Δεν υπάρχει ένας κανόνας που να ισχύει για όλους. Υπάρχουν γονείς που επιλέγουν να περιμένουν, φοβούμενοι τους κινδύνους, και άλλοι που επενδύουν στην εμπιστοσύνη και την αυτονομία ήδη από την εφηβεία. Πότε έρχεται η «σωστή στιγμή» για να αρχίσει ένα παιδί να βγαίνει μόνο του το βράδυ; Είναι ένα ερώτημα που διχάζει, γιατί δεν υπάρχει ένας κανόνας που να ισχύει για όλους. Υπάρχουν γονείς που επιλέγουν να περιμένουν, φοβούμενοι τους κινδύνους, και άλλοι που επενδύουν στην εμπιστοσύνη και την αυτονομία ήδη από την εφηβεία. Αυτό που τελικά κάνει τη διαφορά γράφει το ιταλικό studenti.it, είναι το πλαίσιο, ο βαθμός ωριμότητας του παιδιού, αλλά και οι εμπειρίες που έχουν σημαδέψει μια οικογένεια. Μέσα από διαφορετικές ιστορίες και επιλογές, αναδύεται μια βασική βεβαιότητα: περισσότερο από έναν αριθμό, αυτό που μετρά είναι η συμφωνία – το άτυπο «συμβόλαιο» – ανάμεσα σε γονείς και παιδιά. Η ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τη διασκέδαση Η Ελίζα, μητέρα ενός 14χρονου αγοριού, μετά την τραγωδία στο Κρανς-Μοντάνα, του είπε ξεκάθαρα ότι δεν θα ένιωθε άνετα να τον αφήσει να πάει σε πάρτι σε κλειστό χώρο. Για εκείνη, η ζωή έχει μεγαλύτερη αξία από τη διασκέδαση, χωρίς αστερίσκους. Ο Κίλιαν, σήμερα 35 ετών, θυμάται ότι άρχισε να βγαίνει ήδη από τα 13-14. Μεγαλώνοντας σε ένα μικρό ορεινό χωριό, ένιωθε πάντα κοντά στο σπίτι και οι γονείς του δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι θα μπορούσαν να συμβούν τόσο σοβαρά περιστατικά. Υπάρχουν και πιο αυστηρές απόψεις. Η Τζένιφερ, 22 ετών, είναι κατηγορηματική: για εκείνη, η σωστή ηλικία είναι τα 18. Πριν από αυτό, θεωρεί ότι δεν υπάρχει ακόμη πραγματική υπευθυνότητα απέναντι στον εαυτό και δεν έχει «ανοιχτεί» αρκετά ο κόσμος μπροστά στο παιδί ώστε να αντιλαμβάνεται τους κινδύνους. Άλλοι γονείς επιλέγουν μια ενδιάμεση λύση. Η κυρία Κάρλα αφηγείται ότι έδειξε εμπιστοσύνη στον γιο της, χωρίς όμως να τον αφήνει εντελώς μόνο σε ηλικία 14-16 ετών: τον περίμενε έξω από τους χώρους, για παράδειγμα το Καρναβάλι, παρακολουθώντας από απόσταση. Ο Σάσα, πατέρας διδύμων 18 ετών, τοποθετεί τη «σωστή» ηλικία στα 16-17, αλλά μόνο υπό προϋποθέσεις: γονεϊκό έλεγχο και ξεκάθαρη ώρα επιστροφής, το αργότερο μέχρι τα μεσάνυχτα. Συμπερασματικά, ανάμεσα σε όσους λένε 14, άλλους 16-17 και άλλους 18, προκύπτει ένα κοινό σημείο. Το ερώτημα «πότε είναι σωστό να αρχίσει ένα παιδί να γυρίζει αργά;» δεν έχει μαγικό αριθμό. Φέρνει στην επιφάνεια φόβους, αξίες και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η σχέση γονιών και παιδιών. Η απάντηση των ειδικών Η ψυχοθεραπεύτρια Ανναλίζα Νεσπέκα, ειδικευμένη στην αναπτυξιακή ηλικία, μιλώντας στο ιταλικό Studenti.it είναι σαφής: γονείς και παιδιά πρέπει να «κινούνται με οδηγό την κοινή λογική». Δεν υπάρχει μια στάνταρ ηλικία που να ταιριάζει σε όλους, υπάρχουν όμως κάποια βασικά όρια. Ένα παιδί 12 ετών δεν αφήνεται να βγει μόνο του το βράδυ. Συνήθως, σε αυτή την ηλικία, δεν υπάρχει καν έντονη επιθυμία για νυχτερινή έξοδο. Γύρω στα 15 μπορεί να αρχίσει να εξετάζεται το ενδεχόμενο, αλλά πάντα κατά περίπτωση: πόσο το θέλει το παιδί, με ποιον βγαίνει, σε τι περιβάλλον πηγαίνει. Η ειδικός τονίζει ότι δεν υπάρχουν απολύτως ασφαλείς χώροι. Κανένας γονιός δεν μπορεί να προστατεύσει το παιδί του 100%. Μπορεί όμως να κάνει διακρίσεις, για παράδειγμα ανάμεσα στο να πάει το παιδί για ένα παγωτό ή να βρεθεί σε μια έντονη, φορτισμένη συγκέντρωση, με σαφώς μεγαλύτερους κινδύνους. Καθοριστικό ρόλο παίζει και η παρέα. Η έξοδος με φίλους είναι συνήθως πιο καθησυχαστική, όμως και το ίδιο το γκρουπ χρειάζεται αξιολόγηση: τι σκοπούς έχει, τι είδους «διασκέδαση» αναζητά, πού πηγαίνει. Επίσης, η ηλικία αλλάζει τα δεδομένα. Ένας 20χρονος που πάει σε κλαμπ με συνομηλίκους δεν βρίσκεται στην ίδια θέση με έναν 15χρονο στο ίδιο περιβάλλον. Γύρω στα 15, εξηγεί η ψυχοθεραπεύτρια, απαιτείται επιπλέον σκέψη για το αν μια έξοδος είναι πραγματικά κατάλληλη, γιατί η εμπειρία και η ικανότητα ανάγνωσης της πραγματικότητας βρίσκονται ακόμη υπό διαμόρφωση. Ώρα επιστροφής, υπευθυνότητα και ρεαλιστικά όρια Πέρα από το «αν» θα βγει ένας έφηβος, υπάρχει και το «μέχρι πότε». Η ειδικός κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στις συνηθισμένες βραδιές και στις εξαιρέσεις. Για παιδιά ηλικίας γυμνασίου το να γυρίζουν στις 2 τα ξημερώματα θεωρείται ακατάλληλο καθώς είναι πολύ πιθανό ότι τέτοια ώρα δεν βρίσκονται πια μόνο με συνομηλίκους ή σε χώρους φτιαγμένους για την ηλικία τους. Οι ιδιαίτερες βραδιές, όπως η Πρωτοχρονιά, αποτελούν ξεχωριστή περίπτωση. Εκεί, συχνά, οι γονείς δείχνουν μεγαλύτερη ελαστικότητα, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα γεγονός που βιώνεται ως μοναδικό και συλλογικό. Ο πυρήνας του ζητήματος παραμένει η ευθύνη του γονέα, ο οποίος καλείται να αναρωτηθεί: – μπορεί το παιδί μου να προστατεύσει τον εαυτό του; – ξέρει να αποφεύγει τον κίνδυνο; – μπορεί να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις και να διασκεδάσει με υγιή τρόπο; Δεν αρκεί να ειπωθεί «το παιδί μου είναι υπεύθυνο». Πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες: πόσο ξέρει να φροντίζει την ασφάλειά του; Πόσο επικίνδυνοι μπορεί να είναι οι χώροι ή τα άτομα που θα συναντήσει; Και αν έχει τη δύναμη να απομακρυνθεί από λάθος παρέες ή καταστάσεις. Η ηλικία, φυσικά, βοηθά. Ένας μεγαλύτερος έφηβος ή νέος άνθρωπος έχει συνήθως περισσότερη εμπειρία, πιο ρεαλιστική αντίληψη της πραγματικότητας και – έστω δυνητικά – μεγαλύτερη αίσθηση ευθύνης απέναντι στον εαυτό του. Μεγαλώνοντας και προστατεύοντας Κάποια στιγμή είναι αναπόφευκτο: τα παιδιά μεγαλώνουν και νιώθουν την ανάγκη να απομακρυνθούν από την οικογένεια και να στραφούν στην ομάδα των συνομηλίκων. Είναι ένα φυσιολογικό και υγιές πέρασμα, όσο κι αν τρομάζει. Εδώ ο ρόλος του ενήλικα γίνεται κρίσιμος: να λειτουργήσει ως γέφυρα προς τον κόσμο. Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια, καθήκον του γονέα είναι να αξιολογεί αν η επιθυμία για έξοδο είναι κατάλληλη για την ηλικία και τις δυνατότητες του παιδιού και ταυτόχρονα να το βοηθά να αναπτύξει αυτές τις δυνατότητες, βήμα βήμα. Ο κόσμος είναι γεμάτος κινδύνους, αλλά και ευκαιρίες. Για αυτό οι νέοι χρειάζεται να αποκτήσουν «εσωτερικά όπλα»: ψυχική ανθεκτικότητα, καθαρό μυαλό, αίσθηση ορίων και κριτική σκέψη, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες, ακόμη κι εκείνες που προκύπτουν σε μια απλή βραδινή έξοδο. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα του Κρανς-Μοντάνα, η ειδικός προειδοποιεί να μην πέφτουμε σε απλουστεύσεις. Αν ο χώρος έμοιαζε με ένα μπαρ γεμάτο εφήβους, είναι πιθανό να είχε γίνει αντιληπτός ως σχετικά ήρεμος – αλλιώς τόσοι γονείς δεν θα είχαν συναινέσει. Ήταν Πρωτοχρονιά, μια νύχτα όπου συχνά επιτρέπεται κάτι παραπάνω, και, σύμφωνα με την ίδια, δεν είναι σωστό να στοχοποιούνται αποκλειστικά οι οικογένειες. Στα 15-16, παρατηρεί, είναι κατανοητό οι έφηβοι να βρίσκονται έξω για να γιορτάσουν και αυτή καθαυτή η έξοδος δεν ήταν τόσο ακατάλληλη. Υπάρχουν πολύ πιο προβληματικές καταστάσεις από αυτή. Γι’ αυτό και το ερώτημα «υπάρχει σωστή ηλικία για να βγαίνει κανείς το βράδυ;» οδηγεί σε μια άβολη αλλά ρεαλιστική απάντηση: δεν υπάρχει σταθερός αριθμός. Υπάρχει μια διαρκώς μεταβαλλόμενη ισορροπία ανάμεσα στην κοινή λογική, τη γνώση του ίδιου του παιδιού, το πλαίσιο της εξόδου και την ικανότητα των ενηλίκων να λειτουργούν πραγματικά ως γέφυρα – χωρίς να καταφεύγουν ούτε στον απόλυτο έλεγχο ούτε στο «κάνε ό,τι θέλεις». Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr