Τι έμαθαν οι επιστήμονες από τον μεγαλύτερο ιστό αράχνης του κόσμου που βρέθηκε μέσα σε ένα ελληνικό σπήλαιο

Στα ελληνοαλβανικά σύνορα οι επιστήμονες βρέθηκαν μπροστά σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά βιολογικά φαινόμενα που έχουν καταγραφεί ποτέ: τον μεγαλύτερο γνωστό ιστό αράχνης στον κόσμο. Στα ελληνοαλβανικά σύνορα, βαθιά μέσα στο Σπήλαιο του Θείου —γνωστό και ως Σπήλαιο του Σαρανταπόρου— οι επιστήμονες βρέθηκαν μπροστά σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά βιολογικά φαινόμενα που έχουν καταγραφεί ποτέ: τον μεγαλύτερο γνωστό ιστό αράχνης στον κόσμο. Μια ενιαία, γιγαντιαία κατασκευή από μετάξι Σε ένα σκοτεινό, σχεδόν αφιλόξενο περιβάλλον, όπου κυριαρχούν τα θειούχα αέρια και το νερό είναι εμποτισμένο με υδρόθειο, περισσότεροι από 111.000 αράχνες συνυπάρχουν και συνεργάζονται, δημιουργώντας μια ενιαία, γιγαντιαία κατασκευή από μετάξι που εκτείνεται σε πάνω από 1.100 τετραγωνικά μέτρα. Το εύρημα δεν εντυπωσίασε μόνο για το μέγεθός του, αλλά κυρίως για όσα αποκαλύπτει σχετικά με την εξέλιξη, τη συνεργασία και την προσαρμοστικότητα της ζωής σε ακραία περιβάλλοντα. Η αποικία αποτελείται κυρίως από δύο είδη αραχνών, την Tegenaria domestica και την Prinerigone vagans, οι οποίες ζουν σε μια πρωτοφανή σχέση συνύπαρξης. Σε φυσιολογικές συνθήκες, τέτοια είδη δεν σχηματίζουν αποικίες τέτοιας κλίμακας ούτε μοιράζονται τόσο εκτεταμένα δίκτυα. Ωστόσο, στο συγκεκριμένο σπήλαιο, οι ιδιαίτερες χημικές και οικολογικές συνθήκες φαίνεται να ανέτρεψαν τους «κανόνες». Η παρουσία υδρόθειου, που προκύπτει από γεωχημικές διεργασίες στο υπέδαφος, οδηγεί σε οξείδωση και δημιουργία ενός μοναδικού θειούχου μικροκλίματος. Εκεί αναπτύσσονται βακτήρια που τρέφονται από τις χημικές ενώσεις και, με τη σειρά τους, προσελκύουν τεράστιους πληθυσμούς μικροσκοπικών εντόμων, κυρίως σκνιπών. Αυτή η αφθονία τροφής είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο «χτίστηκε» ο γιγαντιαίος ιστός. Οι ερευνητές που διέσχισαν τα στενά περάσματα του σπηλαίου, συχνά περπατώντας μέσα σε μαύρα νερά μέχρι τη μέση και κινούμενοι με σχοινιά, περιγράφουν τον ιστό σαν έναν λαμπερό τοίχο που εκτείνεται όσο φτάνει το φως των φακών. Σε ορισμένα σημεία, το βάρος του ήταν τόσο μεγάλο ώστε τμήματα του κατέρρεαν, αποκαλύπτοντας ότι πρόκειται για μια κατασκευή που αγγίζει τα όρια της μηχανικής αντοχής. Το γεγονός αυτό έδωσε στους επιστήμονες μια σπάνια ευκαιρία να μελετήσουν πώς το μετάξι της αράχνης συμπεριφέρεται όταν χρησιμοποιείται σε τόσο ακραία κλίμακα. Oι ιστοί των αραχνών δεν είναι απλώς παγίδες Από βιολογικής άποψης, ο ιστός αυτός επιβεβαιώνει την ιδέα ότι οι ιστοί των αραχνών δεν είναι απλώς παγίδες, αλλά προεκτάσεις του ίδιου του οργανισμού. Οι επιστήμονες τους περιγράφουν ως «εκτεταμένους φαινότυπους»: εξωτερικές δομές που αντανακλούν άμεσα το γενετικό υλικό και τις εξελικτικές επιλογές ενός είδους. Στην περίπτωση του Σπηλαίου του Θείου, ο ιστός λειτουργεί σαν συλλογικό όργανο. Δεν εξυπηρετεί μόνο την ατομική επιβίωση, αλλά την επιτυχία ολόκληρης της κοινότητας, επιτρέποντας σε χιλιάδες αράχνες να μοιράζονται πόρους και πληροφορίες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο οι ιστοί μεταδίδουν δονήσεις. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι αράχνες «ακούν» μέσω των ιστών τους, αντιλαμβανόμενες κινήσεις στον αέρα και πάνω στο μετάξι. Στο σκοτάδι του σπηλαίου, όπου η όραση είναι πρακτικά άχρηστη, αυτό το αισθητηριακό σύστημα αποκτά τεράστια σημασία. Ο ιστός λειτουργεί σαν γιγαντιαία κεραία, επιτρέποντας στις αράχνες να εντοπίζουν τη λεία τους αλλά και πιθανές απειλές σε αποστάσεις που το σώμα τους από μόνο του δεν θα μπορούσε ποτέ να καλύψει. Το ίδιο το μετάξι, με τις πάνω από 2.200 πρωτεΐνες που το απαρτίζουν, βρίσκεται στο επίκεντρο της σύγχρονης έρευνας. Στο σπήλαιο, οι επιστήμονες παρατήρησαν ότι οι ιδιότητές του φαίνεται να επηρεάζονται από τη διατροφή και το περιβάλλον. Η χημική σύνθεση του θειούχου οικοσυστήματος, σε συνδυασμό με την αφθονία εντόμων, ενδέχεται να παράγει μετάξι με διαφορετικά μηχανικά χαρακτηριστικά από αυτά που συναντώνται σε επιφανειακά οικοσυστήματα. Αυτές οι παρατηρήσεις ενισχύουν το ενδιαφέρον για εφαρμογές βιομιμητικής, όπου το μετάξι της αράχνης αποτελεί πρότυπο για ελαφριά αλλά εξαιρετικά ανθεκτικά υλικά. Ένα ακόμη στοιχείο που εξέπληξε τους ερευνητές είναι η κλίμακα της συνεργασίας. Οι αράχνες είναι παραδοσιακά γνωστές ως μοναχικά ζώα, με έντονα ανταγωνιστική συμπεριφορά. Στο Σπήλαιο του Θείου, όμως, η συνύπαρξη της Tegenaria domestica και της Prinerigone vagans δείχνει ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η συνεργασία μπορεί να υπερισχύσει του ανταγωνισμού. Η σταθερότητα του περιβάλλοντος, η απουσία θηρευτών και η συνεχής παροχή τροφής φαίνεται να μείωσαν την ανάγκη για επιθετική συμπεριφορά, επιτρέποντας τη δημιουργία μιας «υπερ-αποικίας». Οι επιστήμονες βλέπουν στο φαινόμενο αυτό ένα ζωντανό παράδειγμα του πώς η εξέλιξη δεν είναι στατική. Το ίδιο γενετικό υλικό, τοποθετημένο σε διαφορετικό «καμβά», μπορεί να οδηγήσει σε εντελώς νέα πρότυπα συμπεριφοράς και δομής. Όπως ένας καλλιτέχνης προσαρμόζει την τεχνική του ανάλογα με τα υλικά που έχει στη διάθεσή του, έτσι και οι αράχνες του σπηλαίου αξιοποίησαν τις ιδιαιτερότητες του περιβάλλοντος για να δημιουργήσουν κάτι μοναδικό. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr