Οι τεχνολογικές εταιρείες αντιμετώπισαν για χρόνια το καρότσι ως ένα είδος «σκεύους από το παρελθόν» που θα έμενε μόνο ως εικονίδιο. Πίστευαν ότι το online εμπόριο θα το εξαφανίσει. Κι όμως, συνέβη το αντίθετο: το καρότσι άντεξε. Αν υπάρχει ένα αντικείμενο που κουβαλά στην πλάτη του όλη τη σύγχρονη καταναλωτική μας ψυχολογία, αυτό δεν είναι το κινητό ούτε το λάπτοπ, αλλά κάτι πολύ πιο ταπεινό: το καρότσι του σούπερ μάρκετ. Ένας μεταλλικός σκελετός με τέσσερις ρόδες, ανοιχτός σαν μικρή φυλακή και ταυτόχρονα σαν υπόσχεση αφθονίας. Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα παραμένει σχεδόν ίδιο, σαν να έχει παγώσει στον χρόνο – ενώ γύρω του τα πάντα αλλάζουν: έξυπνες κάμερες, self-checkout που παθαίνουν κρίση επειδή «δεν εντοπίστηκε αντικείμενο στη σακούλα», online παραγγελίες, εφαρμογές επιβράβευσης. Κι όμως, το καρότσι εκεί: στριγκλίζει, κολλάει στις γωνίες, παίρνει μόνο του κλίση προς τα αριστερά. Και δουλεύει. Κι όμως, στην εποχή όπου κάθε τι «αναβαθμίζεται», το ταπεινό καρότσι δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τη φαντασίωση του «λιφτινγκ». Εταιρείες τεχνολογίας ονειρεύονται έξυπνα καρότσια που είναι ταυτόχρονα ζυγαριά, σκάνερ, ταμείο και ίσως ψυχοθεραπευτής αν συνεχίσουμε έτσι. Καρότσια που αναγνωρίζουν αυτόματα τι ρίχνεις μέσα, ζυγίζουν το ροδάκινο, σου δείχνουν στον χάρτη σε ποια διάδρομο κρύβονται οι λιαστές ντομάτες, χρεώνουν την κάρτα σου και σε αφήνουν να φύγεις χωρίς να περάσεις από ταμείο. Μια θριαμβευτική εικόνα «άνεσης», όπου το μόνο που μένει για τον πελάτη είναι να κοιτάζει την οθόνη αντί να κοιτάζει πού πάει – μέχρι να τρακάρει με κάποιον άλλο που κάνει ακριβώς το ίδιο. Χρειάζεται όντως αυτό το ψηφιακό λίφτινγκ; Το ερώτημα, όμως, δεν είναι τι μπορεί να κάνει η τεχνολογία, αλλά αν το καρότσι χρειάζεται όντως αυτό το ψηφιακό λίφτινγκ. Γιατί η αξία του βρίσκεται ακριβώς στο ότι έγινε αόρατο, δεδομένο, σχεδόν αυτονόητο. Δεν ήταν πάντα έτσι. Πριν από το καρότσι, υπήρχε το μπακάλικο των αρχών του 20ού αιώνα: έμπαινες με μια λίστα, ο υπάλληλος ανέβαινε σε σκάλα, έπιανε κονσέρβες από ράφια, ζύγιζε ζάχαρη και αλεύρι, κι εσύ περίμενες. Δεν περιφερόσουν, δεν τριγύριζες άσκοπα μπροστά σε βουνά προϊόντων. Ήσουν περισσότερο πελάτης και λιγότερο «κυνηγός» προσφορών. Η ιδέα της αυτοεξυπηρέτησης άλλαξε τα πάντα Η μεγάλη ανατροπή ήρθε το 1916 με το θρυλικό καρότσι Piggly Wiggly, όπου για πρώτη φορά ο πελάτης περιφερόταν ελεύθερος, έπαιρνε μόνος του τα προϊόντα από οργανωμένα ράφια και πήγαινε στο ταμείο με το καλάθι του. Αυτή η ιδέα της αυτοεξυπηρέτησης άλλαξε για πάντα τον τρόπο που ψωνίζουμε, αλλά είχε ένα βασικό όριο: τα χέρια. Όσο κι αν ήθελες να επωφεληθείς από τις προσφορές, κάποια στιγμή το καλάθι βάραινε, τα μπράτσα πονούσαν, κι έφευγες. Το ανθρώπινο σώμα ήταν, θα λέγαμε, ένα φυσικό φρένο στην υπερκατανάλωση. Εκεί εμφανίζεται στη σκηνή ο Σίλβαν Γκόλντμαν, ιδιοκτήτης αλυσίδας σούπερ μάρκετ στην Οκλαχόμα, στα μέσα της δεκαετίας του ’30. Βλέπει το πρόβλημα στην πιο ωμή του εκδοχή: ο πελάτης σταματά να ψωνίζει όχι επειδή δεν χρειάζεται άλλα, αλλά επειδή δεν μπορεί να τα κουβαλήσει. Και σχεδιάζει, μαζί με έναν μηχανικό, το πρώτο καρότσι αυτοεξυπηρέτησης: μια είδους πτυσσόμενη καρέκλα με ρόδες, πάνω στην οποία έμπαινε καλάθι, και ακόμη ένα στο κάτω μέρος. Ο άνθρωπος ξαφνικά αποκτά… επέκταση χωρητικότητας. Δεν κουράζεται, απλώς σπρώχνει. Η επιτυχία δεν ήρθε αμέσως. Οι άντρες ένιωθαν ότι το καρότσι τους θύμιζε καρότσι μωρού και τους «θηλυκοποιούσε», πολλές γυναίκες δεν ήθελαν να σπρώχνουν κάτι που τους θύμιζε άλλη μια φροντίδα. Ο Γκόλντμαν, όμως, αποδείχτηκε πιο ευρηματικός από όσο έμοιαζε: προσέλαβε μοντέλα να τριγυρνούν στο σούπερ μάρκετ σπρώχνοντας καρότσια, ώστε οι υπόλοιποι να μιμηθούν τους «ψαγμένους» πελάτες. Κι όπως συμβαίνει συχνά με τις επιδείξεις κανονικότητας, η ιδέα ρίζωσε. Το καρότσι έγινε προέκταση του σώματος, κι ολόκληρο το μοντέλο των supermarkets –με τεράστιους χώρους, άφθονη προσφορά, αυτοκίνητα και ψυγεία– χτίστηκε γύρω από αυτό. Μια ιδέα ταυτόχρονα λογική και ύποπτη Το επόμενο σημαντικό «update» ήρθε το 1946, με την ιδέα της φωλιάς: καρότσια που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο, με μια πίσω πορτούλα που διπλώνει για να στοιβάζονται σε σειρές. Μια απλή μηχανική λύση που έλυσε το πρόβλημα χώρου και έκανε το καρότσι ακόμη πιο πρακτικό. Από εκεί και πέρα, ό,τι άλλαξε ήταν μικρό: παιδικό καθισματάκι, άλλες διαστάσεις, διαφορετικά υλικά, μικρές παιδικές εκδοχές για να εθίζονται οι επόμενες γενιές. Κατά τα άλλα, το καρότσι που σπρώχνουμε σήμερα δεν διαφέρει πολύ από εκείνο των ’50s. Γι’ αυτό και η ιδέα του «λιφτινγκ» του καροτσιού μοιάζει ταυτόχρονα λογική και ύποπτη. Από τη μία, ζούμε σε εποχή όπου όλα γίνονται πλατφόρμες: γιατί όχι και το καρότσι, με κάμερες, αισθητήρες, σύνδεση με τον λογαριασμό σου, προτάσεις προϊόντων σε real time; Α πό την άλλη, το υπάρχον αντικείμενο κάνει ήδη αυτό που πρέπει: σου επιτρέπει να γεμίσεις τον χώρο μπροστά σου με πράγματα που ίσως δεν χρειαζόσουν. Είναι εργαλείο, αλλά και σύμβολο. Κάποιοι θεωρητικοί βλέπουν στο καρότσι τον πρόγονο του endless scroll: η ματιά μας κινείται οριζόντια σε σειρές προϊόντων, σκανάρει μάρκες, προσφορές, ετικέτες, όπως σήμερα κινείται κάθετα σε οθόνες με feed. Το καρότσι επιτρέπει αυτή την αδιάκοπη κίνηση, τη βιαστική, σχεδόν αφηρημένη συλλογή αντικειμένων. Χωρίς αυτό, θα έπρεπε να σκεφτούμε πιο πολύ τι παίρνουμε – να επιλέξουμε, όχι να σαρώσουμε. Κομβικό στην καθημερινή εμπειρία της κατανάλωσης Οι τεχνολογικές εταιρείες αντιμετώπισαν για χρόνια το καρότσι ως ένα είδος «σκεύους από το παρελθόν» που θα έμενε μόνο ως εικονίδιο: το μικρό cart σε κάθε e-shop, ένα... skevomorph που υποτίθεται ότι θα παρέπεμπε σε κάτι που σύντομα θα ήταν άχρηστο. Πίστευαν ότι το online εμπόριο θα το εξαφανίσει. Κι όμως, συνέβη το αντίθετο: το καρότσι άντεξε. Όχι μόνο δεν έγινε νεκρό εικονίδιο, αλλά παραμένει κομβικό στην καθημερινή εμπειρία της κατανάλωσης. Πολλοί από εμάς πηγαίνουμε συχνότερα από ποτέ στο σούπερ μάρκετ – και το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να πιάσουμε μια λαβή και να ελέγξουμε, με μικρή αγωνία, αν η ρόδα τρεμοπαίζει. Εδώ λοιπόν επιστρέφουμε στο «λίφτινγκ». Ναι, μπορούμε να κρεμάσουμε πάνω στο καρότσι οθόνες, QR codes, ζυγαριές και συστήματα πληρωμής. Μπορούμε να φανταστούμε καρότσια που επιστρέφουν μόνα τους στο πάρκινγκ ή drone-καλαθάκια που σε ακολουθούν στον διάδρομο. Αλλά ίσως η δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στην αντίστασή του στην υπερ-εξυπνάδα. Το καρότσι είναι ένα από τα λίγα πράγματα στο σούπερ μάρκετ που δεν σε παρακολουθούν, δεν σε «μαθαίνουν», δεν σου μιλάνε. Απλώς κουβαλάει ό,τι του βάλεις. Κι ίσως αυτό, στην εποχή των πανταχού παρόντων αλγορίθμων, να είναι η πιο διακριτική του πολυτέλεια. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr