Το γιατί μια ζεστή αγκαλιά «μας κάνει καλό» ίσως να είναι βαθύτερα συνδεδεμένο με την ψυχική μας ισορροπία απ’ όσο νομίζαμε. Η αίσθηση ότι το σώμα μας «μας ανήκει» θεωρούνταν για δεκαετίες προϊόν κυρίως της όρασης, της αφής και της ιδιοδεκτικότητας. Η θερμοκρασία, αντίθετα, αντιμετωπιζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως μια βασική φυσιολογική πληροφορία: ζεστό ή κρύο, άνετο ή επικίνδυνο. Νέα επιστημονική έρευνα, ωστόσο, έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη στενή θεώρηση και να δείξει ότι η αίσθηση της θερμότητας παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην επιβίωση, αλλά και στον τρόπο που βιώνουμε τον εαυτό μας. Με απλά λόγια, το γιατί μια ζεστή αγκαλιά «μας κάνει καλό» ίσως να είναι βαθύτερα συνδεδεμένο με την ψυχική μας ισορροπία απ’ όσο νομίζαμε. Σε πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Trends in Cognitive Sciences, ερευνητές από το Queen Mary University of London εξετάζουν τον ρόλο της λεγόμενης «θερμοαντίληψης» (thermoception), δηλαδή της αντίληψης των αλλαγών στη θερμοκρασία του δέρματος, στον σχηματισμό της σωματικής αυτοσυνείδησης. Επικεφαλής της έρευνας είναι η νευροεπιστήμονας Laura Crucianelli και ο γνωσιακός επιστήμονας Gerardo Salvato, οι οποίοι ανέλυσαν δεκαετίες δεδομένων από τη νευροεπιστήμη, την ψυχολογία και την κλινική πρακτική. Ένα από τα αρχαιότερα αισθητηριακά σήματα του οργανισμού Σύμφωνα με τους ερευνητές, η θερμοκρασία αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αισθητηριακά σήματα του ανθρώπινου οργανισμού. «Η ζεστασιά είναι από τα πρώτα σήματα προστασίας που βιώνουμε», σημειώνει η Crucianelli. Τη νιώθουμε ήδη στη μήτρα, την αναγνωρίζουμε στη φροντίδα των πρώτων χρόνων ζωής και την αναζητούμε κάθε φορά που κάποιος μας κρατά κοντά του. Δεν μας κρατά μόνο ζωντανούς, αλλά συμβάλλει και στο να νιώθουμε ότι υπάρχουμε ως ενιαία, συνεκτικά όντα. Η καθημερινή εμπειρία το επιβεβαιώνει με τρόπους που συχνά περνούν απαρατήρητοι. Τα κατακόκκινα μάγουλα ένα κρύο πρωινό, το μυρμήγκιασμα όταν επιστρέφουμε σε ζεστό χώρο έπειτα από ώρα στο χιόνι, η χαλάρωση που φέρνει ένα ζεστό μπάνιο. Όλα αυτά δεν είναι απλώς αντιδράσεις του σώματος, αλλά σήματα που ενημερώνουν τον εγκέφαλο για το αν το περιβάλλον είναι ασφαλές ή απειλητικό. Η νέα έρευνα υποστηρίζει ότι αυτή η «συνομιλία δέρματος και εγκεφάλου» επηρεάζει άμεσα το πόσο έντονα βιώνουμε το σώμα μας ως «δικό μας». Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι διαταραχές της σωματικής επίγνωσης εμφανίζονται σε πολλές ψυχικές παθήσεις. Σε καταστάσεις όπως οι διατροφικές διαταραχές, η κατάθλιψη, το άγχος ή τα τραυματικά σύνδρομα, πολλοί άνθρωποι περιγράφουν μια αίσθηση αποξένωσης από το σώμα τους, σαν να το παρακολουθούν από απόσταση ή σαν να μην τους ανήκει πραγματικά. Οι ερευνητές αναρωτήθηκαν αν αυτές οι διαταραχές θα μπορούσαν να συνδέονται και με αλλοιώσεις στη θερμορύθμιση ή στην αντίληψη της θερμοκρασίας. H σύνδεση αυτή δεν είναι θεωρητική Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι η σύνδεση αυτή δεν είναι θεωρητική. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει ότι θερμικά ερεθίσματα παίζουν θεμελιώδη ρόλο σε ορισμένες κλινικές καταστάσεις. Άνθρωποι που έχουν υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο και παρουσιάζουν διαταραχές στην αντίληψη της θερμοκρασίας μπορεί να αναπτύξουν παθολογικές καταστάσεις στις οποίες δεν αναγνωρίζουν μέρη του σώματός τους ως «δικά τους». Το σώμα, με άλλα λόγια, χάνει τη συνοχή του ως εμπειρία. Αυτή η γνώση ανοίγει νέους δρόμους για παρεμβάσεις στην ψυχική υγεία. Αν η θερμότητα συμβάλλει στην αίσθηση ασφάλειας και στην ενίσχυση της σωματικής αυτοσυνείδησης, τότε στοχευμένες αισθητηριακές παρεμβάσεις θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στις υπάρχουσες θεραπείες. Η έρευνα συνδέεται τόσο με προσεγγίσεις της σωματικής ψυχοθεραπείας όσο και με την αποκατάσταση νευρολογικών ασθενών, ενώ οι επιστήμονες σημειώνουν ότι θα μπορούσε να επηρεάσει ακόμη και τον σχεδιασμό προσθετικών μελών, ώστε να «αισθάνονται» πιο φυσικά για τον χρήστη. Σε πιο καθημερινό επίπεδο, τα ευρήματα ρίχνουν νέο φως σε κάτι εξαιρετικά απλό: την αγκαλιά. Όπως εξηγεί η Crucianelli, ο συνδυασμός απτικής επαφής και θερμότητας κατά τη διάρκεια μιας αγκαλιάς ενισχύει την αίσθηση ότι κατοικούμε στο σώμα μας. «Το ζεστό άγγιγμα στο δέρμα βελτιώνει την ικανότητά μας να αισθανόμαστε τον εαυτό μας από μέσα και να αναγνωρίζουμε την ίδια μας την ύπαρξη», λέει. Είναι η στιγμή που ο εγκέφαλος λαμβάνει το μήνυμα: «αυτό είναι το σώμα μου και είμαι γειωμένος μέσα σε αυτό». Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η ζεστή διαπροσωπική επαφή ενεργοποιεί θερμοευαίσθητες οδούς που συνδέονται με εγκεφαλικές λειτουργίες ασφάλειας και συναισθηματικής ρύθμισης. Σε συνδυασμό με την απελευθέρωση ωκυτοκίνης και τη μείωση των επιπέδων στρες, η αγκαλιά ενισχύει τους κοινωνικούς δεσμούς και την αίσθηση ενσωμάτωσης. Δεν πρόκειται απλώς για μια ρομαντική ιδέα, αλλά για έναν μηχανισμό με απτά ψυχοφυσιολογικά αποτελέσματα. Όπως καταλήγουν οι ερευνητές, η θερμή επαφή μας υπενθυμίζει ότι είμαστε συνδεδεμένοι, ότι μας εκτιμούν και ότι ανήκουμε σε έναν κοινωνικό κόσμο. Οι άνθρωποι είναι βιολογικά προγραμματισμένοι για εγγύτητα, και η αγκαλιά, έστω και για λίγο, «διαλύει» τα όρια ανάμεσα στο «εγώ» και το «άλλο». Σε μια εποχή όπου η απομόνωση και η αποσύνδεση αποτελούν ολοένα και συχνότερα βιώματα, η επιστήμη φαίνεται να επιβεβαιώνει κάτι που το σώμα γνώριζε πάντα: η ζεστασιά δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βασικό συστατικό της ψυχικής μας ισορροπίας. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr