Η ταινία «Μια μάχη μετά την άλλη» σάρωσε στις «Χρυσές Σφαίρες» κατακτώντας τέσσερα βραβεία και πάει ολοταχώς για Όσκαρ. Η νέα ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον («Θα χυθεί αίμα», «Αόρατη κλωστή», «Πίτσα γλυκόριζα», «Μανόλια») με πρωταγωνιστή τον Λεονάρντο Ντι Κάπριο επιβεβαίωσε τις προβλέψεις ως το απόλυτο φαβορί καθώς απέσπασε τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σεναρίου και Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ η Τεγιάνα Τέιλορ κατέκτησε το βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου. Πρόκειται για την πρώτη συνεργασία του Ντι Κάπριο με τον Άντερσον που γράφει ιστορία. Την ταινία συμπληρώνει λενα δυνατό καστ ηθοποιών όπως οι Σον Πεν, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Ρετζίνα Χολ, Τεγιάνα Τέιλορ και Τσέις Ινφίνιτι. Η ταινία αποτελεί ένα μείγμα πολιτικής σάτιρας, δράσης και μαύρης κωμωδίας, εμπνευσμένη σε μεγάλο βαθμό από το μυθιστόρημα «Vineland» του Τόμας Πίντσον. Είναι μια από τις πιο φιλόδοξες και ακριβές παραγωγές του σκηνοθέτη μέχρι σήμερα, με υψηλής αισθητικής κινηματογράφηση σε VistaVision. Τι πραγματεύεται το «Μια μάχη μετά την άλλη» Όταν ο σατανικός τους αντίπαλος ξαναεμφανίζεται έπειτα από 16 χρόνια, μια ομάδα πρώην επαναστατών επανενώνεται για να σώσει την κόρη ενός από τα μέλη της. Σε μια Αμερική όπου η λευκή παντοκρατορία είναι το απόλυτο αίτημα, μια επαναστατική ομάδα με το όνομα «French 1975» έχει επιλέξει την ένοπλη δράση, προκαλώντας σοβαρές ζημιές στον οικονομικό και πολιτικό ιστό των ΗΠΑ. Αρχηγός των επαναστατών -τρομοκρατών για το σύστημα- είναι η δυναμική Αφροαμερικανίδα Περφίντια Μπέβερλι Χιλς, που αρνείται κάθε νόρμα και στερεότυπο, και ερεθίζεται από τη βία. Ο σύντροφός της, Μπομπ, που ειδικεύεται στις εκρήξεις, οραματίζεται έναν καινούργιο κόσμο. Όταν ο φανατικός συνταγματάρχης Στίβεν Λόκτζοο, υπεύθυνος ασφαλείας για το μεταναστευτικό και διοικητής στα κέντρα «φιλοξενίας» προσφύγων από το Μεξικό, γνωρίσει την Περφίντια, η οποία θα τον απειλήσει, αποκτά μια περίεργη εμμονή μαζί της. Δεκαπέντε χρόνια μετά, αφού η Περφίντια προδώσει τους συντρόφους της και εξαφανιστεί, ο Μπομπ ζει με την κόρη τους, Γουίλα, σε ένα προάστιο, βυθισμένος στις ενοχές και τις καταχρήσεις. Όταν όμως ο Λόκτζοο αποφασίσει να εντοπίσει τα ίχνη τους, ο Μπομπ επανενώνεται με τους πρώην συντρόφους του, για να σώσει την κόρη του. Δέκα χρόνια μετά από το «Έμφυτο Ελάττωμα», ο Άντερσον εμπνέεται και πάλι από τον Τόμας Πίντσον, από τους σπουδαιότερους εν ζωή Αμερικανούς λογοτέχνες, και διασκευάζει ελεύθερα το βιβλίο «Vineland», που διαδραματίζεται στη ριγκανική Αμερική και περιστρέφεται γύρω από τη δράση μιας ομάδας χίπηδων. Η ιστορία όμως του πάντα απρόβλεπτου σκηνοθέτη δεν έχει χρόνο, αν και οι αναφορές της στο σήμερα και τον Τραμπ είναι ξεκάθαρες από την αρχή, αφού το μείζον πρόβλημα εξαρχής εδώ είναι το μεταναστευτικό. Από εκεί και πέρα, με μαύρο χιούμορ, ο Άντερσον στήνει μια πολιτική σάτιρα, όπου παρανοϊκοί συστημικοί και θεοπάλαβοι επαναστάτες μπερδεύονται σε μια τρελή καταδίωξη, όπου ο ιδεαλισμός συντρίβεται από την απογοήτευση, μέχρι να δοθεί και πάλι μια αφορμή για να ανάψει η σπίθα. Αναμειγνύοντας είδη και γυρίζοντας σχεδόν εξολοκλήρου με κάμερες VistaVision των 35mm, ο Άντερσον εγκαταλείπει τους αργούς ρυθμούς που συνηθίζει και ανεβάζει ταχύτητα από το πρώτο λεπτό, καταγράφοντας ένα εξωφρενικό χάος, όπου κανείς και τίποτα δεν έχει μεγάλες πιθανότητες να επιβιώσει. Κι όμως, κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, ούτε το όνειρο μιας επανάστασης τελειώνει, ούτε η αναλγησία της εξουσίας οριοθετείται. Ο Άντερσον δεν επιλέγει τον εύκολο δρόμο της «σωστής πλευράς», αντίθετα τολμάει να αποκαλύψει τα κακώς κείμενα και τα τρωτά σημεία όλων, θέτοντας περισσότερο ερωτήματα παρά δίνοντας απαντήσεις. Το τι είναι πραγματικά επαναστατικό, το πού καταλήγουν τα μεγάλα οράματα, το πώς η εξουσία αντιμετωπίζει πάντα τους εχθρούς όσο και τους υποστηρικτές της, κυριαρχούν σε αυτό το κωμικοτραγικό, τελικά, θρίλερ, με τον Άντερσον να εστιάζει στη διαδοχή των γενεών, χωρίς να φοβάται να γίνει συναισθηματικός και να ανακαλέσει σταθερές αξίες. Το τρίτο μέρος της ταινίας εκρήγνυται με αυτοκινητοκαταδιώξεις και φαντασμαγορική δράση με εντυπωσιακές σκηνές, αλλά ίσως υπερβολικά φλύαρες, που αποδυναμώνουν την αφήγηση. Ωστόσο, στο φινάλε, ο Άντερσον επανέρχεται με την τρυφερότητα που τον χαρακτηρίζει, και μας υπενθυμίζει ότι τα όνειρα δεν πεθαίνουν. Κι αφού δεν πεθαίνουν, μπορεί κάποτε να γίνουν και πραγματικότητα. Ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, στην πρώτη του συνεργασία με τον Άντερσον, ενσαρκώνει με βάθος έναν άντρα ανάμεσα στην ενοχή και την ελπίδα. Ο Σον Πεν κλέβει σκηνές ως καρτουνίστικος villain, ο Μπενίσιο ντελ Τόρο προσφέρει μια από τις πιο ουσιαστικές ερμηνείες του τα τελευταία χρόνια, ενώ η Τσέις Ινφίνιτι, στο ντεμπούτο της, μαγνητίζει. Η «Μια μάχη μετά την άλλη» δεν είναι αψεγάδιαστη, είναι όμως απελπιστικά επίκαιρη, βαθιά ανθρώπινη και καυστικά πολιτική, γι' αυτό, όπως όλα δείχνουν, μάλλον θα πρωταγωνιστήσει στη φετινή οσκαρική κούρσα. Κριτικές και βραβεία Το «Μια μάχη μετά την άλλη» έλαβε θετικές κριτικές από κοινό και κριτικούς, με πολλούς να επαινούν την ανατρεπτική σκηνοθεσία, την έντονη θεματολογία και τις ερμηνείες ενός εξαιρετικού καστ. Υπήρξε ιδιαίτερη αναφορά στην ισορροπία ανάμεσα στην πολιτική σάτιρα και τη δράση του φιλμ. Επιπλέον, η ταινία έχει ήδη κερδίσει και άλλα βραβεία στην περίοδο των κινηματογραφικών διακρίσεων, όπως σε σημαντικές ενώσεις κριτικών πριν τις Χρυσές Σφαίρες. Λόγω της εξαιρετικής της υποδοχής, των πολλών διακρίσεων αλλά και της ισχυρής παρουσίασης στις Χρυσές Σφαίρες, θεωρείται πλέον σοβαρό φαβορί για τα βραβεία Όσκαρ. Η αναγνώριση στις Χρυσές Σφαίρες είναι συνήθως ένας ισχυρός προάγγελος για υποψηφιότητες στα βραβεία της Ακαδημίας. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr