Πρόκειται για ένα περίτεχνο χρυσό μεσαιωνικό δαχτυλίδι, διακοσμημένο με φίλντισι και μια μεγάλη μπλε πέτρα στο κέντρο του, ηλικίας άνω των 800 ετών, το οποίο ανακαλύφθηκε στο Tønsberg, την πόλη που θεωρείται η αρχαιότερη της Νορβηγίας. Ένα δαχτυλίδι που θα μπορούσε εύκολα να περάσει για σύγχρονο κόσμημα, αν δεν είχε βρεθεί θαμμένο στο έδαφος, ήρθε στο φως τη Νορβηγία και ήδη θεωρείται ένα από τα πιο εντυπωσιακά αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων ετών στη χώρα. Πρόκειται για ένα περίτεχνο χρυσό μεσαιωνικό δαχτυλίδι, διακοσμημένο με φίλντισι και μια μεγάλη μπλε πέτρα στο κέντρο του, ηλικίας άνω των 800 ετών, το οποίο ανακαλύφθηκε στο Tønsberg, την πόλη που θεωρείται η αρχαιότερη της Νορβηγίας. «Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν χρυσός» Το δαχτυλίδι εντόπισε η αρχαιολόγος Λίντα Όσχαϊμ, στέλεχος του Norwegian Institute for Cultural Heritage, κατά τη διάρκεια ανασκαφής σε περιοχή της νοτιοανατολικής Νορβηγίας, όπου η ανθρώπινη παρουσία χρονολογείται τουλάχιστον από το 871 μ.Χ. Όπως περιγράφει η ίδια, η πρώτη στιγμή της ανακάλυψης ήταν σχεδόν σουρεαλιστική. Καθώς έσκαβε, είδε κάτι να λαμπυρίζει στο χώμα. «Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν χρυσός», λέει, «αλλά είχε αμέσως εκείνη τη χαρακτηριστική λάμψη που διατηρεί ο χρυσός ακόμη κι όταν έχει μείνει θαμμένος για εκατοντάδες χρόνια». Η Όσχαϊμ εργαζόταν μόνη της εκείνη την ημέρα στο σκάμμα, χωρίς τη δυνατότητα άμεσης επιβεβαίωσης από συναδέλφους. Αρχικά δίστασε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο πράγματι για αυθεντικό μεσαιωνικό κόσμημα. «Όσο περισσότερο το παρατηρούσα, τόσο πιο σίγουρη γινόμουν», εξηγεί. Η κομψότητα της κατασκευής, το βάρος και η ποιότητα του μετάλλου άφηναν ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας. Η ακριβής χρονολόγηση του δαχτυλιδιού δεν βασίζεται τόσο στη διακόσμησή του, όσο στο αρχαιολογικό στρώμα στο οποίο βρέθηκε. Σύμφωνα με ραδιοχρονολόγηση, το στρώμα ακριβώς από πάνω του χρονολογείται μεταξύ 1167 και 1269 μ.Χ. Αυτό σημαίνει ότι το κόσμημα πρέπει να είναι παλαιότερο από αυτή την περίοδο. Όπως σημειώνει η Όσχαϊμ, αν το ανώτερο στρώμα παρουσίαζε ίχνη διατάραξης, η χρονολόγηση θα ήταν πιο αβέβαιη. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, η στρωματογραφία ήταν καθαρή, ενισχύοντας την αξιοπιστία των συμπερασμάτων. Το ίδιο το δαχτυλίδι είναι μικρό σε μέγεθος, γεγονός που υποδηλώνει ότι φοριόταν από γυναίκα. Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, πρόκειται για κόσμημα υψηλής κοινωνικής τάξης. «Δαχτυλίδια αυτού του τύπου δεν είναι καθόλου συνηθισμένα», εξηγεί η Όσχαϊμ. «Είναι φυσικό να υποθέσουμε ότι ανήκε σε άτομο με οικονομική άνεση και κοινωνικό κύρος». Ο χρυσός, η φίνα κατεργασία και η πολύτιμη ή ημιπολύτιμη πέτρα στο κέντρο του συνθέτουν ένα αντικείμενο πολυτελείας για τα δεδομένα του Μεσαίωνα. Η σημασία της ανακάλυψης ξεπερνά την αισθητική αξία του ευρήματος. Μέχρι σήμερα, οι ερευνητές θεωρούσαν ότι οι εύπορες κοινωνικές τάξεις της πρώιμης μεσαιωνικής περιόδου δεν κατοικούσαν μόνιμα στην περιοχή της συγκεκριμένης ανασκαφής. Πίστευαν ότι εκεί ζούσαν κυρίως τεχνίτες, έμποροι και άλλοι κοινoί κάτοικοι της πόλης. Η παρουσία ενός τόσο πολύτιμου κοσμήματος ανατρέπει εν μέρει αυτή την εικόνα και υποδηλώνει ότι άτομα υψηλότερης κοινωνικής στάθμης είτε διέμεναν είτε κινούνταν συχνά στην περιοχή. Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δαχτυλίδι να χάθηκε από κάποιο άτομο της ανώτερης τάξης που απλώς «περνούσε» από το Tønsberg. Η πόλη, χάρη στη στρατηγική της θέση, αποτελούσε ήδη από τον 9ο αιώνα σημαντικό εμπορικό και διοικητικό κέντρο, γεγονός που την καθιστούσε κόμβο μετακινήσεων. Σε κάθε περίπτωση, το εύρημα προσφέρει πολύτιμες ενδείξεις για τη σύνθεση και τη δυναμική της τοπικής κοινωνίας κατά τον Μεσαίωνα. Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η προέλευση του δαχτυλιδιού. Οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο να πρόκειται για εισαγόμενο αντικείμενο, κάτι που θα μπορούσε να ρίξει φως στις εμπορικές και πολιτισμικές σχέσεις της Νορβηγίας με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το κεντρικό μπλε πετράδι βρίσκεται ακόμη υπό μελέτη: δεν έχει αποσαφηνιστεί αν πρόκειται για ζαφείρι ή για χρωματιστό γυαλί υψηλής ποιότητας, μια διάκριση κρίσιμη για την κατανόηση τόσο της αξίας όσο και της προέλευσής του. Η έρευνα συνεχίζεται, με τη χρήση σύγχρονων αναλυτικών μεθόδων που θα επιτρέψουν στους ειδικούς να κατανοήσουν καλύτερα τα υλικά, την τεχνική κατασκευής και το ταξίδι του δαχτυλιδιού μέσα στον χρόνο. Για την Όσχαϊμ, πάντως, η εμπειρία της ανακάλυψης παραμένει μοναδική. «Είναι σπάνιο να βρίσκεις κάτι τόσο όμορφο, τόσο καλοδιατηρημένο και τόσο φορτισμένο ιστορικά», λέει. Και πράγματι, σε μια πόλη που διεκδικεί τον τίτλο της αρχαιότερης της χώρας, ένα μικρό χρυσό δαχτυλίδι έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη, απρόσμενο κεφάλαιο στην ιστορία της. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr