Σύμφωνα με έρευνα του Michigan State University, η συχνότητα με την οποία κάποιος καταφεύγει σε σεξουαλικές φαντασιώσεις φαίνεται να συνδέεται στενά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Μια νέα μελέτη από τις Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρει στο προσκήνιο ένα παλιό αλλά αμφιλεγόμενο ερώτημα: τι λένε οι σεξουαλικές μας φαντασιώσεις για τον χαρακτήρα μας; Σύμφωνα με έρευνα του Michigan State University, η συχνότητα με την οποία κάποιος καταφεύγει σε σεξουαλικές φαντασιώσεις φαίνεται να συνδέεται στενά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, και ιδιαίτερα με τον νευρωτισμό – ένα γνώρισμα που έχει συσχετιστεί εδώ και χρόνια με αυξημένους κινδύνους τόσο για την ψυχική όσο και για τη σωματική υγεία. Χρησιμοποιήθηκε το ψυχολογικό μοντέλο των Big Five Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από περισσότερους από 5.000 ενήλικες στις ΗΠΑ, οι οποίοι κλήθηκαν να απαντήσουν σε ερωτηματολόγια σχετικά με τη συχνότητα και το περιεχόμενο των σεξουαλικών τους φαντασιώσεων, καθώς και για βασικά στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Για την αποτύπωση αυτών των χαρακτηριστικών χρησιμοποιήθηκε το ευρέως καθιερωμένο ψυχολογικό μοντέλο των Big Five, το οποίο αξιολογεί πέντε βασικούς άξονες: δεκτικότητα στην εμπειρία (open-mindedness), ευσυνειδησία (conscientiousness), εξωστρέφεια (extraversion), δεκτικότητα/καλοσύνη (agreeableness) και νευρωτισμό (neuroticism). Το πιο σαφές εύρημα της μελέτης ήταν ότι τα άτομα με υψηλότερα επίπεδα νευρωτισμού δήλωναν ότι φαντασιώνονται το σεξ πιο συχνά σε σύγκριση με όσους έχουν χαμηλότερες επιδόσεις σε αυτόν τον δείκτη. Ο νευρωτισμός, όπως τον ορίζουν οι ψυχολόγοι, συνδέεται με έντονη εσωστρέφεια σκέψης, αυτοσυνειδησία και αυξημένη τάση να βιώνει κανείς αρνητικά συναισθήματα όπως άγχος, θυμό, ευερεθιστότητα, στρες και λύπη. Δεν είναι τυχαίο ότι προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τον υψηλό νευρωτισμό με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης, αγχωδών διαταραχών, διατροφικών διαταραχών, προβλημάτων με ουσίες, αλλά και σωματικών παθήσεων όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, φλεγμονές, διαταραχές του ανοσοποιητικού και σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Στο σεξουαλικό πεδίο, ο νευρωτισμός έχει επίσης συσχετιστεί με χαμηλότερη ικανοποίηση, περισσότερα αρνητικά συναισθήματα και αυξημένη πιθανότητα σεξουαλικής δυσλειτουργίας. Στη συγκεκριμένη μελέτη, οι συμμετέχοντες με υψηλό νευρωτισμό δήλωναν ιδιαίτερα συχνή προσφυγή σε σεξουαλικές φαντασιώσεις όταν συνυπήρχαν έντονες καταθλιπτικές τάσεις και αρνητική συναισθηματικότητα. Οι συγγραφείς της έρευνας σημειώνουν ότι «οι ατομικές διαφορές στην προσωπικότητα ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την πρόβλεψη διαφορών στη συχνότητα των σεξουαλικών φαντασιώσεων», υπονοώντας ότι αυτές δεν είναι απλώς θέμα φαντασίας ή libido, αλλά και ψυχολογικής δομής. Ο Δρ James Ravenhill, ψυχολόγος στο Royal Holloway, University of London, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, εξηγεί ότι για άτομα με υψηλό νευρωτισμό οι σεξουαλικές φαντασιώσεις μπορεί να λειτουργούν ως μηχανισμός αντιστάθμισης. «Οι άνθρωποι με υψηλό νευρωτισμό βιώνουν συχνά συναισθηματική αστάθεια και δυσκολεύονται περισσότερο να διαχειριστούν το στρες», ανέφερε στο BBC Science Focus. «Η σεξουαλική φαντασίωση μπορεί να προσφέρει μια διέξοδο από τα αρνητικά συναισθήματα της καθημερινότητας, επιτρέποντάς τους να βιώσουν θετικότερες και πιο ικανοποιητικές μορφές σεξουαλικής σχέσης, έστω και μόνο στο επίπεδο της φαντασίας». Στον αντίποδα, η έρευνα διαπίστωσε ότι άτομα με υψηλότερα επίπεδα ευσυνειδησίας και δεκτικότητας (agreeableness) τείνουν να φαντασιώνονται το σεξ λιγότερο συχνά. Η ευσυνειδησία, στο πλαίσιο της ψυχολογικής αξιολόγησης, συνδέεται με υπευθυνότητα, οργάνωση, επιμέλεια και ισχυρό αίσθημα καθήκοντος, ενώ η δεκτικότητα σχετίζεται με καλοσύνη, συνεργατικότητα και προθυμία για αρμονικές σχέσεις. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτή η συσχέτιση οφείλεται κυρίως στον σεβασμό και την αίσθηση ευθύνης που χαρακτηρίζει αυτά τα άτομα. Όπως σημειώνει ο Ravenhill, «οι άνθρωποι με υψηλή δεκτικότητα συχνά βιώνουν πιο θετική διάθεση στην καθημερινότητά τους και μεγαλύτερη ικανοποίηση στις σχέσεις τους, άρα έχουν μικρότερη “ανάγκη” να αναζητούν θετικά στοιχεία της σεξουαλικής εμπειρίας αποκλειστικά στη φαντασία». Αντίστοιχα, όσοι έχουν υψηλή ευσυνειδησία ενδέχεται να φαντασιώνονται λιγότερο επειδή νιώθουν ισχυρότερη δέσμευση προς τον σύντροφό τους και είναι πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε οτιδήποτε θα μπορούσε να εκληφθεί ως μορφή απιστίας – ακόμη και σε φαντασιακό επίπεδο. Ένα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης είναι ότι η δεκτικότητα στην εμπειρία (open-mindedness), παρότι έχει συχνά συνδεθεί με πιο φιλελεύθερες σεξουαλικές στάσεις και διάθεση για πειραματισμό, δεν εμφάνισε σαφή σχέση με τη συχνότητα των σεξουαλικών φαντασιώσεων. Αυτό υποδηλώνει ότι άλλο πράγμα η ανοιχτότητα σε νέες εμπειρίες και άλλο η ανάγκη για φαντασιακή αναπλήρωση ή συναισθηματική εκτόνωση. Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν επίσης για το είδος των φαντασιώσεων που προτιμούν. Οι επιστήμονες τις κατηγοριοποίησαν σε τέσσερις βασικές θεματικές: εξερευνητικές (όπως η συμμετοχή σε ομαδικό σεξ), οικείες ή ρομαντικές (π.χ. σεξ σε ένα ειδυλλιακό, υπαίθριο περιβάλλον), απρόσωπες (όπως η παρακολούθηση άλλων να κάνουν σεξ) και σαδομαζοχιστικές (για παράδειγμα, η εμπειρία εξαναγκασμού). Αν και η συγκεκριμένη ανάλυση επικεντρώθηκε κυρίως στη συχνότητα και όχι στο περιεχόμενο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το είδος της φαντασίωσης μπορεί να προσφέρει επιπλέον πληροφορίες για τις ανάγκες και τις ψυχολογικές διεργασίες του ατόμου. Παρά τα σαφή στατιστικά μοτίβα, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι τα ευρήματα δεν πρέπει να διαβάζονται με απλουστευτικό ή παθολογικοποιητικό τρόπο. Οι σεξουαλικές φαντασιώσεις είναι ένα καθολικό ανθρώπινο φαινόμενο και, από μόνες τους, δεν αποτελούν ένδειξη προβλήματος. Η αξία της μελέτης έγκειται στο ότι φωτίζει πώς αυτές οι φαντασιώσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ψυχολογικό πλαίσιο, βοηθώντας την επιστημονική κοινότητα να κατανοήσει καλύτερα τη σχέση ανάμεσα στην προσωπικότητα, τη συναισθηματική υγεία και τη σεξουαλική εμπειρία. Με άλλα λόγια, το «τι φαντασιωνόμαστε» και το «πόσο συχνά» μπορεί να μην λέει τα πάντα για εμάς, αλλά λέει σίγουρα κάτι. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr