Παρότι ο εμβολιασμός μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο μόλυνσης και τη σοβαρότητα της νόσου, τα αντιιικά φάρμακα μπορούν να εξεταστούν ως εναλλακτική ή συμπληρωματική παρέμβαση με παρόμοια ευεργετικά αποτελέσματα, αναφέρει μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της ΕΕ για τον μετριασμό της εξάπλωσης της γρίπης. Σημειώνεται επίσης ότι η μελέτη του JRC «επιβεβαιώνει» ότι η υψηλή εμβολιαστική κάλυψη είναι κρίσιμη για τη μείωση του συνολικού φορτίου της νόσου και μπορεί ακόμη και να αποτρέψει την εκδήλωση επιδημιών ή τη διάδοση ανθεκτικών στελεχών του ιού. Παρ’ όλα αυτά, την περίοδο 2024/2025, μόλις το 47% των ενηλίκων ηλικίας 65 ετών και άνω στην ΕΕ/ΕΟΧ είχε εμβολιαστεί, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), αναφέρει. Το Κέντρο Ερευνών σημειώνει ότι, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, μεταξύ 290.000 και 650.000 άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο παγκοσμίως από τον ιό της γρίπης και ότι υφίσταται, επομένως, σαφής ανάγκη για αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης και μετριασμού της νόσου. Αναφέρει ότι, μελέτη του JRC διαπιστώνει ότι η χορήγηση αντιιικού φαρμάκου ως προληπτικό μέτρο είναι πιο αποτελεσματική από τη θεραπευτική χορήγηση μετά τη διάγνωση της γρίπης, εκτός εάν πρόκειται για ανθεκτικό στέλεχος του ιού με υψηλό ρυθμό μετάδοσης. Επιπλέον, η χρήση συνδυασμού αντιιικών φαρμάκων στη θεραπεία μειώνει σημαντικά την εμφάνιση ανθεκτικών στελεχών, αναφέρει. Σημειώνει ότι τα αντιιικά φάρμακα αποτελούν βασικό θεραπευτικό εργαλείο για ευάλωτες ομάδες με υψηλό κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών από τη γρίπη, όπως οι ηλικιωμένοι, τα άτομα με χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις ή οι ανοσοκατεσταλμένοι. «Η πρώτη γενιά αντιιικών έχει ήδη καταστεί αναποτελεσματική για θεραπεία, καθώς ο ιός της γρίπης έχει αναπτύξει ανθεκτικότητα. Συνεπώς, είναι σημαντικό να κατανοηθούν οι επιπτώσεις της ευρείας χρήσης νεότερων αντιιικών θεραπειών», προσθέτει. Όπως αναφέρει, τα επιδημιολογικά μοντέλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διερεύνηση της πιθανότητας ανάπτυξης ανθεκτικότητας στα φάρμακα υπό διαφορετικά σενάρια παρεμβάσεων, ενισχύοντας την κατανόηση του πώς μπορεί να γίνει βέλτιστη διαχείριση της χρήσης αντιιικών σε συνδυασμό με τον εμβολιασμό. Επιπλέον, σημειώνει, δεδομένης της αυξανόμενης απειλής της γρίπης των πτηνών, «είναι απαραίτητο να εξεταστούν διεξοδικά τα οφέλη και οι περιορισμοί των αντιιικών και να εντοπιστούν οι βέλτιστες στρατηγικές παρέμβασης». Μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι, η χορήγηση αντιιικού φαρμάκου πριν από την εκδήλωση της νόσου (για παράδειγμα μετά από επαφή με ασθενή γρίπης) μπορεί να αποτρέψει περισσότερες λοιμώξεις σε σύγκριση με τη θεραπεία μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων. Ωστόσο, η μελέτη καταδεικνύει ότι αυτό ισχύει μόνο όταν δεν υπάρχει ανθεκτικό και ιδιαίτερα μεταδοτικό στέλεχος του ιού. Διαφορετικά, η προληπτική χορήγηση αντιιικών ενδέχεται να έχει αντίθετα αποτελέσματα και να προκαλέσει ένα «δεύτερο κύμα» λοιμώξεων, υπονομεύοντας ενδεχομένως τη μελλοντική αποτελεσματικότητα των αντιιικών φαρμάκων, προσθέτει. Παράλληλα, τα ευρήματα δείχνουν ότι όταν οι ασθενείς λαμβάνουν συνδυασμό δύο αντιιικών φαρμάκων, λιγότερα άτομα αναπτύσσουν και μεταδίδουν ανθεκτικούς ιούς, σε σύγκριση με τη χρήση ενός μόνο αντιιικού. Η μελέτη δείχνει ότι η χρήση δύο διαφορετικών αντιιικών στη θεραπεία μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο εμφάνισης ανθεκτικότητας. «Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η χρήση πρόσθετων αντιιικών θα πρέπει πάντα να σταθμίζεται έναντι πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών - ένα σημαντικό ζήτημα που μέχρι σήμερα έχει ερευνηθεί ελάχιστα στο πλαίσιο της συνδυαστικής θεραπείας», αναφέρεται. Τέλος, σημειώνεται ότι η μελέτη του JRC «επιβεβαιώνει» ότι η υψηλή εμβολιαστική κάλυψη είναι κρίσιμη για τη μείωση του συνολικού φορτίου της νόσου και μπορεί ακόμη και να αποτρέψει την εκδήλωση επιδημιών ή τη διάδοση ανθεκτικών στελεχών του ιού. «Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι με υψηλή εμβολιαστική κάλυψη, οι επιδημίες γρίπης μπορούν σε μεγάλο βαθμό να προληφθούν χωρίς την ανάγκη πρόσθετης φαρμακευτικής αγωγής», αναφέρεται. Παρ’ όλα αυτά, προστίθεται, σε πολλές χώρες τα ποσοστά εμβολιασμού παραμένουν χαμηλότερα από τον επιθυμητό στόχο. Διαβάστε επίσης: Ανεπαρκείς οι δομές και περιορισμένη η κατανόηση, λέει ο σύνδεσμος ΔΕΠΥ Κύπρου Πηγή: ΚΥΠΕ