Πήγαμε στο David Bowie Centre στο Λονδίνο -Εκεί όπου ο Starman συνεχίζει να ζει και να επανεφεύρει τον εαυτό του

Το David Bowie Centre, στεγασμένο μέσα στο σώμα του ριζοσπαστικού νέου μουσείου V&A East Storehouse, λειτουργεί ως αρχείο ταυτότητας. Εδώ ο Μπόουι παρουσιάζεται ως ο καλλιτέχνης που επέμενε να αλλάζει, να διαλύει την ταυτότητά του και να την ξανασυναρμολογεί, πολύ πριν η ρευστότητα γίνει πολιτικό αίτημα. «Blue, blue, electric blue. That’s the colour of my room, where I will live». Η φωνή του Bowie με συναντά καθώς περιμένω στην ουρά για να ελέγξει ο αρμόδιος υπάλληλος αν το όνομά μου υπάρχει στην λίστα όσων μπορούν να μπουν. Μοιάζει σαν να διαρρέει από τις ελάχιστες σχισμές της μεγάλης γυάλινης πόρτας που ορίζει το David Bowie Centre. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να είσαι από τους πιο φανατικούς οπαδούς του για να νιώσεις αδρεναλίνη, ανατριχίλα και μια αδιόρατη αίσθηση παραισθησιογόνου τσιμπίματος. Την ακούω τη στιγμή που έχω αφήσει πίσω μου την επιβλητική λάμψη των μεγάλων εκθεμάτων του V&A East Storehouse  -τον Πικάσο των Ballets Russes, την αρχιτεκτονική βεβαιότητα του μουσείου του μέλλοντος. That’s the colour of my room. Μην περιμένετε να αντικρύσετε μια μεγαλοπρεπή είσοδο στο David Bowie Centre, που άρχισε να λειτουργεί για το διεθνές κοινό στις 13 Σεπτεμβρίου, μετά από μακροχρόνια αναμονή και εργασίες. Σε υποδέχεται με χαμηλό φωτισμό, με ήχο που λειτουργεί σαν προειδοποίηση, με ένα ενιαίο πεδίο αντικειμένων που δεν έχουν στηθεί για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να σε κάνουν να νιώσεις σαν να τρέχει ζεστό το αίμα μέσα σου, με μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για τον άνθρωπο που δεν γεννήθηκε όπως οι υπόλοιποι, άλλα έπεσε από τον ουρανό στη γη, τον Starman. Ακριβώς τέτοιες μέρες, στις 10 Ιανουαρίου, πέθανε πριν 10 χρόνια. Ακριβώς τέτοιες μέρες, στις 8 Ιανουαρίου γεννήθηκε πριν 79 χρόνια, το 1947. Ο χώρος μοιάζει με αρχείο. Μικρές νησίδες, που δεν είναι ιεραρχημένες ή χρονολογημένες με την γνωστή λογική αντίστοιων μουσείων ή εκθέσεων. Δεν επιζητείται η ασφάλεια της αφήγησης. Ανάμεσά τους, τα κοστούμια που σε μια νορμάλ μουσειακή συνθήκη θα έστεκαν αγέρωχα σαν ιερά κειμήλια, αλλά εδώ αιωρούνται σαν σώματα που θυμούνται ακόμα πώς κινήθηκαν. Το περιβόητο κοστούμι του Ziggy Stardust, σχεδιασμένο από τον ίδιο και τον  Kansai Yamamoto, δεν είναι πια εικόνα από φωτογραφία: βλέπω το βαρύ ύφασμα, τη φίνα ραφή, την πολιτική πρόθεση πίσω από τον σχεδιασμό του. Ένα ρούχο που έγινε δήλωση για το φύλο, που αποσυναρμολόγησε την κυρίαρχη αντίληψη για τον ανδρισμό, που εισήγαγε την υπερβολή ως πράξη ελευθερίας σε μια Βρετανία που πάλευε να παραμείνει τακτοποιημένη. Δίπλα, τα παπούτσια του Ziggy μοιάζουν έτοιμα να φορεθούν ξανά, είναι ολόκληρο το λεξικό και το περιεχόμενο της έννοιας της  περφόρμανς. Ένα διαμαντένιο σκουλαρίκι, μικρό και εύθραυστο, θυμίζει ότι η θεατρικότητα δεν ήταν ποτέ μόνο εικόνα, αλλά καθημερινή επιλογή. Ο Bowie ντυνόταν για να κάνει μία δήλωση πρωτίστως. Τα εργαλεία της σύνθεσης ακολουθούν. Το stylophone  (κάτι σαν φορητό συνθεσάιζερ του «Space Oddity» είναι εκεί σαν αντικείμενο που περιμένει ανά πάσα στιγμή ένα άγγιγμα. Κοντά του, κανονικά συνθεσάιζερ, κιθάρες, ανάμεσά τους μια κιθάρα της εποχής του Ziggy που δεν είχε εκτεθεί ποτέ. Βλέπεις την στιγμή πριν από το τραγούδι,  εκεί όπου ο ήχος είναι ακόμα σκέψη, είναι ρίσκο, όχι αποτέλεσμα. Εκεί όπου η δημιουργία είναι πράξη αμφιβολίας. Ο χάρτινος κόσμος που φέρει τις λέξεις που έγραψε ο ίδιος, προσφέρουν την πιο αθόρυβη αποκάλυψη. Με συγκίνηση στάθηκα μπροστά από  σημειωματάρια, χειρόγραφοι στίχους, αποκόμματα, post-it με λέξεις κυκλωμένες, διαγραμμένες, ξαναγραμμένες. Ο γραφικός του χαρακτήρας αλλάζει από δεκαετία σε δεκαετία, πρέπει να εφεύρει τον εαυτό ξανά από την αρχή, ξανά και ξανά. Από τον David Jones  (όπως είναι το πραγματικό του όνομα) στον David Bowie. Από την αγχώδη καλλιγραφία στη σίγουρη, σχεδόν βιαστική γραφή των ’90s. Εδώ ο Bowie δεν είναι η φωνή αλλά το χέρι που κρατά ακόμη και τις ιδέες που δεν έγιναν ποτέ: σχέδια για άλμπουμ, για ταινίες, για μιούζικαλ που έμειναν στο χαρτί. Όχι ως αποτυχίες, αλλά ως πολιτικές χειρονομίες: υπενθυμίσεις ότι το μέλλον δεν οφείλει να ολοκληρώνεται όπως το σχεδίασες για να έχει αξία. . Σε μια οθόνη προβάλλονται οι προσωπικές του σημειώσεις για ένα ανεκπλήρωτο μιούζικαλ βασισμένο στο «1984» του Orwell· σελίδες γεμάτες με κόκκινο μελάνι και υπογραμμισμένες φράσεις: «CONTROL / FAITH / SOUND / THEATRE» Στον ίδιο χώρο, τα κοστούμια της περιόδου του «Glass Spider» κουβαλούν την υπερβολή μιας εποχής που δεν φοβήθηκε να είναι «too much». Φτερά, μεταλλικά στοιχεία, κατασκευές που κάποτε κατηγορήθηκαν για μεγαλομανία. Εδώ, μακριά από τα φώτα, αποκαλύπτουν κάτι άλλο: την πίστη ότι η σκηνή μπορεί να είναι πολιτική, ότι το θέαμα μπορεί να είναι εργαλείο. Ο Bowie δεν φοβήθηκε ποτέ τη σύγκρουση με το γούστο της εποχής του. Την επιδίωξε. Το περίφημο Union Flag frockcoat από το άλμπουμ και βίντεο κλιπ «Earthling» στέκει σαν μανιφέστο. Σκισμένο, καμένο, με ίχνη κεριού, με κόκκινη σατέν επένδυση που αντανακλά το φως. Η βρετανική σημαία αποδομημένη. Μέσα στον γιακά, φυλαγμένη σε πλέξιγκλας, μια τούφα από τα μαλλιά του. Yπενθύμιση ότι κάθε ιδέα ξεκινά από σώμα. και ότι το σώμα, όσο κι αν μεταμφιεστεί, παραμένει πεδίο πολιτικής. Η μουσική επιστρέφει, αυτή τη φορά καθαρότερη. Οθόνες φέρνουν τον Bowie του «Ashes to Ashes» δίπλα στον Bowie του «Lazarus». Μοιάζει με διάλογο. Σαν να βρίσκονται όλες οι εκδοχές του στο ίδιο δωμάτιο και να συζητούν για το δικαίωμα να αλλάζεις. Σε έναν κόσμο που απαιτεί συνέπεια, ο Bowie υπερασπίστηκε την ασυνέχεια ως ελευθερία. Οι επιμελητές έχουν χωρίσει το κέντρο σε θεματικές ζώνες, που αλλάζουν ανά τακτά διαστήματα: «The Performer», με τα κοστούμια, τα σενάρια, τα αντικείμενα. «The Writer», με σημειωματάρια, σχέδια, post-it με στίχους. «The Collaborator», με φωτογραφίες με τον Nile Rodgers, την Kansai Yamamoto, τον Alexander McQueen. «The Visionary», με τα σχέδια για θεατρικά και κινηματογραφικά πρότζεκτ που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Στο κέντρο βρίσκεται ένα διαδραστικό τραπέζι όπου οι επισκέπτες μπορούν να ξεφυλλίσουν ψηφιοποιημένα τετράδια και αποκόμματα. Από την οροφή αιωρούνται κοστούμια κλεισμένα σε ειδικές προστατευτικές θήκες. Όσο παραμένω μέσα στο David Bowie Centre, καταλαβαίνω ότι δεν βλέπω «τη ζωή και το έργο» ενός καλλιτέχνη. Βιώνω μια πρόταση για το πώς μπορεί να υπάρξει ένα αρχείο χωρίς να μουμιοποιεί, πώς μπορεί να λειτουργήσει η μνήμη χωρίς να γίνει νοσταλγία. Ο Bowie, που σε όλη του τη ζωή αρνήθηκε να παγιδευτεί στο παρελθόν του, εμφανίζεται εδώ ως ο πιο σχολαστικός αρχειονόμος του εαυτού του, με στόχο να εξασφαλίσει ότι το μέλλον θα έχει υλικό να δουλέψει. Βγαίνοντας, το βιομηχανικό φως του Στράτφορντ πέφτει ωμό πάνω στο πρόσωπο. Κανάλια, γραμμές τρένου, γερανοί. Έχω δει τον τρόπο που η ταυτότητα δεν είναι ποτέ σταθερή, αλλά πάντα υπό διαπραγμάτευση, σε μια εποχή που η ταυτότητα έχει γίνει κύμβαλο αλαλάζον στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Turn and face the strange. Ch-ch-changes. Just gonna have to be a different man». Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr