Επί σειρά μηνών οι Ευρωπαίοι ηγέτες είχαν επιλέξει την πολιτική του κατευνασμού ως στρατηγική επιλογή απέναντι στη μη φιλική συμπεριφορά του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ . Αποδέχθηκαν τον περασμένο Ιούλιο μονομερή επιβολή δασμών 15% πάνω στα ευρωπαϊκά προϊόντα για να εξευμενίσουν τον Ντόναλντ Τραμπ, και δεσμεύθηκαν να αγοράσουν αμερικανικό φυσικό αέριο ύψους 750 δις δολαρίων και από πάνω να επενδύσουν και 600 δις στην αμερικανική οικονομία. Ο Αμερικανός Πρόεδρος είχε ξεχάσει να πει στους Ευρωπαίους το καλοκαίρι ότι δεν του έφτανε η μονομερής εμπορική συμφωνία, αλλά πως ήθελε και ένα κομμάτι της ευρωπαϊκής επικράτειας. Επειδή “κινδυνεύει η εθνική ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Ρωσία και την Κίνα”. Και όταν οι ηγέτες της Δανίας και της Γροιλανδίας του απάντησαν ότι η διμερής αμυντική συμφωνία του 1951 επιτρέπει στις ΗΠΑ να αναπτύξουν στρατιωτικές δυνάμεις και βάσεις στο νησί, η απάντηση που έλαβαν από την Ουάσιγκτον ήταν ότι μόνο η πλήρης προσάρτηση της Γροιλανδίας είναι αποδεκτή. Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών της Γροιλανδίας δεν επιθυμούν να γίνουν Αμερικανοί πολίτες, όσα χρήματα και αν προσφέρει η Ουάσινγκτον. Και είναι έτοιμη η κυβέρνηση των ΗΠΑ να προσφέρει πολλά χρήματα, διότι ο πραγματικός στόχος της προσάρτησης/αρπαγής είναι η εκμετάλλευση των σπάνιων γαιών που βρίσκονται σε αφθονία στο υπέδαφος του τεράστιου αυτού νησιού της Αρκτικής. Διότι κανείς νοήμων παρατηρητής δεν μπορεί να πεισθεί ότι η Ρωσία θα επιχειρήσει την κατάληψη της Γροιλανδίας, διασχίζοντας τον Ατλαντικό και τον Αρκτικό Ωκεανό. Πόσο μάλλον η Κίνα που βρίσκεται πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Την περασμένη εβδομάδα επτά ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν να στείλουν ένα μικρό αριθμό στρατιωτών και αξιωματικών στη Γροιλανδία κατόπιν συνεννόησης με την κυβέρνηση της Δανίας, ως μια συμβολική κίνηση συμπαράστασης στην άμυνα του νησιού. Η απάντηση ήρθε με μια από τις γνωστού ύφους αναρτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ανήγγειλε δασμούς ύψους αρχικά 1ο% στις Δανία, Νορβηγία, Σουηδία, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ολλανδία και Φινλανδία από 1ης Φεβρουαρίου, και στη συνέχεια 25% την 1η Ιουνίου, εάν δεν υπάρξει συμφωνία για την “πλήρη και ολοσχερή απόκτηση της Γροιλανδίας”. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι η Γροιλανδία είναι απαραίτητη στις ΗΠΑ για την εγκατάσταση του αντιπυραυλικού “Χρυσού Θόλου”, χωρίς να είναι σαφές γιατί η εγκατάσταση ενός τέτοιου συστήματος δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της ισχύουσας αμυντικής συμφωνίας του 1951. Όποιες πάντως και αν είναι οι προφάσεις που προβάλλει ο Ντόναλντ Τραμπ, η πραγματικότητα είναι ότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αποφασίσει να οδηγήσει τις σχέσεις με την Ευρώπη σε σύγκρουση, θεωρώντας ότι τα ευρωπαϊκά κράτη είναι αδύναμα και πως με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα υποκύψουν στον εκβιασμό και θα παραχωρήσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα μέρος της επικράτειας κράτους-μέλους της Ευρώπης, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης και των πολιτών αυτής της χώρας. Πρόκειται για μια συμπεριφορά που τουλάχιστον στη Δύση είχαμε να δούμε για πάνω από 100 χρόνια και που καταπατά κάθε έννοια εθνικής ακεραιότητας και διεθνούς δικαίου και κατατείνει στην έννοια του δικαίου της αρπαγής. Αυτό που είναι ακατανόητο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Αμερικανός Πρόεδρος επιδιώκει να επιτύχει τους σκοπούς του. Εάν ο σκοπός είναι πραγματικά η ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ στην περιοχή της Αρκτικής και του Βόρειου Ατλαντικού, δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση οι κυβερνήσεις Δανίας και Γροιλανδίας να αρνηθούν στην Ουάσινγκτον οποιαδήποτε επέκταση ή τροποποίηση της αμυντικής συμφωνίας του 1951 που θα καλύπτει τις αμυντικές ανάγκες των ΗΠΑ. Ακόμη όμως και αν ο σκοπός του Ντόναλντ Τραμπ είναι η εκμετάλλευση των σπάνιων γαιών της Γροιλανδίας, και πάλι η αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε να επιτύχει μια λίαν συμφέρουσα, έως και λεόντειο συμφωνία εκμετάλλευσης με τη Δανία και τη Γροιλανδία. Αντί λοιπόν ο Τραμπ να επιτύχει τους σκοπούς του με έξυπνο τρόπο, εν τούτοις επιλέγει τον δρόμο της ανοικτής σύγκρουσης με το σύνολο σχεδόν της Ευρώπης. Διότι δεν πρόκειται μόνο για μια υπόθεση που αγγίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας η Δανία είναι μέλος, αλλά το μέρος της Κοπεγχάγης έχουν πάρει ήδη η Βρετανία, η Νορβηγία και η Ισλανδία. Ακόμη δε, εάν συμβεί το αδιανόητο και οι ΗΠΑ καταλάβουν στρατιωτικά τη Γροιλανδία, τα αποτελέσματα αυτής της έκνομης πράξης δεν πρόκειται να έχουν κανένα νομικό έρεισμα και δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτά από τη συντριπτική πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας. Όσον αφορά την απάντηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλά θα κριθούν από τις κρίσιμες συζητήσεις που θα διεξαχθούν στο Νταβός την Τετάρτη και ίσως και την Πέμπτη ανάμεσα στον Τραμπ και τους Ευρωπαίους ηγέτες. Επειδή είναι πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε εν μέσω της σοβαρότερης κρίσης που αντιμετώπισε η Δύση μετά τον Β’ ΠΠ, το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων για τη Γροιλανδία θα καθορίσει σε τεράστιο βαθμό όχι μόνο τις ευρωατλαντικές σχέσεις και την αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ευρώπη, αλλά και το πως οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αντιλαμβάνονται την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Εάν περάσει ο ωμός εκβιασμός του Τραμπ, τότε η Ευρώπη συνολικά θα έχει χάσει το μεγαλύτερο στοίχημα του τελευταίου αιώνα και θα έχει υπονομεύσει την ίδια της την ύπαρξη. Και μπορεί μεν οι ΗΠΑ να είναι μια υπερδύναμη, αλλά και η Ευρώπη δεν είναι αδύναμη. Εφόσον η στρατιωτική αντιπαράθεση αποκλείεται για λόγους απλής λογικής, είναι βέβαιο ότι η ενδεχόμενη σύγκρουση θα διεξαχθεί στον χώρο της οικονομίας και της διεθνούς πολιτικής. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να δείξουν με σαφήνεια στον Αμερικανό πρόεδρο ότι έχουν την αποφασιστικότητα να λάβουν επώδυνες αποφάσεις που θα πλήξουν και την ίδια την Ευρώπη, αλλά κυρίως θα πλήξουν τα πολιτικά και οι οικονομικά συμφέροντα του ίδιου του Αμερικανού πρόεδρου. Διότι είναι σαφές ότι μόνο αυτά τα συμφέροντα ενδιαφέρουν τον Ντόναλντ Τραμπ, και όχι τα συμφέροντα της χώρας της οποίας ηγείται. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr