Είδαμε το πρώτο θεατρικό έργο μικτής πραγματικότητας με πρωταγωνιστή τον θρύλο Ίαν ΜακΚέλεν -Αn Ark στη Νέα Υόρκη

Εδώ και μήνες, όλοι αναμένουν το «An Ark», το πρώτο θεατρικό έργο που δημιουργήθηκε εξ αρχής για μικτή πραγματικότητα με πρωταγωνιστή τον Ίαν ΜακΚέλεν . Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι τι υπόσχεται, αλλά τι συμβαίνει τελικά. Είμασταν εκεί, μια μέρα μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του. Don’t panic. Don’t be scared. This must feel strange to you. It felt strange to me… Μην πανικοβληθείς, λέει ο Ίαν ΜακΚέλεν και με κοιτάζει στα μάτια έτσι όπως κάθεται σε απόσταση ενός μέτρου από εμένα μέσα στην αίθουσα του Τhe Shed στα Ηudson Yards. Μην φοβηθείς. Αυτό που ζεις είναι παράξενο. Ήταν παράξενο και για μένα. Αυτές είναι πρώτες φράσεις του « An Ark» που θέλει να σε κάνει να νιώσεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο και επιχειρεί να σε οδηγήσει εκεί εκ των προτέρων. Είναι μία οδηγία χρήσης του συναισθήματος. Η αλήθεια είναι ότι στα πρώτα λεπτά, επειδή ακριβώς κάθονται -λόγω της μικτής πραγματικότητας- απέναντί σου ο ΜακΚέλλεν, η Γκόλντα Ρόσεβελ (από το Bridgerton), ο Ααρινζέ Κένε (ηθοποιός και συγγραφέας θεατρικών έργων) και η Ρόουζι Σίχι (συγκλονιστική θεατρική ηθοποιός), νιώθεις ότι όντως μπορούν να σε κυριεύσουν, να μπουν κάτω από το πετσί σου. Το « An Ark» παρουσιάζεται από το The Shed ως το πρώτο θεατρικό έργο μικτής πραγματικότητας, αλλά και ως κάτι περισσότερο από ένα καλλιτεχνικό πείραμα. Ως μία διακήρυξη για το μέλλον του θεάτρου. Από την ίδρυσή του, το The Shed έχει οικοδομήσει μια ταυτότητα πολιτισμικής πρωτοπορίας με σαφή πρόθεση: να είναι ο θεσμός που ενσωματώνει το μέλλον χωρίς να προδίδει το ανθρώπινο στοιχείο. Η τεχνολογία, μας λένε, δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον άνθρωπο, αλλά να τον φέρει πιο κοντά στον εαυτό του. Η διακήρυξη επαναλαμβάνεται με έμφαση: το έργο δεν είναι προϊόν AI. Δεν προσομοιώνει. Δεν αφαιρεί την ανθρώπινη παρουσία. Ο παραγωγός Todd Eckert μιλά για την ανάγκη να προστατευτεί το ανθρώπινο στοιχείο της τέχνης από την αλγοριθμική λογική. Ο συγγραφέας Simon Stephens γράφει ένα έργο στο δεύτερο πρόσωπο, σαν άσκηση απόλυτης εγγύτητας. Η σκηνοθέτης Sarah Frankcom υπερασπίζεται την κοινή εμπειρία, ακόμη και μέσα σε ένα υβριδικό, τεχνολογικό περιβάλλον. Η πρόθεση είναι σοβαρή, με ηθικό πρόσιμο. Το « An Ark» δεν υπόσχεται θέαμα, υπόσχεται νόημα. Το αποτέλεσμα δεν δικαιώνει την πρόθεση. Η εμπειρία ξεκινά με μια χειρονομία που μοιάζει συμβολική αλλά γρήγορα νιώθεις ότι είναι επιτηδευμένη: μας ζητούν να βγάλουμε τα παπούτσια μας. Είναι η στιγμή όπου το έργο διεκδικεί οικειότητα χωρίς ακόμα να την δικαιούται. Η πράξη θέλει να δηλώσει αφαίρεση προστασίας, επιστροφή στο πρωτογενές, αλλά έχει κάτι το ελαφρώς επιτηδευμένο. Καθόμαστε με τις κάλτσες στην παχιά κόκκινη μοκέτα, σε κυκλική διάταξη, ανάμεσα σε αγνώστους. Στο κέντρο δεσπόζει μια μεγάλη λευκή μπάλα, σχεδόν σαν μπαλόνι ή πλανήτης. Δίπλα σε κάθε καρέκλα υπάρχει ένα ζευγάρι γυαλιά μικτής πραγματικότητας. Τα καλώδια είναι ορατά. Τα γυαλιά βαριά, με σφίγγουν γύρω από την μύτη. «Βλέπετε τέσσερις καρέκλες μπροστά σας;» με ρωτάνε. Βλέπω μόνο δύο. Βοηθοί σκύβουν, επανεκκινούν τη συσκευή, ψιθυρίζουν οδηγίες. Η τεχνολογία προηγείται της αφήγησης. Η υπόσχεση της εγγύτητας αναβάλλεται από την υλικότητα του μηχανισμού. Όταν τελικά ξεκινά το έργο, οι τέσσερις μορφές εμφανίζονται διαδοχικά. Μου απευθύνονται. Με κοιτούν βαθιά στα μάτια. Ο Ίαν ΜακΚέλεν εμφανίζεται πρώτος, ως μύθος. Η παρουσία του λειτουργεί σαν εγγύηση σοβαρότητας, σαν πολιτισμικό κεφάλαιο που δανείζει βάρος στο εγχείρημα. Στέκεται σαν στωικός φιλόσοφος, με φωνή ήρεμη. Δίπλα του, οι υπόλοιποι, εκπροσωπούν διαφορετικές στάσεις απέναντι στη ζωή: κοινωνικότητα, ευαλωτότητα, εσωτερικότητα, κυνισμό. Ακούγονται φράσεις προσεκτικά σχεδιασμένες να σε αγγίξουν: «γιατί πρέπει να μην αρέσουν στα αγόρια τα απαλά αντικείμενα;». Μικρές, εύπεπτες ρωγμές στα στερεότυπα. «Τι είναι αυτό το εξόγκωμα στο λαιμό της» ρωτάει η Ρόουζι κοιτάζοντάς με σαν να είμαι ένα πορτρέτο του Πικάσο και ο ΜακΚέλεν της απαντά «είναι ο παλμός της. Είναι ζωντανή». Ουράνια τόξα εμφανίζονται πάνω από ποταμούς τη στιγμή της γέννησης αλλά και του θανάτου, έρωτες και οργασμοί, χωρισμοί που σε συνθλίβουν, απόπειρες αυτοκτονίας, αδιέξοδοι έρωτες, οι πρώτες ρυτίδες, η μοναξιά, η αρρώστια, το τέλος. Το έργο θέλει να συγκινηθείς, αγωνιά για να το πετύχει. Το « An Ark» χρησιμοποιεί όλες τις ευκολίες της σύγχρονης πολιτιστικής γλώσσας: απλά σύμβολα, καθαρά μηνύματα, ελεγχόμενη εγγύτητα, άμεση προσφώνηση. Είναι ένας συναισθηματικός εκβιασμός με καλή πρόθεση και ακριβώς γι’ αυτό καταλήγει επιφανειακός. Η δραματουργική επεξεργασία ατελής, λες και το τεχνολογικό εύρημα αρκούσε για να καλύψει το κενό. Η τεχνολογία, αντί να εξαφανιστεί, επιμένει να γίνεται ορατή. Το ψηφιακό δέρμα τρεμοπαίζει, τα πρόσωπα  ελαφρώς αλλάζουν χρώμα όταν γυρίζεις το κεφάλι. Είναι σαφές  ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι θέατρο. Είναι σαν θεατρικό αναλόγιο με βιντεοπροβολή. Δεν είναι performance. Δεν είναι πραγματικά εμβυθιστική εμπειρία. Είναι μια αφήγηση που θα μπορούσε ίσως να λειτουργήσει καλύτερα χωρίς το τεχνολογικό της περίβλημα. Το « An Ark» θέλει να μιλήσει για τη θνητότητα, για τη ζωή, για το τέλος. Αλλά συγχέει την ανθρωπιά με την καθοδήγηση του συναισθήματος. Συγχέει την εγγύτητα με την επιβολή. Και εκεί, χάνει ακριβώς αυτό που διεκδικεί: το βάθος. Ίσως τελικά το πιο ανθρώπινο στοιχείο του « An Ark» να είναι η αμηχανία που προκαλεί. Αποτυγχάνει επειδή είναι απολύτως συγχρονισμένο με την εποχή του, ανήκει σε εκείνη τη σύγχρονη πολιτιστική λογική που δεν παράγει πλέον έργα, αλλά εμπειρίες, «διαδρομές». Η τέχνη ως εμπειρία δεν ενδιαφέρεται για την αμφιβολία. Δεν αντέχει την ασάφεια. Δεν έχει υπομονή για τη σιωπή. Χρειάζεται σύμβολα ευανάγνωστα, συγκίνηση άμεση, αφήγηση που να «δουλεύει» για όλους. Γι’ αυτό και τα παπούτσια βγαίνουν. Γι’ αυτό και ο μύθος του ΜακΚέλεν επιστρατεύεται ως εγγύηση σοβαρότητας. Γι’ αυτό και το δεύτερο πρόσωπο δεν αφήνει περιθώριο απόστασης. Όλα είναι σχεδιασμένα ώστε ο θεατής να νιώσει κάτι, τώρα. Αλλά η συγκίνηση που προκύπτει χωρίς ρίσκο, χωρίς χώρο για αντίσταση, γίνεται επιφανειακή. Σε αυτή τη λογική, η τεχνολογία δεν λειτουργεί ως εργαλείο απελευθέρωσης ή επαύξησης του αποτελέσματος, αλλά ως μηχανισμός ελέγχου της πρόσληψης.  Το πιο ανησυχητικό στοιχείο του « An Ark» δεν είναι οι αδυναμίες του, αλλά η κανονικότητά του. Το γεγονός ότι ενσαρκώνει με ακρίβεια το πνεύμα ενός πολιτιστικού συστήματος που έχει μάθει να μιλά για ανθρωπιά με τη γλώσσα του μάρκετινγκ, για βάθος με εργαλεία εμπειρίας, για παρουσία με τεχνολογική εγγύτητα. Κι όμως, η τέχνη δεν χρειάζεται να σε πλησιάσει τόσο πολύ για να σε αγγίξει. Δεν χρειάζεται να σου αφαιρέσει τα παπούτσια, να σε κοιτάξει επίμονα στα μάτια, να σου υπαγορεύσει τι να νιώσεις. Η αληθινή συγκίνηση προκύπτει ακριβώς από την ελευθερία της: από τη δυνατότητα να μην συμβεί, από τον χρόνο που της δίνεται, από την απόσταση που της επιτρέπεται. Αν κάτι μας θυμίζει τελικά το « An Ark» , είναι ότι όσο περισσότερο η κουλτούρα οργανώνεται ως εμπειρία, τόσο πιο επείγον γίνεται να υπερασπιστούμε την τέχνη ως χώρο απροσδιόριστο, ατελή, μη διαχειρίσιμο. Ως χώρο όπου το συναίσθημα δεν προσφέρεται, αλλά προκύπτει. Όχι κατ’ εντολή, αλλά κατά τύχη. Και ίσως αυτή να είναι η τελευταία, σιωπηλή αντίσταση του θεατή: να αρνηθεί να νιώσει επειδή του το ζητούν και να περιμένει μέχρι να του δοθεί ο χώρος να νιώσει αληθινά. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr