Προτάσσοντας το γεγονός ότι αποσύρθηκε η καταγγελία σε βάρος του Νίκου Σύκα και εγείροντας τον προβληματισμό του, όπως ανέφερε, κατά πόσο μπορούν να αποδειχθούν τα αδικήματα ενώπιον Δικαστηρίου χωρίς τη μαρτυρία της, αγόρευσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ο δικηγόρος του βουλευτή, Χρήστος Πουργουρίδης, ο οποίος σημείωσε πως δεν φέρει ένσταση για άρση της ασυλίας του κ. Σύκα, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε και αναμένεται εντός της ημέρας να ανακοινώσει την απόφασή του. Η διαδικασία που ξεκίνησε την περασμένη Δευτέρα, για άρση της ασυλίας του βουλευτή, μετά από την καταγγελία που υποβλήθηκε εναντίον του για ξυλοδαρμό από τη σύντροφό του, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε, συνεχίστηκε την Πέμπτη ενώπιον του Ανωτάτου, με την αγόρευση της πλευράς του βουλευτή. Σημειώνεται πως τη Δευτέρα αγόρευσε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης, εξηγώντας τους λόγους που η Νομική Υπηρεσία προχώρησε με το αίτημα της άρσης της ασυλίας του βουλευτή, παρ’ όλο που έχει αποσυρθεί το παράπονο που υποβλήθηκε κατά του κ. Σύκα. Ο Χρήστος Πουργουρίδης, στην αγόρευσή του, ανέφερε πως «επί της νομικής πτυχής συμφωνώ με όσα είπε ο ΒΓΕ και δεν έχω να προσθέσω κάτι. Αν μπορώ να πω, θεωρώ απόλυτα σωστή τη θέση στη Θεμιστοκλέους ότι δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως ασπίδα του βουλευτή έναντι του ποινικού κώδικα, καθόσο αφορά τις προσωπικές και επαγγελματικές δραστηριότητες. Πρέπει να περιορίζεται στα βουλευτικά καθήκοντα και ό,τι απορρέει». Στη συνέχεια, επεσήμανε ότι «θέλω να θέσω ένα προβληματισμό που με απασχολεί. Ο πελάτης μου είναι βουλευτής και υποψήφιος βουλευτής για τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει το αίτημα, προκύπτει ότι τα υπό διερεύνηση αδικήματα έγιναν στην Ελλάδα, σε χώρο που ήταν η καταγγέλλουσα και ο καθ’ ου η αίτηση μόνοι τους. Θεωρώ ότι η λέξη θύμα αντίκειται στο Σύνταγμα και δεν μπορεί να είναι θύμα προτού υπάρχει καταδίκη. Στην Κύπρο έχει γίνει της μόδας να θεωρούνται οι πάντες ένοχοι, χωρίς την παραμικρή μαρτυρία, επειδή έτσι μας καπνίζει, θεωρώ ότι έχουν σημασία οι λέξεις». Ο κ. Πουργουρίδης, στην αγόρευσή του σημείωσε πως «η καταγγέλλουσα όπως λέει η αίτηση έχει αποσύρει και δεν επιθυμεί να προχωρήσει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Γεννάται το ερώτημα αν μπορούν να αποδειχθούν τα αδικήματα χωρίς την καταγγελία της καταγγέλλουσας, εφόσον ήταν στη μαρτυρία της. Δεν είναι στα πλαίσια της συγκεκριμένης αίτησης, όμως είναι ένας προβληματισμός που πρέπει να τον βάλω. Είναι ένας παράγοντας που μπορεί να λάβετε υπόψη σας». Στο σημείο αυτό υποδείχθηκε από το Προεδρείο ότι «η απόσυρση της καταγγελίας, συνοδεύεται με αίτηση ότι αν κληθεί μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν θα καταθέσει; Δεν ξέρουμε τις λεπτομέρειες». Ο κ. Πουργουρίδης, παίρνοντας εκ νέου το λόγο, σημείωσε πως «εσείς πρέπει να πάρετε απόφαση αν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για απόσυρση ασυλίας. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η καταγγελία αν δεν προσφερθεί μαρτυρία αυτής της φύσεως αδικήματα δεν μπορεί να αποδειχθεί, εκτός και αν το αδίκημα τελέστη στην παρουσία των γονιών της, των παιδιών της ή με απειλές με φωνές. Τέτοια στοιχεία δεν υπάρχουν. Το άρθρο του νόμου δεν λέει ότι η απόσυρση της καταγγελίας είναι άσχετο πράγμα». Στην αγόρευσή του, ο δικηγόρος του βουλευτή σημείωσε πως «προωθούνται οι σκοποί του νόμου όταν μία γυναίκα λέει ότι δεν θέλει να πάει Δικαστήριο επειδή δεν μπορεί να διαχειριστεί το θέμα; Δεν λέει ότι δέχθηκε αθέμιτες πιέσεις ή απειλές. Είναι ένα θέμα που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Εξυπηρετούνται οι σκοποί του νόμου αν την πάρουμε Δικαστήριο; Αυτού του είδους οι υποθέσεις που αφορούν μία σημαντική κοινωνική πτυχή, το θέμα της έμφυλης βίας, έχει κι άλλες παραστάσεις που δεν μπορούν να αγνοούνται. Από εκεί και πέρα έχω προβληματισμό αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για περαιτέρω διαδικασίες». Η απάντηση της Εισαγγελίας Στα επιχειρήματα που έθεσε ο κ. Πουργουρίδης απάντησε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης, ο οποίος σημείωσε πως «θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία έχει πνίξει τη μη ένσταση. Ως αιτητές οφείλουμε για να είμαστε δίκαιοι, να πούμε ότι στην ένορκη δήλωση η παραπονούμενη ότι δεν επιθυμεί να δώσει ένορκη μαρτυρία στο Δικαστήριο. Αυτό καμία απολύτως σχέση έχει με το αίτημα. Η νομολογία είναι ξεκάθαρη ότι δεν υπάρχει υποχρέωση να αποδειχθεί υπόθεση και το Δικαστήριο δεν εξετάζει την επάρκεια και ποιότητα του μαρτυρικού υλικού. Ο μόνος που αρμοδίως αποφασίζει για την επάρκεια του οποιουδήποτε μαρτυρικού υλικού για κατάθεση υπόθεσης στο Δικαστήριο είναι ο Γενικός Εισαγγελέας». Ο κ. Αγγελίδης επεσήμανε, δε, ότι «αυτό που εξετάζουμε είναι ότι η αίτηση για όλα τα στάδια δεν είναι αυθαίρετη και αν υπάρχει το δημόσιο συμφέρον. Οι πρόνοιες του άρθρου 26 της σχετικής νομοθεσίας είναι ξεκάθαρες, θεωρούμε ότι τη λέξη θύμα τη χρησιμοποιούμε από την εξήγηση που δίνει και ο νόμος και σε περίπτωση που αποσυρθεί το παράπονο ή η καταγγελία του θύματος, διασφαλίζεται η πρόθεση της υπόθεσης και υπάρχει υλικό. Δεν θέλω να δώσω λεπτομέρειες, επειδή είναι άσχετα με την υπόθεση. Τα υπόλοιπα δίνουν ένα μήνυμα ότι κατά τα άλλα η ασυλία είναι ως ασπίδα για τους βουλευτές». Το Δικαστήριο επιφυλάχθηκε και αναμένεται να ανακοινώσει την απόφασή του γύρω στη 1:30 το μεσημέρι.