Οι καταναλωτές δείχνουν να λατρεύουν τα ογκώδη οχήματα. Όμως αυτή η ραγδαία αύξηση μεγέθους έχει αρχίσει να προκαλεί μια αντίρροπη δυναμική: πόλεις που φτάνουν στα όριά τους αποφασίζουν πλέον να επιβάλουν όρια και στα αυτοκίνητα. Το φαινόμενο του carspreading – η σταδιακή και αδιάκοπη αύξηση του μήκους, του πλάτους και του βάρους των αυτοκινήτων στην Ευρώπη – δεν αποτελεί πια μια τεχνική λεπτομέρεια της αυτοκινητοβιομηχανίας αλλά μια βαθιά κοινωνική, περιβαλλοντική και πολεοδομική πρόκληση. Οι καταναλωτές δείχνουν να λατρεύουν τα ογκώδη οχήματα: τα εκλαμβάνουν ως ασφαλέστερα, πιο πρακτικά, οικογενειακά φιλικά και, φυσικά, ως σύμβολα κοινωνικού στάτους. Όμως αυτή η ραγδαία αύξηση μεγέθους έχει αρχίσει να προκαλεί μια αντίρροπη δυναμική: πόλεις που φτάνουν στα όριά τους αποφασίζουν πλέον να επιβάλουν όρια και στα αυτοκίνητα. Το Παρίσι αντέδρασε πρώτο Το Παρίσι υπήρξε η πρώτη μεγάλη μητρόπολη που αναγνώρισε ανοιχτά πως δεν μπορεί να αντέξει την κυριαρχία των πανίσχυρων SUV. Η δήμαρχος Αν Ινταλγκό συνέδεσε ευθέως το μέγεθος με την επιβάρυνση: «όσο μεγαλύτερο, τόσο περισσότερο ρυπαίνει», και, με δημόσια ψηφοφορία, τριπλασίασε τις χρεώσεις στάθμευσης για βαριά οχήματα. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: σε λίγους μήνες οι πολύ βαριές κατηγορίες αυτοκινήτων που παρκάρουν στο κέντρο μειώθηκαν κατά 66%. Καθώς τα πεζοδρόμια στενεύουν, οι ποδηλατόδρομοι διευρύνονται και οι δρόμοι αναζητούν ισορροπία ανάμεσα στην κινητικότητα και την κατοικησιμότητα, το Παρίσι έγινε σημείο αναφοράς για κάθε ευρωπαϊκή πόλη που νιώθει ασφυξία. Την ίδια γραμμή ακολουθεί ήδη το Κάρντιφ, επιβάλλοντας αυξημένα τέλη στάθμευσης για οχήματα άνω των 2.400 κιλών. Οι τοπικές αρχές δεν μιλούν απλώς για περιβαλλοντικά κριτήρια, αλλά για συνδυαστική επιβάρυνση: μεγαλύτερη φθορά στο οδόστρωμα, αυξημένος κίνδυνος για πεζούς και ποδηλάτες, υπερβολικό όγκο σε έναν δημόσιο χώρο ήδη κορεσμένο. Η πολιτική αυτή προβλέπεται να γίνει πιο αυστηρή όσο περνά ο χρόνος, καθώς το όριο βάρους θα πέφτει και ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα των μοντέλων θα επιβαρύνεται οικονομικά. Παράλληλα όμως με τις αντιδράσεις, υπάρχουν και εκείνοι που εξαρτώνται πλήρως από τα μεγάλα αυτοκίνητα. Οικογένειες με τρία παιδιά, επαγγελματίες που μεταφέρουν εργαλεία ή υλικά, άνθρωποι σε περιοχές χωρίς επαρκή δημόσια συγκοινωνία δηλώνουν ότι τα οχήματά τους δεν είναι πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Το carspreading δεν είναι απλώς ένα ζήτημα μόδας, αλλά αντανάκλαση μιας κοινωνίας που οργανώθηκε γύρω από την αυτοκίνηση: προάστια που απέχουν, σχολικές διαδρομές χωρίς ακτοπλοϊκές ή σιδηροδρομικές εναλλακτικές, υπηρεσίες που παραμένουν διάσπαρτες αντί συγκεντρωμένες. Πέρα από την καθημερινή χρήση, η άνοδος των SUV αποτελεί χρυσωρυχείο για τις εταιρείες. Αυξημένα περιθώρια κέρδους, ελάχιστες διαφοροποιήσεις από συμβατικά μοντέλα, premium τιμή για μεγαλύτερες αναλογίες – όλα αυτά συνθέτουν έναν κύκλο όπου η αγορά και η βιομηχανία αυτοτροφοδοτούνται. Μπορεί το VW Golf να είναι σήμερα σημαντικά μεγαλύτερο και βαρύτερο από το αρχικό μοντέλο του ’70, όμως η πραγματική επανάσταση είναι η μετατόπιση της αγοράς προς οχήματα που κυριαρχούν στον δρόμο και τον δημόσιο χώρο σχεδόν μονομερώς. Το επιχείρημα της ασφάλειας αποτελεί βασική αιτία της αύξησης αυτών των διαστάσεων. Όσο βελτιώνονταν οι προδιαγραφές προστασίας, τόσο αυξανόταν το βάρος: ενισχυμένες δομές, περισσότερα συστήματα αερόσακων, επιπλέον τεχνολογικά στοιχεία και, βεβαίως, μεγαλύτερες μπαταρίες για ηλεκτρικά μοντέλα. Το αποτέλεσμα είναι μια οξύμωρη πραγματικότητα: τα μεγάλα αυτοκίνητα προστατεύουν περισσότερο τον οδηγό και τους επιβάτες τους, αλλά απειλούν περισσότερο τους υπόλοιπους. Υψηλές μάσκες δημιουργούν τυφλά σημεία, αυξημένη ενέργεια σύγκρουσης μεταφέρεται στους πεζούς, ποδηλάτες και οδηγούς μικρότερων οχημάτων. Έρευνες παρουσιάζουν πως μια αύξηση δέκα εκατοστών στο ύψος του καπό μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο θνησιμότητας ευάλωτων χρηστών στον δρόμο. Από περιβαλλοντική άποψη, τα δεδομένα είναι επίσης αντιφατικά. Ναι, η ηλεκτροκίνηση μειώνει δραστικά τις εκπομπές, όμως τα μεγάλα ηλεκτρικά SUV παραμένουν ενεργοβόρα στη φάση κατασκευής και μεταφοράς, ενώ το βάρος τους αυξάνει τη φθορά του οδοστρώματος και δημιουργεί υψηλότερες ανάγκες σε υλικά. Παράλληλα, αν η ηλεκτρική ενέργεια προέρχεται από ορυκτή παραγωγή, το αποτύπωμα άνθρακα παραμένει υψηλότερο σε σύγκριση με μικρότερα μοντέλα. Γι’ αυτό οι κυβερνήσεις πειραματίζονται: βαριά τέλη, κλιμακωτοί φόροι, αντικίνητρα για στάθμευση, προώθηση μικρών ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το γαλλικό μοντέλο με επιβάρυνση ανά κιλό θεωρείται ενδεικτικό μιας νέας προσέγγισης: «όσο μεγαλύτερος ο όγκος, τόσο μεγαλύτερη η συνεισφορά στο δημόσιο κόστος». Αν αυτό το πρότυπο γίνει ευρωπαϊκό, το carspreading ίσως επιβραδυνθεί. Ωστόσο, όλα δείχνουν πως βρισκόμαστε στη φάση που μια ανάγκη, μια επιθυμία και μια αγορά κινούνται ταυτόχρονα. Οι οδηγοί θέλουν ορίζοντα, ύψος, κύρος και χώρο. Οι κατασκευαστές θέλουν περιθώριο κέρδους και σταθερή ζήτηση. Οι πόλεις, όμως, θέλουν ανάσα. Στο σημείο αυτό βρίσκεται η ρίζα του carspreading: όχι στην τεχνολογία, αλλά στη σύγκρουση ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τρόπο μετακίνησης που επεκτείνεται και σε έναν δημόσιο χώρο που δεν μπορεί πια να μεγαλώσει. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr