Πώς είδαν στην Αθήνα το Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950 (BINTEO)

Συμπληρώνονται σήμερα 76 χρόνια από την επέτειο του Ενωτικού Δημοψηφίσματος. Το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα είχε εδραιωθεί στη συνείδηση των Ελλήνων της Κύπρου ως κυρίαρχη εθνική συνείδηση, αρχικά από την Εκκλησία και ακολούθως με την υποστήριξη όλων των πολιτικών φορέων της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένου και του ΑΚΕΛ. Όμως, η ελλαδική πρόσληψη του γεγονότος διαμορφώθηκε μέσα σε ένα πλαίσιο εθνικής ταύτισης με τον κυπριακό ελληνισμό, αλλά και σοβαρών περιορισμών που επέβαλλαν αυτοσυγκράτηση στην Αθήνα, αποτυπώνοντας τις αντιφάσεις της μετεμφυλιακής ελληνικής πραγματικότητας. Στις 15 και 22 Ιανουαρίου 1950, σχεδόν το σύνολο του ελληνικού πληθυσμού της Κύπρου δήλωσε τη στήριξή του στην Ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Συγκεκριμένα, συγκεντρώθηκαν 215.108 υπογραφές από τους 224.757 πολίτες που είχαν δικαίωμα συμμετοχής στη διαδικασία, ποσοστό που αντιστοιχούσε στο εντυπωσιακό 95,7% του εκλογικού σώματος. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι υπέρ της Ένωσης τάχθηκαν με την υπογραφή τους και αρκετοί Τουρκοκύπριοι. Δεν ήταν η πρώτη φορά Ενωτικές πρωτοβουλίες είχαν εμφανιστεί και σε προγενέστερες περιόδους. Το 1914 έγινε προσπάθεια συγκέντρωσης υπογραφών υπέρ της Ένωσης, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε εξαιτίας της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντίστοιχα, το 1921 και το 1930 κατατέθηκαν ενωτικά ψηφίσματα, περιορισμένα ωστόσο στη συμμετοχή των εκκλησιαστικών επιτροπών των τοπικών κοινοτήτων. Θεωρήθηκε ότι η κάθε τέτοια αρχή εκπροσωπούσε την κοινότητα και εξέφραζε τη θέλησή της. Το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950 διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά από τις προηγούμενες αυτές κινήσεις, καθώς εισήγαγε μια πρωτόγνωρη για την εποχή διαδικασία μαζικής συμμετοχής. Για πρώτη φορά, με μοναδική εξαίρεση το 1905 (όταν ψήφισαν στις εκλογές των σχολικών εφορειών), το δικαίωμα ψήφου δεν περιορίστηκε στους άνδρες αλλά επεκτάθηκε και στις γυναίκες της Κύπρου, ενώ ταυτόχρονα το ηλικιακό όριο των ψηφοφόρων μειώθηκε από τα 21 στα 18 έτη. Την ιδέα για δημοψήφισμα, υλοποίησε ο τότε Μητροπολίτης Κιτίου και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ'. Αξίζει να αναφερθεί ότι στο Δημοψήφισμα του 1950, συμμετείχαν και Κύπριοι του εξωτερικού. Από τα μέσα Δεκεμβρίου 1949 εμφανίζονται δημοσιεύματα στον Τύπο. Δημοσιεύματα Κύπρο - Ιανουάριο 1950 Και η Ομόνοια υπέρ της Ένωσης με τη Μητέρα Ελλάδα «Το αθλητικό σωματείο ΟΜΟΝΟΙΑ εν όψει του δημοψηφίσματος της 15ης Ιανουαρίου, που διενεργείται από την Εθναρχία, κοινοποιεί τις ακόλουθες αποφάσεις. 1. Ανεπιφύλακτα επιδοκιμάζει την απόφαση της Εθναρχίας περί διενέργειας δημοψηφίσματος. 2. Εντέλλεται δε όλα τα μέλη του, να πρωτοστατήσουν στην προπαρασκευαστική δουλειά για το δημοψήφισμα και ομόθυμα με εθνική περηφάνεια και εθνικό ενθουσιασμό να υποστηρίξουν την απαίτηση του κυπριακού λαού για εθνική αποκατάσταση. 3. Υπόσχεται πως και μετά το δημοψήφισμα δεν θα υποστείλει τη σημαία του εθνικού αγώνα και πως θα δουλέψει μαχητικά στο πλευρό των συνεπών εθνικοαπελευθερωτικών δυνάμεων του τόπου για την Ένωσή μας με την μητέρα Ελλάδα» (« Ανεξάρτητος» , 12 Ιανουαρίου 1950). Αξίζει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με την εφημερίδα «της Αριστεράς» Νέος Δημοκράτης, υπέρ του Ένωσης με την Ελλάδα ψήφισαν και αρκετοί Τούρκοι της Κύπρου. Η ελλαδική πρόσληψη του δημοψηφίσματος Η υποδοχή του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950 στην Ελλάδα υπήρξε έντονα φορτισμένη σε συναισθηματικό και συμβολικό επίπεδο αλλά ταυτόχρονα συγκρατημένη και προσεκτική σε επίπεδο επίσημης πολιτικής γραμμής αποτυπώνοντας τις αντιφάσεις της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας. Η χρονική συγκυρία και η πολιτική κατάσταση των Αθηνών, είχαν βάλει το κυπριακό ζήτημα «στον γύψο». Πρώτον, η Ελλάδα βρισκόταν αμέσως μετά τη λήξη ενός φοβερού Εμφυλίου Πολέμου (1946–1949), που έπληξε ανεπανόρθωτα τη χώρα. Το κράτος ήταν οικονομικά εξαντλημένο, κοινωνικά διχασμένο και πολιτικά ασταθές, γεγονός που περιόριζε δραστικά την ικανότητά του να ανοίξει ένα νέο μεγάλο εθνικό ζήτημα με διεθνείς προεκτάσεις. Η προτεραιότητα της Αθήνας ήταν η εσωτερική σταθεροποίηση και η αποκατάσταση της κρατικής συνοχής. Δεύτερον, η Ελλάδα ήταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τη στρατιωτική, οικονομική και πολιτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, στο πλαίσιο του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ. Η Βρετανία, ωστόσο, ήταν η αποικιακή δύναμη στην Κύπρο και θεωρούσε το νησί στρατηγικής σημασίας για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Μια επιθετική ελληνική διεκδίκηση της Ένωσης θα ερχόταν σε άμεση σύγκρουση με το Λονδίνο, κάτι που η Αθήνα δεν μπορούσε να αντέξει διπλωματικά. Τρίτον, το διεθνές στερέωμα είχε ήδη εισέλθει στον Ψυχρό Πόλεμο, με τις μεγάλες δυνάμεις να αντιμετωπίζουν τα εθνικά ζητήματα κυρίως μέσα από το πρίσμα της γεωστρατηγικής ισορροπίας. Η Ελλάδα τότε ακολουθούσε πορεία ένταξης στο νεοϊδρυθέν Βορειοατλαντικό Σύμφωνο (ΝΑΤΟ). Έτσι η κάθε κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει αστάθεια σε μια περιοχή κρίσιμη για το ΝΑΤΟ και τα δυτικά συμφέροντα θεωρούνταν ανεπιθύμητη. Το Κυπριακό δεν αντιμετωπιζόταν ακόμη ως ζήτημα αυτοδιάθεσης αλλά ως θέμα «διαχείρισης» μεταξύ δύο μερών, της Ελλάδος και της Μεγάλης Βρετανίας. Ο φόβος της Ελλάδος για διατάραξη των σχέσεων της με τη Μεγάλη Βρετανία ήταν διαχρονικός, ήδη από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου. Τέταρτον, υπήρχε ο φόβος ότι η διεθνοποίηση του Κυπριακού θα άνοιγε τον δρόμο για τουρκική εμπλοκή, κάτι που μέχρι τότε δεν είχε καταστεί κεντρικός παράγοντας του προβλήματος. Η Αθήνα ανησυχούσε ότι η ανάδειξη του ζητήματος σε διεθνές επίπεδο θα οδηγούσε την Άγκυρα να προβάλλει αξιώσεις στην Κύπρο, μετατρέποντας ένα ελληνοβρετανικό ζήτημα σε ελληνοτουρκικό. Τέλος, χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδος, Νικολάου Πλαστήρα στις 25 Μαΐου 1950, οποίος μιλώντας για το Κυπριακό είπε ότι «δεν έκρινε την στιγμήν κατάλληλον όπως η Ελληνική Κυβέρνησις αναλάβει πρωτοβουλία λύσεως του Κυπριακού Ζητήματος». Ο Πλαστήρας αρνήθηκε να συναντηθεί με την κυπριακή αντιπροσωπεία που μετέβη στην Αθήνα, για να του παραδώσουν τους τόμους του δημοψηφίσματος. Προφανώς, κατόπιν βρετανικής υπόδειξης και προειδοποίησης από τον Βρετανό ΥΠΕΞ ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έβλαπτε τους υφιστάμενους δεσμούς φιλίας. Το δημοψήφισμα στις ελληνικές εφημερίδες Στον ελληνικό τύπο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος παρουσιάστηκε ως ιστορική δικαίωση του διαχρονικού αιτήματος της Ένωσης και ως αδιαμφισβήτητη έκφραση της λαϊκής βούλησης στην Κύπρο. Εφημερίδες, αφιέρωσαν πρωτοσέλιδα και εκτενή άρθρα στο γεγονός προβάλλοντας το ποσοστό υπέρ της Ένωσης και υιοθετώντας μια ρητορική εθνικής ολοκλήρωσης. Ουσιαστικά, το γεγονός του εθνικού δημοψηφίσματος στην Κύπρο, ήταν η αφορμή για συμφιλίωση και συγκίνηση μεταξύ των εν Ελλάδι Ελλήνων, ύστερα από μία περίοδο αδελφοκτονίας. Το ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950, άφησε ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα. Η Κυπριακή Κοινωνία επιχείρησε να εκφράσει συλλογικά τη βούλησή της και να τη μετατρέψει σε εργαλείο πολιτικής πίεσης σε ένα διεθνές περιβάλλον που φαινομενικά δεν ήταν ακόμη «έτοιμο να την ακούσει». Ήταν το έναυσμα για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ που εκδηλώθηκε 5 χρόνια αργότερα.