληματικής κατάστασης στην Αστυνομία, επιβεβαιώνουν και οι δηλώσεις στις οποίες προέβη κατά την τελετή διαβεβαίωσής του στο Προεδρικό Μέγαρο, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024, όπου είχε αναφερθεί ανοιχτά στην έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού προς την Αστυνομία, υπογραμμίζοντας την ανάγκη άμεσης και ουσιαστικής δράσης. Ως βασικές προτεραιότητες είχε θέσει την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς, την ενίσχυση της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης των πολιτών, καθώς και την αναδιάρθρωση της Αστυνομίας, η οποία παρέμενε ημιτελής για δεκαετίες. Στην ίδια ομιλία είχε τονίσει ότι απαιτείται σταθεροποίηση της κατάστασης και οργανωμένη, μετρήσιμη δράση, όχι απλώς εξαγγελίες. Και είχε δίκαιο!  Ωστόσο, παρά τις δηλώσεις και τα σχέδια, έπειτα από περισσότερο από έναν χρόνο θητείας, τα αναμενόμενα αποτελέσματα δεν φαίνεται να έχουν υλοποιηθεί στην πράξη, πέραν της θεωρητικής καταγραφής τους στον δημόσιο λόγο. Η πραγματικότητα δείχνει να κινείται σε πολύ διαφορετική κατεύθυνση, με τους πολίτες να μην ζητούν πλέον σχεδιασμούς επί χάρτου, αλλά απτά αποτελέσματα, τα οποία θα έχουν άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα τους. Αυτό που απαιτείται από τους πολίτες, είναι η πραγματική μείωση της εγκληματικότητας και ουσιαστική ενίσχυση της καθημερινής ασφάλειας, η οποία δυστυχώς δεν βρίκσκεται στα επιθυμητά επίπεδα.  Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν το 2025, αποτυπώνουν μια συνεχή αύξηση των σοβαρών εγκλημάτων τα τελευταία χρόνια. Ο δείκτης σοβαρού εγκλήματος στην Κύπρο αυξήθηκε από 568 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους το 2022 σε 605 το 2024, καταγράφοντας ανοδική πορεία για τρίτη συνεχόμενη χρονιά. Οι υποθέσεις σοβαρών αδικημάτων ξεπέρασαν τις 5.900 το 2024, έναντι περίπου 5.630 το 2023, ενώ η αύξηση αυτή συνοδεύτηκε και από μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων, που αγγίζει τα 6.600. Η εικόνα αυτή έχει άμεσο και ουσιαστικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα των πολιτών, οι οποίοι δικαιολογημένα, με όσα βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας, σε διάφορα επίπεδα, δεν δείχνουν να εμπιστεύονται την Αστυνομία. Η εγκληματικότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, το οργανωμένο έγκλημα δείχνει να έχει το πάνω χέρι και να έχει επεκτείνει τις δραστηριότητες του και την ημέρα, και η Αστυνομία συχνά εμφανίζεται να τρέχει πίσω από τα γεγονότα, αντί να τα προλαβαίνει, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση της κοινωνίας δεν περιορίζεται στη δημιουργία ενός «σύγχρονου συντονιστικού κέντρου» ή στην τεχνολογική αναβάθμιση της Αστυνομίας. Την κοινωνία δεν την ενδιαφέρει ο τρόπος, αλλά επιζητεί το αποτέλεσμα, σε διαφορετική περίπτωση πρόκειται για εξαγγελίες άνευ ουσίας. Ως εκ τούτου, το ζητούμενο είναι οι εξαγγελίες αυτές να μεταφραστούν σε μείωση των εγκληματικών ενεργειών, σε πιο αποτελεσματική και άμεση εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων, κάτι στο οποίο επίσης υστερεί η Αστυνομία με βάση τα στατιστικά στοιχεία, και κυρίως, σε πραγματική αίσθηση ασφάλειας.  Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την Αστυνομία παραμένει χαμηλή και κάτω από τα επίπεδα που απαιτούνται, ώστε να θεωρείται ο θεσμός πλήρως αξιόπιστος και ικανός να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, η οποία δικαιολογημένα έχει ψηλά το πήχη. Τα έργα που σήμερα έχουν εξαγγελθεί από τον κ. Αρναούτη, κάποια από τα οποία έπρεπε ήδη να έχουν δρομολογηθεί, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Αρχηγός βρίσκεται στο πηδάλιο εδώ και δεκαπέντε μήνες, πρέπει αναμφίβολα να μετατραπούν σε χειροπιαστές αλλαγές στην καθημερινότητα των πολιτών.  Δεκαπέντε μήνες μετά, η παρουσίαση επτά κεφαλαίων σε συνέντευξη Τύπου, που σχεδόν όλα - όπως καταγράφεται πιο πάνω παραμένουν στο στάδιο του «θα», δεν επαρκεί και δεν ικανοποιούν την κοινωνία. Η κοινωνία δεν αξιολογεί πλέον τις προθέσεις, αλλά τα αποτελέσματα. Και μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα αυτά δεν είναι ορατά στην καθημερινότητα του πολίτη, παρά τον χρόνο που έχει παρέλθει. Η κριτική που ασκείται δεν αφορά την ανάγκη εκσυγχρονισμού ή τη σημασία των τεχνολογικών εργαλείων. Αντιθέτως, αφορά το χάσμα που καταγράφεται ανάμεσα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση. Η Αστυνομία εμφανίζεται να επενδύει επικοινωνιακά σε μελλοντικές δράσεις, την ώρα που κάποια από τα υφιστάμενα προβλήματα έπρεπε ήδη να είχαν επιλυθεί, τουλάχιστον τα βασικά και ήδη θα έπρεπε να υπάρχει πλάνο αντίδρασης. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το οργανωμένο έγκλημα, που η Αστυνομία, για άλλη μια χρονιά, έδειξε να μην είναι τόσο οργανωμένη.  Η συνεχής επίκληση σε «θα» δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για την απουσία άμεσων παρεμβάσεων. Σε ένα περιβάλλον όπου το οργανωμένο έγκλημα ενισχύεται και προσαρμόζεται πιο γρήγορα από τους κρατικούς μηχανισμούς, ο χρόνος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς η καθυστέρηση μεταφράζεται σε ακόμη περισσότερη απώλεια ελέγχου και περαιτέρω διάβρωση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Οι διακηρύξεις για πάταξη της διαφθοράς  Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και το γεγονός ότι, παρά τη διακηρυγμένη έμφαση στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς, εδώ και 15 μήνες, επί θητείας Θεμιστού Αρναούτη, δεν έχουν παρουσιαστεί δείγματα γραφής. Υπήρχαν αρχικά κάποιες ανακοινώσεις, στις οποίες προωθείτο το αφήγημα της μηδενικής ανοχής, ωστόσο στην συνέχεια, συγκεκριμένες υποθέσεις έκλεισαν και αστυνομικοί όχι μόνο επέστρεψαν στην εργασία τους, αλλά δεν αντιμετώπισαν οποιεσδήποτε ποινικές ευθύνες. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου υπήρχαν τεκμήρια, με επαφές μελών της Αστυνομίας με πρόσωπα του υποκόσμου, στους οποίους διοχέτευαν απόρρητες και εμπιστευτικές πληροφορίες. Από την άλλη, υπάρχουν και οι περιπτώσεις, όπου αστυνομικοί, ακόμα και στελέχη, στους οποίους καταλογίστηκαν πράξεις διαφθοράς, παραμένουν ατιμώρητοι, με τις πειθαρχικές να «κουλλιάζουν» στο Αρχηγείο, όπως επίσης και υπόθεση που ο ίδιος ο Αρναούτης καταλόγισε μέχρι και ποινικά σε επτά αστυνομικούς, στους οποίους στη συνέχεια... μοίρασε προαγωγές.  Το ζήτημα της διαφθοράς, το οποίο ο ίδιος ο Αρχηγός είχε αναδείξει ως βασική προτεραιότητα, παραμένει ουσιαστικά στάσιμο. Έναν και πλέον χρόνο μετά τις εξαγγελίες, δεν έχει παρουσιαστεί κανένα πειστικό αποτέλεσμα που να αποδεικνύει ότι υπήρξε πραγματική πρόοδος στον συγκεκριμένο τομέα. Αντιθέτως, αυτό που καταγράφεται είναι η αίσθηση αδράνειας και συγκάλυψης. Συγκεκριμένες υποθέσεις διαφθοράς, οι οποίες απασχόλησαν έντονα τη δημόσια σφαίρα, φαίνεται να έχουν κλείσει ποινικά χωρίς επαρκείς εξηγήσεις προς την κοινωνία, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι πειθαρχικές διαδικασίες παραμένουν σε εκκρεμότητα, «ξεχασμένες» στα συρτάρια. Η απουσία διαφάνειας και ενημέρωσης, ενισχύει την εντύπωση ότι δεν υπάρχει η βούληση για σύγκρουση με παθογένειες που διαβρώνουν εκ των έσω, σε διαφορετική περίπτωση, ο ίδιος ο Θεμιστός Αρναούτης θα ήταν αυτός που με χειροπιαστά αποτελέσματα θα έπρεπε να ενημερώσει την κοινωνία, για τις προσπάθειες που καταβάλλονται προς αυτή την κατεύθυνση. Θα έπρεπε δηλαδή, με πράξεις και όχι με λόγια, να αποδείξει όταν ένα χρόνο προηγουμένως μίλησε για μηδενική ανοχή σε σχέση με τα φαινόμενα της διαφθοράς στην Αστυνομία.  Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί πως η διαφθορά εντός της Αστυνομίας δεν αποτελεί απλώς ένα εσωτερικό πρόβλημα. Έχει άμεση σχέση με την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης του εγκλήματος, καθώς ακυρώνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κάθε προσπάθεια πρόληψης, ειδικότερα όταν μέλη έχουν άμεση επαφή με μέλη του υποκόσμου, και πλήττει την αξιοπιστία του θεσμού. Όταν οι πολίτες βλέπουν υποθέσεις να κλείνουν σιωπηρά ή να χρονίζουν ανεξήγητα, το μήνυμα που αποστέλνεται είναι ότι δεν υπάρχει ίση μεταχείριση ούτε λογοδοσία και πως οι νόμοι εφαρμόζονται κατά το δοκούν.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού της Αστυνομίας δεν μπορεί να περιορίζεται σε γενικόλογες αναφορές. Η Αστυνομία χρειάζεται ανακατανομή δυνάμεων, ενίσχυση της πρώτης γραμμής που έχει άμεση σχέση με την ασφάλεια των πολιτών και τον επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων της. Η εικόνα ενός Σώματος που υπολειτουργεί ή λειτουργεί χωρίς σαφή πλάνο και αξιοποίηση δυνάμεων, έρχεται σε αντίθεση με το αφήγημα του εκσυγχρονισμού που προωθεί ο Αρχηγός, ο οποίος ήδη έχει ανοίξει διάφορα μέτωπα. Ως εκ τούτου, το ερώτημα δεν είναι αν η Αστυνομία διαθέτει όραμα στα χαρτιά. Αλλά αν ο Αρχηγός της, έχει την βούληση να το εφαρμόσει, κάτι που έπρεπε να έχει πράξει και σήμερα να υπήρχαν οι πρώτες ενδείξεις. Η κοινωνία αναμένει αποτελέσματα όχι μέσα από νέες εξαγγελίες που προστίθενται σε άλλες εξαγγελίες, αλλά μέσα από μια μετρήσιμη αλλαγή στην καθημερινή ασφάλεια του. Μέχρι τότε, η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και την πραγματικότητα θα συνεχίσει να τροφοδοτεί τη δυσπιστία.  ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ:  Αστυνομικός καταχωρούσε ψευδώς έντυπα και είσπραττε υπερωριακά-Μόνο δύο απολύσεις για διαφθορά την τελευταία δεκαετία Το μοτίβο της ατιμωρησίας στην Αστυνομία, το φιάσκο των πειθαρχικών και η απόδοση ευθυνών στα αζήτητα Αποκαλύψεις στο Δικαστήριο για τις επαφές αστυνομικού με Ανδρονίκου-Διαρροή καταχωρήσεων από έρευνες στις Κεντρικές