Τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Νικολάς Μαδούρο δεν βρισκόταν σε κάποια αίθουσα κρίσεων ούτε σε διαπραγματεύσεις για τη σωτηρία της βυθισμένης στην πείνα Βενεζουέλας. Βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη, στο διάσημο εστιατόριο του Nusret Gökçe – του γνωστού Salt Bae – απολαμβάνοντας μπριζόλες αξίας περίπου 1.000 ευρώ και γαλλικό κρασί των 2.000 ευρώ, πλάι στη σύζυγό του, Σίλια Φλόρες. Τα βίντεο που κυκλοφόρησαν τον έδειχναν χαμογελαστό, ανέμελο, να μιλά για «εμπειρία ζωής». Την ίδια στιγμή, εκατομμύρια συμπατριώτες του λιμοκτονούσαν . Παιδιά έψαχναν στα σκουπίδια για φαγητό, ηλικιωμένοι λιποθυμούσαν στις ουρές για λίγο ρύζι και φασόλια, ενώ η Βενεζουέλα βίωνε τη χειρότερη οικονομική και ανθρωπιστική κρίση στη σύγχρονη ιστορία της. Εκείνο το δείπνο δεν ήταν απλώς μια πρόκληση. Ήταν η συμπύκνωση της απόστασης ανάμεσα στον Μαδούρο και τον λαό στο όνομα του οποίου κυβερνούσε. Από οδηγός λεωφορείου στους διαδρόμους της εξουσίας Η ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι ο Νικολάς Μαδούρο δεν προερχόταν από ελίτ. Γεννημένος στο Καράκας, ξεκίνησε τη ζωή του ως οδηγός λεωφορείου στο συγκοινωνιακό δίκτυο της πρωτεύουσας. Εκεί αναδείχθηκε σε συνδικαλιστή, βρήκε πολιτική ταυτότητα και στρατολογήθηκε από το δίκτυο της επαναστατικής Αριστεράς που διατηρούσε στενούς δεσμούς με την Κούβα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ταξίδεψε στην Αβάνα, όπου έλαβε ιδεολογική εκπαίδευση - ουσιαστικά τη μοναδική του μετά το λύκειο - και μπήκε στο ραντάρ των δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών ως στέλεχος με ισχυρούς δεσμούς με το καθεστώς Κάστρο. Όταν ο Ούγκο Τσάβες εμφανίστηκε ως πολιτική δύναμη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1992 και την αμνήστευσή του το 1994, ο Μαδούρο βρέθηκε στο πλευρό του. Στη σκιά του Τσάβες Η άνοδος του Μαδούρο ήταν σταδιακή αλλά σταθερή. Από βουλευτής εξελίχθηκε σε πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης, στη συνέχεια σε υπουργό Εξωτερικών και, λίγο πριν από τον θάνατο του Τσάβες, σε αντιπρόεδρο της Βενεζουέλας. Ο ίδιος ο Τσάβες, στην τελευταία του τηλεοπτική εμφάνιση το 2012, τον όρισε δημοσίως διάδοχό του, αιφνιδιάζοντας ακόμη και στενούς συνεργάτες του. Όταν ο Τσάβες πέθανε τον Μάρτιο του 2013, ο Μαδούρο κέρδισε τις εκλογές με ελάχιστη διαφορά. Από την πρώτη στιγμή, η νίκη του αμφισβητήθηκε. Σε αντίθεση με τον χαρισματικό προκάτοχό του, δεν κατάφερε ποτέ να αποκτήσει πραγματική αφοσίωση του λαού. Κυβέρνησε στη σκιά του Τσάβες, επικαλούμενος διαρκώς την κληρονομιά του, χωρίς όμως να διαθέτει το πολιτικό βάρος για να τη διαχειριστεί. Η χώρα σε ελεύθερη πτώση Η κρίση δεν άργησε να ξεσπάσει. Μέσα στον πρώτο χρόνο της προεδρίας του Μαδούρο η Βενεζουέλα βυθίστηκε σε ύφεση. Ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε στα ύψη, τα βασικά αγαθά εξαφανίστηκαν και το σύστημα υγείας κατέρρευσε. Διαδηλώσεις ξέσπασαν σε όλη τη χώρα, με την κυβέρνηση να απαντά με βία και καταστολή. Το 2014 σκοτώθηκαν 43 άνθρωποι στις κινητοποιήσεις, δεκάδες φυλακίστηκαν και ο Μαδούρο εδραίωσε τη φήμη του ως αυταρχικού ηγέτη. Το 2015, το κυβερνών κόμμα έχασε για πρώτη φορά τον έλεγχο της Εθνοσυνέλευσης. Η απάντηση του Μαδούρο ήταν θεσμική εκτροπή: το 2017 συγκρότησε μια Συντακτική Συνέλευση πλήρως ελεγχόμενη από τον ίδιο, ακυρώνοντας στην πράξη το Κοινοβούλιο. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν καταπνίγηκαν βίαια, με περισσότερους από 100 νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο άρχισε έρευνα για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας - μια έρευνα που παρέμενε ανοιχτή μέχρι το 2025. Φτώχεια, πείνα και μαζική φυγή Τα οικονομικά μεγέθη κατέρρευσαν. Μεταξύ 2012 και 2020, η οικονομία της Βενεζουέλας συρρικνώθηκε κατά 71%. Ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 130.000%. Η πετρελαϊκή παραγωγή - η καρδιά της οικονομίας της χώρας - έπεσε κάτω από τα 400.000 βαρέλια ημερησίως. Το 2018, τα δύο τρίτα του πληθυσμού είχαν χάσει βάρος λόγω πείνας και πάνω από το 80% ζούσε σε ακραία φτώχεια . Περισσότερα από 7,7 εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα, συχνά πεζή, δημιουργώντας τη μεγαλύτερη μεταναστευτική κρίση στη σύγχρονη ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Όσοι έμειναν, περίμεναν με τις ώρες στις ουρές για τρόφιμα, συγκρούονταν για ένα σακί αλεύρι και έβλεπαν το κράτος να μετατρέπεται σε μηχανισμό επιβίωσης της εξουσίας. Εκλογές χωρίς αντίπαλο και διεθνής απομόνωση Το 2018, ο Μαδούρο μετέφερε αιφνιδιαστικά την ημερομηνία των προεδρικών εκλογών, απέκλεισε βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης και φυλάκισε ή εξόρισε αντιπάλους. Ο Μαδούρο επικράτησε σχεδόν χωρίς αντίπαλο, αλλά δεκάδες χώρες αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Οι εικόνες από το δείπνο στην Κωνσταντινούπολη εκείνη τη χρονιά έγιναν σύμβολο της αλαζονείας του καθεστώτος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν σκληρές κυρώσεις, παγώνοντας κρατικά περιουσιακά στοιχεία και αποκλείοντας τη Βενεζουέλα από τις διεθνείς αγορές. Ο Μαδούρο κατήγγειλε «ιμπεριαλιστικό πόλεμο», αλλά η απομόνωση του καθεστώτος του εντάθηκε. Οι τελευταίοι ελιγμοί Χωρίς επιλογές ο Μαδούρο άρχισε από το 2021 να εφαρμόζει περιορισμένες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έβαλαν τέλος στη δίνη του υπερπληθωρισμού. Παράλληλα, άνοιξε δίαυλο διαπραγματεύσεων με την αντιπολίτευση, εξασφαλίζοντας μικρές παραχωρήσεις από τις ΗΠΑ, όπως η άδεια στη Chevron να επαναλάβει την εξόρυξη πετρελαίου - μια οικονομική σανίδα σωτηρίας για το καθεστώς του. Όμως οι πολιτικές υποχωρήσεις ήταν προσχηματικές. Το 2023 ο Μαδούρο απαγόρευσε στην ισχυρότερη αντίπαλό του, τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο, να θέσει υποψηφιότητα. Στις εκλογές του 2024, τα επίσημα αποτελέσματα δεν συνοδεύτηκαν από αναλυτικά στοιχεία. Η αντιπολίτευση δημοσίευσε πρακτικά που έδειχναν συντριπτική ήττα του Μαδούρο. Οι διαδηλώσεις που ακολούθησαν καταπνίγηκαν, με πάνω από 2.000 συλλήψεις. Η πτώση Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 άλλαξε τις ισορροπίες. Η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική ενισχύθηκε, ενώ η Ουάσινγκτον μίλησε ανοιχτά για «ναρκο-τρομοκρατία». Για τον Μαδούρο, αυτό ήταν το τέλος της διαδρομής. Στις 2 Ιανουαρίου 2026, η επιχείρηση «Absolute Resolve» οδήγησε στη σύλληψή του στο Καράκας. Ο άνθρωπος που κυβερνούσε με σιδηρά πυγμή μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη για να αντιμετωπίσει την αμερικανική δικαιοσύνη . Από οδηγός λεωφορείου σε πρόεδρο και από εκεί σε κρατούμενο, ο Νικολάς Μαδούρο ενσαρκώνει την κλασική ιστορία ενός λαϊκιστή ηγέτη που χρησιμοποίησε τη γλώσσα της επανάστασης για να εδραιώσει την εξουσία του, μέχρι τη στιγμή που την έχασε με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr