Από την ευγένεια στην επιθετικότητα: Η νέα γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης - Τραμπ, Φαράτζ, Μελόνι

Σημείο καμπής θεωρείται συχνά η προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2015, όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του με λόγο που έσπασε καθιερωμένα ταμπού. Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική αντιπαράθεση στη Δύση μοιάζει να έχει μετατοπιστεί σε ένα νέο πεδίο, όπου η πρόκληση και η συνειδητή παραβίαση των ορίων λειτουργούν ως στρατηγική επικοινωνίας. Αν παλαιότερα γινόταν λόγος για την επίδειξη ηθικής ευαισθησίας – τη δημόσια υιοθέτηση προοδευτικών θέσεων για λόγους εντυπωσιασμού – σήμερα όλο και περισσότεροι αναλυτές παρατηρούν το αντίθετο φαινόμενο: τη δημόσια επίδειξη σκληρότητας, προσβολής και μίσους ως μέσο πολιτικής ανάδειξης. Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά απλώς το ύφος των δηλώσεων, αλλά επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η δημόσια συζήτηση. Το σημείο καμπής Σημείο καμπής θεωρείται συχνά η προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2015, όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του με λόγο που έσπασε καθιερωμένα ταμπού, συνδέοντας μετανάστες από το Μεξικό με εγκληματικότητα και βιασμούς. Η ρητορική αυτή λειτούργησε ως μήνυμα προς τους ψηφοφόρους ότι ο ομιλητής είναι πρόθυμος να πει «αυτά που οι άλλοι δεν τολμούν». Από τότε, η συνεχής χρήση προκλητικών εκφράσεων και εικόνων – όπως βίντεο με ρατσιστικές αναφορές σε πολιτικούς αντιπάλους – δημιούργησε μια κλιμακούμενη δυναμική, όπου κάθε νέο περιστατικό ανοίγει τον δρόμο για ακόμη πιο ακραίες τοποθετήσεις. Η πρόκληση λειτουργεί ως μέσο εισόδου στο προσκήνιο Σύμφωνα με την αμερικανίδα γλωσσολόγο Ρουθ Βόντακ, η στρατηγική αυτή βασίζεται στη συστηματική παραβίαση των κοινωνικών ορίων ώστε να προσελκύεται άμεση δημοσιότητα και να μετατοπίζεται το κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Για πολιτικούς που εμφανίζονται ως «αντισυστημικοί», η πρόκληση λειτουργεί ως μέσο εισόδου στο προσκήνιο, παρακάμπτοντας παραδοσιακά φίλτρα. Ακόμη όμως και μετά την κατάκτηση της εξουσίας, η λογική της πρόκλησης δεν εγκαταλείπεται, όπως έδειξε στο παρελθόν ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι με τα υπαινικτικώς ρατσιστικά σχόλιά του για τον Μπαράκ Ομπάμα ή το παρόν με τον ωμό πολιτικό λόγο της Τζόρτζια Μελόνι. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η άνοδος μιας ρητορικής που απευθύνεται σεξιστικά και απαξιωτικά προς τις γυναίκες. Δηλώσεις που κάποτε θα θεωρούνταν πολιτικά αυτοκτονικές πλέον φαίνεται να λειτουργούν ως εφαλτήριο για ακόμη πιο ακραίες παρεμβάσεις. Από τις άκομψες αναφορές του Τραμπ σε γυναίκες έως την περιγραφή των Δημοκρατικών ως «άτεκνων γυναικών με γάτες» από τον Τζέι Ντι Βανς, δημιουργείται μια αλυσίδα δηλώσεων που μετατοπίζει σταδιακά τα όρια του αποδεκτού λόγου. Αναλυτές υποστηρίζουν ότι κάθε τέτοια παρέμβαση δεν στοχεύει μόνο στους ψηφοφόρους, αλλά κυρίως στο να ανοίξει τον δρόμο για τον επόμενο, πιο ακραίο ομιλητή. Η συνεχής αναπαραγωγή επιθετικών δηλώσεων έχει και βαθύτερες κοινωνικές συνέπειες. Όπως επισημαίνει στον ιστότοπο Vox ο πολιτικός επιστήμονας Τιμ Μπέιλ, η πολιτική δεν αντανακλά απλώς τις απόψεις των πολιτών· τις διαμορφώνει. Όταν οι ψηφοφόροι εκτίθενται διαρκώς σε επιθετική ρητορική, σταδιακά εξοικειώνονται με αυτήν. Έτσι, μια συνέντευξη Τύπου χωρίς απειλές ή προσβολές μπορεί να προκαλεί ανακούφιση, σαν να έχει υποχωρήσει προσωρινά μια ένταση που έχει γίνει κανονικότητα. Το φαινόμενο δεν είναι εντελώς νέο Παρότι το φαινόμενο δεν είναι εντελώς νέο – ήδη από τη δεκαετία του 1980 ο αυστριακός πολιτικός Γεργκ Χάιντερ χρησιμοποιούσε παρόμοιες τεχνικές – η σημερινή συγκυρία διαφέρει ως προς την ένταση και την απουσία πολιτικού κόστους. Στο παρελθόν, δηλώσεις που παραβίαζαν τα όρια μπορούσαν να οδηγήσουν σε πολιτική απομόνωση, όπως συνέβη με τον Βρετανό βουλευτή Ίνοκ Πάουελ μετά τον λόγο του για τα μεταναστευτικά ζητήματα το 1968. Σήμερα, όμως, η δημόσια αποδοκιμασία δεν φαίνεται να εμποδίζει την άνοδο όσων χρησιμοποιούν τέτοιες μεθόδους. Η ευθύνη δεν αποδίδεται μόνο στους πολιτικούς, αλλά και στα μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα που επιτρέπουν την κανονικοποίηση αυτής της ρητορικής. Στη Βρετανία, για παράδειγμα, πρόσωπα όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ κατηγορήθηκαν ότι αναπαράγουν αντισημιτικά στερεότυπα, χωρίς όμως να χάσουν την πρόσβασή τους στα μεγάλα μέσα. Παράλληλα, ορισμένα τηλεοπτικά δίκτυα δημιουργήθηκαν με στόχο να δίνουν βήμα σε απόψεις που παλαιότερα θεωρούνταν ακραίες, συμβάλλοντας στη μετατόπιση του δημόσιου διαλόγου. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με τη γλώσσα του μίσους. Η Βόντακ χρησιμοποιεί έναν γερμανικό όρο που μεταφράζεται στα ελληνικά ως «κόπωση από την αγανάκτηση» για να περιγράψει την κατάσταση κατά την οποία οι πολίτες παύουν να αντιδρούν έντονα, καθώς οι προκλήσεις γίνονται καθημερινές. Όπως στη θεωρία των «σπασμένων παραθύρων», όταν η δημόσια σφαίρα γεμίζει προσβλητικές εκφράσεις, η συνολική ποιότητα της συζήτησης υποβαθμίζεται. Παράλληλα, η στρατηγική αυτή λειτουργεί και ως πολιτικό όπλο απέναντι στους επικριτές. Οι αντιδράσεις παρουσιάζονται ως απόδειξη ότι οι αντίπαλοι ανήκουν σε μια ελίτ που προσπαθεί να φιμώσει τον «αυθεντικό» πολιτικό. Έτσι, ακόμη και οι κατηγορίες για ψεύδη ή ρατσισμό ενισχύουν την εικόνα του αντισυστημικού ηγέτη, ο οποίος εμφανίζεται πιο ειλικρινής από τους αντιπάλους του. Σήμερα, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η συσσώρευση τέτοιων δηλώσεων μετακινεί το «κέντρο βάρους» της πολιτικής συζήτησης προς πιο ακραίες θέσεις. Από τη σκληρότερη μεταναστευτική ρητορική έως ιδέες για μαζική επιτήρηση με τεχνητή νοημοσύνη, προτάσεις που κάποτε θα θεωρούνταν αδιανόητες συζητούνται πλέον σοβαρά. Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί οι ψηφοφόροι ανταποκρίνονται σε τέτοιες φωνές, αλλά και γιατί οι παραδοσιακοί θεσμοί δεν κατάφεραν να θέσουν όρια. Για ορισμένους, κάθε νέα πρόκληση μοιάζει να στέλνει το ίδιο μήνυμα: οι παλιοί κανόνες έχουν πάψει να ισχύουν, και όσοι αρνούνται να το αποδεχθούν κινδυνεύουν να μείνουν πίσω από τις εξελίξεις. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr