Είδαμε την εκρηκτική παράσταση «Η κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή και αμέσως μετά πήγαμε για φαγητό στο πάντα συναρπαστικό Pharaoh. Μια ιδέα για ολοκληρωμένη έξοδο, με θέατρο και φαγητό , στην καρδιά της Αθήνας... Πρώτα κάναμε μια στάση στην οδό Πειραιώς, στο Γκάζι, όπου επισκεφθήκαμε το Θέατρο Κιβωτός για να δούμε την πολυσυζητημένη παράσταση «Η κουζίνα» του Γιώργου Κουτλή, με τον εξαιρετικό Μιχάλη Σαράντη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, και έπειτα πήγαμε για φαγητό στο Pharaoh, το οποίο παραμένει, ακόμα, τρία χρόνια μετά το πολυσυζητημένο του opening, ένα απολαυστικό εστιατόριο, απ' όλες τις απόψεις. Η παράσταση: Οι νευρώσεις του μεταπολεμικού κόσμου σε μια κουζίνα-καζάνι που σκάει μπροστά στα μάτια του θεατή Βρισκόμαστε μέσα στην κατάμεστη κουζίνα ενός πολυσύχναστου μοδάτου εστιατορίου και παρακολουθούμε την ομάδα του προσωπικού, τη λεγόμενη «μπριγάδα» ενός διάσημου σεφ, να προσπαθεί να κάνει τη δουλειά της κάτω από την ασφυκτική πίεση της υψηλής γαστρονομίας. Η μέρα είναι εξαντλητική, η κούραση συσσωρεύεται, οι απαιτήσεις μεγάλες και οι ανταγωνισμοί, οι καβγάδες, οι επαγγελματικές διαφωνίες και τα προσωπικά αδιέξοδα του καθενός ρίχνουν λάδι στη φωτιά, που διαρκώς φουντώνει. Μία ημέρα πριν, ο μάγειρας που έχει το πόστο του ψαριού, πάνω σε έναν καβγά έβγαλε μαχαίρι ενάντια στον μάγειρα που δουλεύει στο πόστο των κρεατικών, με τη sous chef να προσπαθεί να τους χωρίσει ενώ γύρω της στην κουζίνα επικρατεί το χάος. Οι παραγγελίες πυκνώνουν, τα λάθη οδηγούν σε δυσαρεστημένους πελάτες, ο ιδιοκτήτης κάνει αιφνιδιαστικούς ελέγχους στην κουζίνα, ενώ ο executive chef παρεκτρέπεται και απειλεί θεούς και δαίμονες, καθυβρίζοντας και σκορπώντας απειλές απόλυσης. Αν κάποιος παρακολουθούσε την παράσταση «Η κουζίνα» του Άρνολντ Γουέσκερ, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, στο Θέατρο Κιβωτός, και δεν γνώριζε ότι πρόκειται για ένα μεταπολεμικό έργο του 1956, θα είχε, από το κείμενο και μόνο, την εντύπωση πως είναι ένα έργο απολύτως σύγχρονο, σημερινό, που συνομιλεί με τις νευρώσεις, τα αδιέξοδα και την κόπωση των millennials και της Generation Z. Λίγο-πολύ, όσα καταγράφονται με εξουθενωτικό τρόπο σε αυτή την παράσταση, που σκάει μπροστά στα μάτια σου σαν καζάνι που βράζει σε επικίνδυνες θερμοκρασίες, έχουν κάτι από τον θυμό, τον κυνισμό και την ορμητική ματαίωση των νεαρών ανθρώπων που μεγάλωσαν μέσα στην οικονομική ύφεση και καπάκι αντιμετώπισαν τη λαίλαπα μιας υγειονομικής κρίσης, καθώς και τα απόμερα μιας γεωπολιτικής ανακατάταξης που κάνει τα πάντα να δείχνουν πρωτόγνωρα. O Γιώργος Κουτλής, ενώ ξεκινά με μια καλοκουρδισμένη από τεχνικής άποψης σκηνοθεσία, χρησιμοποιώντας άψογα το ρεαλιστικό σκηνικό μιας inox κουζίνας σε εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας, την οποία διοικεί ένας διάσημος τηλε-μάγειρας από μαγειρικό reality show, παραδίδει σταδιακά τη σκηνή στο χάος, που κάνει τον θεατή όχι να μπει σε μέθεξη, αλλά να σαστίσει. Εκκωφαντικός ήχος, κατσαρόλες που χτυπάνε, στριγκοί ήχοι, μέταλλα που τρίβονται πάνω σε μέταλλα, όχι με τον τρόπο όμως που ενδεχομένως θα το έκανε ένας συνθέτης του Μοντερνισμού για να δείξει μουσικά τον κατακερματισμό του μεσοπολεμικού κόσμου, αλλά με τη δυσαρμονία ενός ωμού ρεαλισμού που είναι ενοχλητικός σαν να βρίσκεσαι μπροστά σε μια έκρηξη μηχανής σε εργοτάξιο. Να φανταστείτε, είναι τόσο ρεαλιστική η σκηνοθεσία, που τα θραύσματα από τα (γύψινα, προφανώς) πιάτα που σπάνε εκσφενδονίζονται μπροστά στα πόδια των θεατών, στην πρώτη θέση, ενώ η σκηνή γεμίζει από πεσμένα μαχαίρια, μπαλτάδες, ανοξείδωτα μαγειρικά σκεύη και αναποδογυρισμένους ξύλινους πάγκους. Καπνοί, φωνές, κραυγές, αίματα παίρνουν τον λόγο σε μια λούπα που επαναλαμβάνεται χωρίς ανάσα, δίχως καμία απολύτως κάθαρση, διαρκώς και αδιαλείπτως, λειτουργώντας τελικά εις βάρος τόσο του έργου όσο και των ίδιων των πρωταγωνιστών, με επικεφαλής τον εξαιρετικό Μιχάλη Σαράντη. Όλη αυτή η ορμητικότητα, που είναι σαν να σηκώνει κάποιος το καπάκι σε μια χύτρα ταχύτητας τη στιγμή που βρίσκεται στο πιο υψηλό σημείο βρασμού της, προκαλεί μια ηχηρή έκρηξη αδικαιολόγητης βίας και υπερβολικής υστερίας, υποσκάπτοντας τις όποιες καλές προθέσεις, κάνοντας τελικά το έργο να δείχνει κάπως μονοσήμαντο, αμετροεπές, εφηβικά αντιδραστικό. Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Στρούλια είναι απολύτως ρεαλιστικά και εντυπωσιάζουν με τη λεπτομέρειά τους, φέρνοντας το έργο στο σήμερα. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου είναι εκπληκτικοί και δίνουν τις απαραίτητες ποιητικές ανάσες μέσα στο χάος του κυνισμού, αλλά δεν αρκούν. Το ίδιο και η δυνατή ερμηνεία του Μιχάλη Σαράντη: Εξισορροπεί τις όποιες δυσαρμονίες, αλλά το αποτέλεσμα παραμένει άνισο. Η εστίαση στη συνεχή αγριότητα επισκιάζει το χιούμορ, την ευφυΐα, τη νεανική σπιρτάδα και την τρυφερότητα του έργου, κάνοντας ακόμα και τον έρωτα να έχει μόνο πικρή γεύση. Παρ' όλα αυτά, είναι μια παράσταση που δεν σε κάνει να πλήττεις ούτε λεπτό, μια παράσταση από αυτές που φεύγεις και τις σκέφτεσαι. Info : more.com/gr To φαγητό μετά την παράσταση: Στο Pharaoh για αρνάκι τσιγαριαστό και κάστανα στιφάδο Οι εντάσεις στη γαστρονομία δίνουν νοστιμιά και οι αντιθέσεις, αν ο σεφ φιλοσοφεί πάνω στα πιάτα του, φέρνουν αρμονία, αναπάντεχη νοστιμιά και στις πιο υψηλές τους στιγμές -γιατί όχι- ακόμα και ποίηση. Ο Μανώλης Παπουτσάκης, ο σεφ που σήκωσε πρώτος τη σημαία της νοσταλγίας για την αυθεντική νοστιμιά της ελληνικής υπαίθρου, όχι σε γαστροταβέρνα, υβριδική ψησταριά-μεζεδοπωλείο, νεο-αναψυκτήριο ή μεταμοντέρνο καφενείο, αλλά σε design σάλα σύγχρονου εστιατορίου αξιώσεων, κρατά το επίπεδο του Pharaoh ψηλά. Είναι, αναμφισβήτητα, ένα χαρισματικό μαγαζί, από αυτά που γράφουν ιστορία και, τελικά, γίνονται τοπόσημα μιας πόλης και σύμβολα της εποχής τους. Στo Pharaoh, σε ένα σκοτεινό στενό, των Εξαρχείων, μια ανάσα από την Ομόνοια, το εμφανές σκυρόδεμα δένει με την πέτρα, οι νέον λάμπες με τα αθηναϊκά ακροκέραμα και οι πλεξούδες με σκόρδο στολίζουν το πικάπ. Καθόμαστε μπροστά στις φωτιές της κουζίνας, με τις ξυλόσομπες και τον ξυλόφουρνο σε πλήρη λειτουργία. Οι μάγειρες από την καλοκουρδισμένη ομάδα του Παπουτσάκη μαγειρεύουν μπροστά μας πιάτα λιχούδικα που σε κάνουν να θες να τα δοκιμάσεις όλα. Το ένα πιο λαχταριστό απ' το άλλο. Όχι απλά, όχι απλώς νοσταλγικά, αλλά επί της ουσίας αυθεντικά, με άρωμα ελληνικής υπαίθρου και χαρακτήρα στιβαρό. Κάποιος με ένα φτυάρι βγάζει τη θράκα από τη στόφα και τη ρίχνει κάτω από τις σχάρες, εκεί όπου καψαλίζονται τα παραπούλια για την πεντανόστιμη σαλάτα μας με τον λωτό, το φρέσκο ανθότυρο από την Κρήτη και το φουντούκι. Μέσα από το ποτήρι μου με το κρασί σπινθηρίζουν οι φλόγες, ενώ τα πιάτα διαδέχονται το ένα το άλλο πάνω στον inox μεταμοντέρνο πάγκο του food bar στο οποίο κάθομαι. To Pharaoh δεν έχει ξεχωρίσει μόνο για το καταπληκτικό και νόστιμο φαγητό του, αλλά γιατί έχει ατμόσφαιρα. Πληρώνεις ολοκληρωμένο experience, κάνοντας μια απολαυστική έξοδο με ωραία μουσική, δυνατές γεύσεις, ωραίο design και υποδειγματικό σέρβις που σε κάνει να νιώθεις άνετα με το χιούμορ, την ευγένεια και τη χαλαρότητά του. Ξεκινήσαμε με κρασί, προζυμένιο ψωμί που είναι μπουκιά και κόλαση, την υπέροχη σαλάτα με τα καψαλισμένα παραπούλια και με το πιο φημισμένο πιάτο του Μανώλη Παπουτσάκη εδώ: τα κάστανα στιφάδο, για τα οποία δεν έχω λόγια. Μια σάλτσα ποιητική, με τη γλυκιά γεύση των κρεμμυδιών να δίνει θηλυκότητα και χάρη στη στιβαρή και γεμάτη γεύση των κάστανων. Ένα μόνο θα σας πω: Ξεκίνησα με πιρούνι σεμνά και κατέληξα να το τρώω λιχούδικα με το κουτάλι, βουτώντας το ψωμί μου στην πλούσια και γεμάτη σάλτσα του. Το πιάτο αυτό μπαίνει μακράν στη λίστα με τα δέκα ωραιότερα πράγματα που έχω κάνει ποτέ σε αυτή την πόλη. Εξαιρετικές και με αναπάντεχη νοστιμιά ήταν και οι σουπιές, όπως και το ζουμερό χταποδάκι με τις βρούβες και την καππαροσαλάτα. Φτιάξτε μια πιρουνιά με τα χόρτα και βουτήξτε τα στην αλοιφή από κάππαρη και θα έχετε την τέλεια, εθιστική μπουκιά. Από κυρίως πιάτα δοκιμάσαμε τον αχνιστό μπακαλιάρο με άγρια μανιτάρια, έναν αρμονικό συνδυασμό που παντρεύει βουνό και θάλασσα, και ένα πιάτο υπερπαραγωγή: το αρνάκι τσιγαριαστό με λεμόνι και ασκόλυμπρους - ένα βουνίσιο άγριο αγκαθωτό χόρτο που μοιάζει με την αγκινάρα. Από γλυκά, επιλέξαμε δύο πάστες: μια πλούσια σοκολατίνα με παγωτό ελαιόλαδου και μια τρυφερή πάστα αμυγδάλου που ξυπνά μνήμες. Συνολικά, η εμπειρία από την επίσκεψη στο Pharaoh ήταν καταπληκτική από κάθε άποψη: Ο χώρος υποδειγματικός, το φαγητό από αυτά που τα λες «εμπειρία» και η ατμόσφαιρα ζωηρή και ευχάριστη, ένας μικρός θύλακας απόλαυσης και γιορτής στην καρδιά μιας κατά τα λοιπά συνηθισμένης Τετάρτης. Το μενού είναι πολύ έξυπνα σχεδιασμένο ώστε να καλύπτει όλα τα γούστα, δίνοντας επιλογές για όλα τα μπάτζετ. Info : pharaoh.gr | Σολωμού 54, Εξάρχεια, τηλ.: 2103808412 Τιμές: 40 με 80 ευρώ το άτομο με κρασί. ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ Η αντεπίθεση του street food -Πού γίνεται χαμός τώρα στην Αθήνα για πίτσα, burger, σουβλάκι -Τα viral μαγαζιά «Πλυτά»: Το νέο γαστρο-καφενείο στο Παγκράτι έγινε με σεφ των «Άκρα» και «Cookoovaya» -Δοκιμάσαμε το μενού Alouatou: Το viral micro-bakery της Ασκληπιού που το βράδυ μεταμορφώνεται σε μπιστρό Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr