Ο Φυτιρής ζητά πληροφορίες από πολίτες με σκοπό την πρόληψη, το Αρχηγείο όμως τις είχε-Από τον έλεγχο της νύχτας στον έλεγχο... της μέρας

17/1/2026 «φατρίες μεταξύ τους να ανταγωνίζονται και γι’ αυτό θα πρέπει να χτυπήσουμε, εμείς να μπούμε ως κράτος, σαν εκτελεστική εξουσία, με συνεργασία των πολιτών, ό,τι πληροφορίες έχουν, έστω και ανώνυμα, δεν χρειάζεται να ξέρουμε τα ονόματα των πολιτών, ανώνυμα για να μπορέσουμε να προλαβαίνουμε καταστάσεις, να παρεμβαίνουμε προληπτικά και όχι μετά το συμβάν». 18/1/2026 «Η παροχή πληροφοριών προς την Αστυνομία, ακόμη και ανώνυμα, αποτελεί κρίσιμο εργαλείο πρόληψης και έγκαιρης παρέμβασης και ενισχύει τη συλλογική προσπάθεια κράτους και κοινωνίας κατά του εγκλήματος» Οι πιο πάνω δηλώσεις, προέρχονται από τον υπουργό Δικαιοσύνης, Κώστα Φυτιρή, ο οποίος μετά το επεισόδιο έξω από την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, όπου ομάδες προσώπων συγκρούστηκαν με ξύλα και τσεκούρια, ενώ ρίχθηκαν και πυροβολισμοί, παραδέχθηκε αφενός ότι το έγκλημα έχει αποθρασυνθεί και αφετέρου ότι η κατάσταση έχει φτάσει σε σημείο που πρέπει να παταχθεί με κάθε τρόπο. Κάλεσε δε, με επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του, τη συνδρομή των πολιτών ώστε να δίδουν πληροφορίες στην Αστυνομία, προκειμένου να δρα προληπτικά, αφού φαίνεται σε διάφορες περιπτώσεις το Σώμα Ασφαλείας να τρέχει πίσω από τα γεγονότα, αν και κρίνοντας με βάση τα στατιστικά στοιχεία, υπάρχει μεγάλη αδυναμία στην εξιχνίαση σοβαρών υποθέσεων που άπτονται του οργανωμένου εγκλήματος. Από την άλλη θεωρείται λίγο οξύμωρο να καλούνται οι πολίτες να διαβιβάσουν πληροφορίες στην Αστυνομία σε σχέση με το οργανωμένο έγκλημα, η οποία θα έπρεπε ήδη να τις κατέχει, την ώρα που αποτελούν κοινό μυστικό οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν, λαμβάνοντας υπόψη και τα θέματα διαφθοράς, αφού υπήρχαν κραυγαλέες περιπτώσεις όπου απόρρητες πληροφορίες διέρρευσαν σε πρόσωπα του υποκόσμου.  Ωστόσο, την ώρα που ο υπουργός Δικαιοσύνης ζητά την συνεργασία των πολιτών, έστω και διαβιβάζοντας ανώνυμες πληροφορίες, η Αστυνομία κατέθετε στο Δικαστήριο την μαρτυρία που υπάρχει, ώστε να εγκριθεί το αίτημα της για έκδοση διατάγματος οκταήμερης προσωποκράτησης του 48χρονου, ο οποίος συνελήφθη για το επεισόδιο, ενώ εκδόθηκαν άλλα τρία εντάλματα σε βάρος προσώπων που αναγνωρίστηκαν από τους παραπονούμενους που κατήγγειλαν απειλές και απαιτήσεις για χρήματα για παροχή προστασίας.  Ανάμεσα στα όσα προηγήθηκαν της συμπλοκής και των πυροβολισμών, η Αστυνομία κατέθεσε ότι: «Στις 16/01/2026 λήφθηκε γραπτή πληροφορία από το Αρχηγείο Αστυνομίας στην οποία γινόταν αναφορά ότι ο ύποπτος, μαζί με δεκαπέντε άτομα περίπου στις 09/01/2026 μετέβηκαν σε συγκεκριμένο μουσικοχορευτικό κέντρο διασκέδασης στη Λάρνακα όπου εκεί ανέφερε στους ιδιώτες φύλακες ασφαλείας ότι αναλαμβάνουν την προστασία του υποστατικού και πως αν επιθυμούσαν να εργάζονται εκεί θα έπρεπε να ενταχθούν μαζί του, κάτι το οποίο οι ιδιώτες φύλακες δεν αποδέχθηκαν και αποχώρησαν και την ασφάλεια του νυχτερινού κέντρου ανέλαβαν οι ιδιώτες φύλακες του υπόπτου. Σύμφωνα με την ίδια πληροφορία στις 10/01/2026 η ίδια ομάδα μετέβηκε σε δεύτερο νυχτερινό κέντρο στη Λάρνακα και ενημέρωσε τους ιδιώτες φύλακες ασφαλείας, ότι αναλαμβάνουν την προστασία του υποστατικού και πως αν επιθυμούσαν να εργάζονται εκεί θα έπρεπε να ενταχθούν στην ομάδα του. Αυτοί αποδέχθηκαν την προσφορά του υπόπτου και παρέμειναν στην εργασία τους. Ο ύποπτος σύμφωνα με την πληροφορία αμείβεται από τους ιδιοκτήτες των νυχτερινών κέντρων με το ποσό των 80 ευρώ για τον κάθε ιδιώτη φύλακα (50 ευρώ η αμοιβή του φύλακα και 30 ευρώ η αμοιβή προστασίας)». Δεδομένου πως η Αστυνομία είχε γραπτή πληροφορία, που σήμερα επικαλείται, και η οποία κατονόμαζε συγκεκριμένα πρόσωπα, εύλογα προκύπτουν μια σειρά από ερωτημάτων, με το βασικότερο να είναι ένα: Σε ποιες ενέργειες προέβη το Αρχηγείο στην βάση αυτής της πληροφορίας, με σκοπό την πρόληψη; Είχε πραγματοποιήσει έρευνες σε οικίες; Σε μια υποθετική απάντηση πως θα έπρεπε να υπάρχει μαρτυρία για έκδοση ενταλμάτων έρευνας, θα πρέπει να σημειωθεί πως σε άλλες περιπτώσεις, στην βάση και μόνο μιας πληροφορίας, η Αστυνομία εξασφάλισε εντάλματα, ακόμη και για λιγότερο σοβαρά αδικήματα. Από την άλλη, εξετάστηκαν άμεσα κλειστά κυκλώματα ή προχώρησαν στην λήψη καταθέσεων;  Αν σε όλα τα ερωτήματα η απάντηση είναι αρνητική και απλώς η πληροφορία καταγράφηκε στα ημερολόγια ενεργείας της Αστυνομίας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που να εμπίπτει στην πρόληψη του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο δείχνει τα τελευταία χρόνια να έχει το πάνω χέρι, τότε ο υπουργός Δικαιοσύνης - σε πρώτο στάδιο - θα πρέπει να καλύψει τα κενά και τις αδυναμίες εκ των έσω. Σε διαφορετική περίπτωση, ακόμη και πληροφορίες να διαβιβάζονται στις Αρχές από τους πολίτες, εάν δεν ακολουθούν οι άμεσες και δέουσες ενέργειες, τότε το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Εξάλλου, αντίστοιχες πληροφορίες αλλά και ενδείξεις υπήρχαν και στην υπόθεση της δολοφονίας του Σταύρου Δημοσθένους, όπου μερικές μέρες προηγουμένως εντοπίστηκε κοντά στην οικία του κλεμμένο όχημα, με μπιτόνια, για το οποίο δεν διενεργήθηκαν οι απαραίτητες εξετάσεις, παρά το γεγονός πως υπήρχαν πληροφορίες πως το θύμα ενδέχεται να αποτελούσε στόχο, ενώ κατόπιν εορτής, εξετάστηκαν οι κάμερες, οι οποίες όπως διαφάνηκε, κατέγραψαν τις πρόβες των δολοφόνων.  Προστασία, μαγαζιά και απειλές  Όπως αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία που κατέθεσε η Αστυνομία στο Δικαστήριο, αφορμή για το επεισόδιο έξω από την ΑΔΕ, από το οποίο αποφεύχθηκαν τα χειρότερα και από τύχη δεν τραυματίστηκαν ανυποψίαστοι πολίτες, ήταν η προστασία που φαίνεται να ζητούσαν οι φερόμενοι δράστες από τους δύο παραπονούμενους που διατηρούν επιχείρηση με ενοικιαζόμενα οχήματα στη Λάρνακα. Σύμφωνα με τις καταθέσεις τους, τις οποίες επικαλέστηκε η Αστυνομία, ο ένας δέχθηκε πριν από περίπου δύο εβδομάδες τηλεφώνημα από απόκρυψη στο κινητό του, όπου άντρας με σπαστά ελληνικά, του ζήτησε αρχικά 6,000 ευρώ και στην συνέχεια 7,000 ευρώ με σκοπό να του παρέχει προστασία στο κατάστημα του. Αυτός αρνήθηκε, με το ποσό στη συνέχεια να πέφτει στα 1000 ευρώ, ενώ στη συνέχεια ακολούθησαν απειλές, με αναφορές «θα μάθεις ποιος είμαι εγώ». Μια ημέρα πριν το επεισόδιο, στις 16 Ιανουαρίου, γύρω στο μεσημέρι, ο παραπονούμενος - σύμφωνα πάντα με τα όσα κατέθεσε η Αστυνομία στο Δικαστήριο - ισχυρίστηκε πως δέχθηκε και πάλι τηλεφώνημα από απόκρυψη αριθμό, όπου κατάλαβε ότι επρόκειτο πάλι για το ίδιο πρόσωπο, ο οποίος τον ρωτούσε πότε θα πιάσει τα λεφτά, με τον ίδιο να απαντά ότι δεν χρωστά λεφτά σε οποιοδήποτε. Στην συνέχεια ο παραπονούμενος του είπε «ποιος νομίζεις ότι είσαι» και ο άντρας που του τηλεφώνησε τον απείλησε με την φράση «θα μάθεις ποιος είμαι». Ακολούθησαν τα γεγονότα της Κυριακής, τα οποία καταγράφηκαν σε βίντεο που είδε το φως της δημοσιότητας, με την Αστυνομία, στην βάση των καταθέσεων, να αναφέρει πως οι εμπλεκόμενοι είχαν μεταβεί στην επιχείρηση των παραπονουμένων με σκοπό να πάρουν τα χρήματα. Στο σημείο έφτασε αριθμός οχημάτων, από τα οποία αποβιβάστηκαν περίπου 20 άτομα, με την Αστυνομία μέχρι στιγμής να ταυτοποιεί τα τέσσερα πρόσωπα που κατονομάστηκαν και σε βάρος τους εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης.  Ωστόσο, οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται, αφού αναζητούνται και άλλα πρόσωπα, πέραν των πιο πάνω, και προς τον σκοπό αυτό, εξετάζονται κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης, τα οποία ενδεχομένως να ρίξουν φως.  Επίσης, αναζητούνται τόσο τα οχήματα που έφτασαν στο μέρος, όσο και το πιστόλι από το οποίο ρίχθηκαν οι πυροβολισμοί, ενώ θα ληφθούν καταθέσεις και από αυτόπτες μάρτυρες.  H εγκληματικότητα που έγινε ρουτίνα Βλέποντας την μεγάλη εικόνα, οι εικόνες της άγριας συμπλοκής με τσεκούρια και ξύλα, καθώς και των πυροβολισμών, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, όπου η εγκληματικότητα δείχνει να αποκτά χαρακτηριστικά καθημερινότητας και οι πολίτες βιώνουν ολοένα και πιο έντονα το αίσθημα ανασφάλειας.  Το συγκεκριμένο επεισόδιο, που εκτυλίχθηκε σε δημόσιο χώρο και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής από την Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας, δεν προσβάλλει μόνο την έννοια της δημόσιας ασφάλειας, προσβάλλει και την ίδια την Αστυνομία, που έχει την ευθύνη της δημόσιας ασφάλειας, αφού η βία εκδηλώνεται χωρίς κανέναν εμφανή φόβο άμεσης παρέμβασης. Αντιθέτως, οι εμπλεκόμενοι φαίνεται να ενεργούν με «άνεση», τόσο κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, με την Αστυνομία βέβαια να αναφέρει για τα πρόσωπα που κρατούσαν τσεκούρια και ξύλα πως «χρησιμοποιήθηκε η ανάλογη βία», όσο και κατά την διάρκεια των πυροβολισμών, οι οποίοι ρίχθηκαν μπροστά σε πολίτες.  Την ίδια ώρα, το περιστατικό αυτό δεν είναι άσχετο από όσα καταγράφονται σχεδόν σε καθημερινή βάση σε ολόκληρη την Κύπρο, με την επανάληψη εγκληματικών ενεργειών, πέραν του ότι δημιουργούν μια επικίνδυνη εξίσωση για την ασφάλεια, να δείχνουν πως η κατάσταση έχει μετατραπεί σε ρουτίνα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ξεκάθαρη ένδειξη ότι η δημόσια τάξη βρίσκεται σε αχαρτογράφητα νερά, χωρίς όμως το καθ΄ ύλη αρμόδιο Σώμα, να μπορεί να κερδίσει τον «πόλεμο» και κατ΄ επέκταση την εμπιστοσύνη των πολιτών.  Το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η συχνότητα των εγκλημάτων, αλλά και η κλιμάκωση τους, όπως επίσης και το γεγονός πως πλέον η εγκληματικότητα δεν περιορίζεται στο σκοτάδι ή σε απομονωμένες περιοχές, αντιθέτως εκδηλώνεται μπροστά σε πολίτες, σε δημόσιους δρόμους με κίνηση και υπό το φως του ήλιου.  Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Πολιτεία έχει τον έλεγχο της κατάστασης, με την απάντηση - κρίνοντας από το αποτέλεσμα - να είναι αρνητική. Η πρόληψη φαίνεται ανεπαρκής, η εξιχνίαση - εάν υπάρξει - πολλών σοβαρών υποθέσεων καθυστερεί και οι δράστες συχνά φαίνεται να λειτουργούν με τη βεβαιότητα ότι δεν θα εντοπιστούν ή ότι οι συνέπειες θα είναι περιορισμένες.  Είναι για αυτούς τους λόγους που οι πολίτες νιώθουν ανασφάλεια, αφού πλέον στάλθηκε το μήνυμα πως δεν μιλάμε για εξαίρεση αλλά για τον κανόνα, με την Πολιτεία να καλείται να λάβει μέτρα, τα οποία έπρεπε να ληφθούν προ πολλού, εντούτοις η κατάσταση αφέθηκε να φτάσει σε αυτό το σημείο, που άγνωστο πλέον εάν μπορεί να ελεγχθεί και σε ποιο βαθμό.  ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Αποκαλύψεις για τα όσα προηγήθηκαν της συμπλοκής-€7000 για προστασία και απειλές, ήταν ενήμερο το Αρχηγείο για «έφοδο» σε μαγαζιά