Πέρα από τη χρονική προαναγγελία της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν τον Φεβρουάριο, πολιτικά μηνύματα εκπέμπουν οι δηλώσεις του Τούρκου ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν περί «μόνιμης λύσης στο Αιγαίο», προκαλώντας αντιδράσεις στην Αθήνα και επαναφέροντας στο προσκήνιο το πλαίσιο του ελληνοτουρκικού διαλόγου ενόψει του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Τον Φεβρουάριο αναμένεται να πραγματοποιηθεί η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, όπως ανακοίνωσε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, με τη δήλωσή του περί «μόνιμης λύσης στο πρόβλημα του Αιγαίου» να προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις στην Αθήνα και να επαναφέρει στο προσκήνιο το πλαίσιο του ελληνοτουρκικού διαλόγου ενόψει του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Πέρα από τη χρονική τοποθέτηση της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν εντός Φεβρουαρίου, οι δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν φαίνεται να μεταφέρουν ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα, το οποίο υπερβαίνει το επίπεδο της επικοινωνιακής διαχείρισης. Η αναφορά του σε «μόνιμη λύση στο πρόβλημα του Αιγαίου» προκάλεσε εύλογες αντιδράσεις στην Αθήνα, ωστόσο ταυτόχρονα αποτυπώνει και μια τουρκική πρόθεση επανεκκίνησης ενός ουσιαστικού και λειτουργικού διαλόγου, χωρίς η Άγκυρα να υπαναχωρεί από τις πάγιες θέσεις της. Η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να επιμένει σε μια συνολική διευθέτηση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο, και όχι αποκλειστικά στο ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, όπως υποστηρίζει διαχρονικά η Αθήνα. Η διαφορά αυτή παραμένει δομική και δεν συγκαλύπτεται από τις δηλώσεις Φιντάν. Ωστόσο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι, παρά τη διατήρηση των μαξιμαλιστικών και αναθεωρητικών αξιώσεων της Τουρκίας, ο διάλογος δεν θεωρείται αδιέξοδος, αλλά εργαλείο που πρέπει να επανενεργοποιηθεί με πιο ουσιαστικούς όρους. Φιντάν: «Να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου» Ειδικότερα, τη σχετική αναφορά έκανε ο Χακάν Φιντάν σε συνέντευξη Τύπου, σημειώνοντας ότι «κοιτάμε ημερομηνίες» για τη συνάντηση των δύο ηγετών. Απαντώντας σε ερώτηση του ανταποκριτή του ΣΚΑΪ στην Κωνσταντινούπολη, Μανώλη Κωστίδη, για το τι μπορεί να αναμένεται από το επικείμενο ραντεβού, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ως στόχο «να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου», συνδέοντας τη συγκεκριμένη επιδίωξη με ζητήματα όπως τα χωρικά ύδατα και η υφαλοκρηπίδα. Τι κρύβεται πίσω από τις δηλώσεις Φιντάν -Η απάντηση Μαρινάκη Παρ’ όλα αυτά, πίσω από τις δηλώσεις Φιντάν διακρίνεται ένα σαφές μήνυμα: χωρίς να υπαναχωρεί από τις πάγιες και συχνά μαξιμαλιστικές της αξιώσεις, η Τουρκία εκπέμπει σήμα ότι ο ουσιαστικός διάλογος πρέπει να επανεκκινήσει και, κυρίως, να καταστεί λειτουργικός. Σε αυτό το περιβάλλον, σχετικό ερώτημα τέθηκε και προς τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, με αφορμή τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού. Οπως ανέφερε ο Παύλος Μαρινάκης, αυτή τη στιγμή τα δύο επιτελεία βρίσκονται σε αναζήτηση κοινής ημερομηνίας για τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, πιθανότατα εντός Φεβρουαρίου. Διευκρίνισε ότι η ημερομηνία δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί και ότι, όταν αυτό συμβεί, θα υπάρξει σχετική ανακοίνωση και από τις δύο πλευρές. Η ατζέντα του διαλόγου Αναφερόμενος στην ατζέντα του διαλόγου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέλαβε ότι διαχρονικά, χωρίς καμία διαφοροποίηση, η ελληνική θέση είναι πως μία και μοναδική είναι η διαφορά που χωρίζει τις δύο χώρες: ο καθορισμός ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, υπό το πρίσμα και με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι όλα τα υπόλοιπα ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο κρατών είναι καλό να τίθενται στο τραπέζι του διαλόγου, στο πλαίσιο της πολιτικής ατζέντας, ακόμη και εκείνα που θεωρούνται μικρότερης σημασίας, αλλά έχουν μεγάλη πρακτική αξία, προσθέτοντας ότι η ελληνική πλευρά θεωρεί πως οι συζητήσεις και η αναζήτηση λύσεων πρέπει να συνεχιστούν. Την ίδια ώρα, στις 20 και 21 του μηνός έχει προγραμματιστεί ο επόμενος γύρος του πολιτικού διαλόγου και της λεγόμενης «θετικής ατζέντας». Επικεφαλής από ελληνικής πλευράς θα είναι η υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου και ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης αντίστοιχα, ενώ από την τουρκική πλευρά θα συμμετάσχει ο υφυπουργός Εξωτερικών και πρέσβης Μποζάι. Στον πολιτικό διάλογο αναμένεται να συζητηθούν ζητήματα διμερών σχέσεων, καθώς και διεθνείς εξελίξεις που έχουν μεσολαβήσει από την τελευταία συνάντηση των δύο πλευρών, ενόψει και του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Ακόμη και αν η Αθήνα αντιδρά στη βάση της πάγιας επιχειρηματολογίας της και η Άγκυρα επιμένει στις γνωστές αναθεωρητικές της θέσεις, το αντανακλαστικό αυτό δεν σημαίνει ότι το χάσμα διευρύνεται. Αντιθέτως, υποδηλώνει ότι οι δύο πλευρές ενδέχεται να κινούνται εκ νέου προς μια τροχιά διαβουλεύσεων, αποδεχόμενες πως η απόσταση που τις χωρίζει είναι μεγάλη, αλλά ο διάλογος –με όλες τις δυσκολίες και τις διακυμάνσεις του– παραμένει λειτουργικός. Αντιδράσεις της αντιπολίτευσης για τις δηλώσεις Φιντάν Ωστόσο, οι δηλώσεις Φιντάν προκάλεσαν πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό. Ο τομεάρχης Εξωτερικών του ΠΑΣΟΚ, Δημήτρης Μάντζος, έκανε λόγο για «προβληματισμό και ανησυχία», καλώντας την κυβέρνηση να εγγυηθεί έμπρακτα ότι η πάγια εθνική θέση της χώρας δεν θα αμφισβητηθεί σε κανένα στάδιο του διαλόγου με την Τουρκία. Αντίστοιχα, ο ΣΥΡΙΖΑ ζήτησε άμεση ενημέρωση της Βουλής και των πολιτικών κομμάτων για το ακριβές πλαίσιο της επικείμενης συνάντησης, καθώς και ρητή δέσμευση ότι δεν θα τεθεί υπό διαπραγμάτευση κανένα ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Να παραμείνει ανοιχτός ο δίαυλος επικοινωνίας Ελλάδας-Τουρκίας Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας μπορεί να ιδωθεί ως μια προσπάθεια Αθήνας και Άγκυρας να επαναβεβαιώσουν στην πράξη τις γνωστές τους θέσεις, διατηρώντας ανοιχτό τον δίαυλο επικοινωνίας σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών και ευρωπαϊκών πιέσεων. Εξάλλου, ο αποκλεισμός της Τουρκίας, σε πρώτη φάση, από τον χρηματοδοτικό μηχανισμό SAFE ενισχύει την εκτίμηση ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται πλέον πως η συμμετοχή της στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά και αμυντικά προγράμματα περνά αναπόφευκτα μέσα από την εξομάλυνση των σχέσεών της με την Ελλάδα. Ωστόσο, όσο η Τουρκία δεν δείχνει πρόθεση να άρει την απειλή πολέμου (casus belli), ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος που απομένει είναι η επανεκκίνηση της συζήτησης για τις θαλάσσιες ζώνες. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν αποκλείεται το επόμενο διάστημα η τουρκική πλευρά να εμφανιστεί περισσότερο «επισπεύδουσα» στον διμερή διάλογο, επιδιώκοντας να διαμορφώσει ευνοϊκότερες συνθήκες τόσο στο διμερές όσο και στο ευρωπαϊκό πεδίο Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr