Η σάμπα θεωρείται σήμερα το πιο αναγνωρίσιμο μουσικό είδος της Βραζιλίας, συνώνυμο του καρναβαλιού, της χαράς και της εξωστρέφειας. Η πραγματική της ιστορία, όμως, είναι πολύ πιο σύνθετη: γεννήθηκε μέσα από την καταπίεση, πολεμήθηκε από τις αρχές, χρησιμοποιήθηκε ως μορφή πολιτικής αντίστασης και τελικά αναδείχθηκε σε εθνικό σύμβολο. Οι ρίζες της βρίσκονται στις αφρικανικές μουσικές παραδόσεις που έφεραν στη Βραζιλία οι σκλαβωμένοι λαοί από την περιοχή του Κονγκό και της Αγκόλας. Οι κυκλικοί χοροί, τα κρουστά και οι τελετουργικές πρακτικές τους εξελίχθηκαν σε πρώιμες μορφές σάμπα, όπως ο samba de roda, που επιβιώνει μέχρι σήμερα στην πολιτεία Μπαΐα της Βραζιλίας. Όταν η σάμπα ήταν παράνομη Στις αρχές του 20ού αιώνα, η σάμπα δεν ήταν το εθνικό καμάρι της Βραζιλίας, αλλά «ύποπτη» μουσική. Οι αρχές του Ρίο ντε Τζανέιρο τη συνέδεαν με τις μαύρες κοινότητες, τη φτώχεια και τις θρησκευτικές πρακτικές της Candomblé (μια αφρο-βραζιλιάνικη θρησκεία που αναπτύχθηκε στη Βραζιλία κατά τον 19ο αιώνα). Η αστυνομία έκανε συχνά εφόδους σε σπίτια όπου παίζονταν οι πρώτοι ρυθμοί, κατάσχοντας όργανα και συλλαμβάνοντας μουσικούς. Η σάμπα θεωρούνταν ύποπτη και διωκόταν έντονα από την αστυνομία. Και αυτό την έκανε ακόμη πιο σημαντική για όσους τη δημιουργούσαν. Η γυναίκα που «έσωσε» τη σάμπα Κεντρική φιγούρα στη διάσωση και διάδοση της σάμπα ήταν η Tia Ciata, μια μαύρη παραδοσιακή θεραπεύτρια και ιέρεια της Candomblé. Το σπίτι της στο Ρίο έγινε καταφύγιο για μουσικούς, χώρος όπου μπορούσαν να παίζουν χωρίς φόβο. Εκεί γράφτηκε το πρώτο τραγούδι που αναγνωρίστηκε επίσημα ως σάμπα: το «Pelo Telefone» (1917). Χωρίς την Tia Ciata, η σάμπα ίσως να μην είχε επιβιώσει. Η σάμπα ως πολιτική αντίσταση Για τις μαύρες κοινότητες, η σάμπα δεν ήταν απλώς μουσική. Ήταν τρόπος διατήρησης της αφρικανικής ταυτότητας, μορφή συλλογικότητας, αντίσταση απέναντι στην καταστολή, και διεκδίκηση χώρου σε μια κοινωνία που τις περιθωριοποιούσε. Κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας (1964–1985), πολλά τραγούδια σάμπα έκρυβαν πολιτικά μηνύματα, μεταμφιεσμένα σε αλληγορίες για να περάσουν τη λογοκρισία. Από τις φαβέλες στη βιομηχανία των δισεκατομμυρίων Στη δεκαετία του 1920 δημιουργήθηκαν οι πρώτες σχολές σάμπα (escolas de samba), κοινότητες που συνδύαζαν μουσική, χορό, κοστούμια και παρέλαση. Αυτές οι σχολές έγιναν η καρδιά του καρναβαλιού του Ρίο, το οποίο σήμερα αποτελεί μια βιομηχανία δισεκατομμυρίων σε τουρισμό, τηλεοπτικά δικαιώματα και χορηγίες. Πίσω από τη λάμψη, όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά: πολλές σχολές έχουν ιστορίες φτώχειας, κοινωνικών αγώνων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, εμπλοκής με το οργανωμένο έγκλημα. Η σάμπα παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με τις φαβέλες, όπου γεννήθηκε και εξελίχθηκε. Η αισθητική της σάμπα: από την παράδοση στην pop culture Η σάμπα δεν επηρέασε μόνο τη μουσική, αλλά και τη μόδα, τα χρώματα, την αισθητική του καρναβαλιού και την παγκόσμια pop culture. Τα κοστούμια των σχολών σάμπα, οι παρελάσεις, τα φτερά, τα χρώματα και οι χορογραφίες έχουν γίνει διεθνή σύμβολα. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, η σάμπα επηρέασε και νέα είδη, όπως τη bossa nova, το pagode, καθώς και τη σύγχρονη pop και ηλεκτρονική μουσική. Η σάμπα ως ταυτότητα της Βραζιλίας Σήμερα, η σάμπα θεωρείται εθνικό σύμβολο. Είναι η μουσική που συνοδεύει τις εθνικές γιορτές, τις ποδοσφαιρικές νίκες, τις κοινωνικές διαμαρτυρίες και τις προσωπικές στιγμές των Βραζιλιάνων. Από παράνομη μουσική των περιθωριοποιημένων, έγινε η ψυχή της χώρας, ενώ διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, επηρεάζοντας καλλιτέχνες, χορευτές, σχεδιαστές και κινηματογραφιστές. Η βραζιλιάνικη κουλτούρα έγινε διεθνές trend, ενώ η σάμπα παραμένει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μουσικά «σήματα» στον πλανήτη. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr