4 χρόνια από την εισβολή στην Ουκρανία, έφηβη περιγράφει στο iefimerida λεπτό προς λεπτό πώς βίωσε τη φρίκη του πολέμου

Τέσσερα χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία , μια κοπέλα που έζησε την πολιορκία της Μαριούπολης αφηγείται στο iefimerida.gr τα όσα σημάδεψαν για πάντα τη ζωή της. Αυτή η ιστορία δεν αφορά τη «μεγάλη σκακιέρα» ή την πολιτική. Παρά μόνον, σκόρπιες σελίδες από το άτυπο ημερολόγιο ενός κοριτσιού που μεγάλωσε απότομα μέσα σε υπόγεια, προσπαθώντας να σωθεί από βομβαρδισμούς, δίπλα σε νεκρούς ανθρώπους και γκρεμισμένα όνειρα. Ηταν 14 ετών όταν ξεκίνησε η εισβολή -Ετρεχαν να φύγουν, να σωθούν από τις σφαίρες Η Βλαντισλάβα ήταν 14 ετών όταν ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή και η πόλη της μετατράπηκε σε πεδίο μάχης και σε τεράστιο νεκροταφείο. Κανείς από τους κατοίκους της Μαριούπολης δεν ήταν έτοιμος για αυτό που είδε και έζησε. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι χάθηκαν, η πόλη μετατράπηκε σε ερείπια, άνθρωποι έτρεχαν να φύγουν. Εκείνοι που εγκλωβίστηκαν προσπαθούσαν να σωθούν από τις σφαίρες, την πείνα και το κρύο. Σε τι μετατρέπει τον άνθρωπο ο πόλεμος; Τι συνέπειες προκαλεί σε ένα παιδί; Το iefimerida.gr συνάντησε τη Βλαντισλάβα στο Κίεβο. Αυτή είναι η ιστορία που μας διηγήθηκε: Η ζωή της πριν από τον πόλεμο «Με λένε Φιλάτοβα Βλαντισλάβα, είμαι 18 χρονών, φοιτήτρια. Είμαι από τη Μαριούπολη, αλλά τα πρώτα χρόνια ζούσα σε ένα χωριό κοντά, την Ουκράινκα, κοντά στο Μάνγους. Στην εφηβεία μετακομίσαμε στη Μαριούπολη. Ζούσαμε στην αριστερή όχθη, κοντά στο σχολείο Νο 51. Τελείωσα εκεί την έβδομη τάξη του σχολείου. Την όγδοη δεν την τελείωσα - ξεκίνησε ο πόλεμος. Η μαμά μου είναι λογίστρια, ο μπαμπάς μου εργάτης. Έχω έναν αδερφό δέκα χρόνια μεγαλύτερο, που από το 2022 είναι στρατιωτικός. Κατετάγη εθελοντικά μόλις ξεκίνησε η πλήρους κλίμακας εισβολή». Η ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος - «Κρυφτείτε στο υπόγειο» «Στις 24 Φεβρουαρίου κοιμόμουν. Ξύπνησα από το ξυπνητήρι για το σχολείο και τότε άκουσα έκρηξη. Με πήρε τηλέφωνο ο αδερφός μου και μου είπε ότι ξεκίνησε πόλεμος. Είχαμε ακούσει εκρήξεις και παλιότερα, από το 2014, αλλά η ζωή είχε ξαναβρεί μια κανονικότητα. Υπήρχαν σημεία ελέγχου, το αεροδρόμιο δεν λειτουργούσε, όμως ζούσαμε. Μου είπε «πρέπει να φύγετε ή να πάτε σε υπόγειο». Η μαμά μου δεν το πίστευε. Έλεγε πως θα είναι όπως το 2014. Κι εγώ νόμιζα ότι θα τελειώσει γρήγορα», περιγράφει. «Στις 28 Φεβρουαρίου κόπηκε η κινητή τηλεφωνία. Θυμάμαι την τελευταία φορά που μίλησα με τον παππού μου, που ήταν στο νοσοκομείο με κόβιντ. Μου είπε ότι είναι καλά. Ήταν η τελευταία φορά που τον άκουσα. Την 1η Μαρτίου κόπηκε το ρεύμα και το ίντερνετ. Μετά χάθηκαν και το γκάζι και το νερό », προσθέτει δίνοντας την εικόνα που επικρατούσε τις πρώτες ημέρες της ρωσικής εισβολής. Το υπόγειο «Μετά από λίγες μέρες προσπαθήσαμε να πάμε στο κέντρο της πόλης, στη δεξιά όχθη. Στον δρόμο βλέπαμε καμένα αυτοκίνητα. Στο Αζοφστάλ είδαμε τανκς στην πύλη. Στο κέντρο ο κόσμος μαγείρευε έξω στη φωτιά. Δεν υπήρχαν τρόφιμα. Γυρίσαμε πίσω γιατί το σπίτι μας ήταν μονοκατοικία και είχαμε απόθεμα με κονσέρβες, μακαρόνια και άλλα πράγματα. Στις 7 Μαρτίου ξεκίνησε βομβαρδισμός και κρυφτήκαμε στο υπόγειο. Την επόμενη μέρα δεν έγινε τίποτα και νόμιζα πως ο πόλεμος τελείωσε. Για να μη χαλάσει το κρέας που είχαμε από τις προηγούμενες μέρες, το ψήσαμε. Ήρθε η 80χρονη γιαγιά μου και περάσαμε τη μέρα παίζοντας χαρτιά. Πίστεψα ότι όλα είχαν περάσει. Μετά ξεκίνησε μεγάλος βομβαρδισμός. Από τότε κοιμόμασταν κάθε βράδυ στο υπόγειο: εγώ, η μαμά, ο πατριός μου, η γιαγιά, τέσσερα σκυλιά και το χάμστερ μου, ο Όσκαρ. Το υπόγειο ήταν μικρό, χωρίς θέρμανση. Στρώναμε κουβέρτες στο πάτωμα. Μια μέρα ανέβηκα να πάρω ένα βιβλίο. Άκουσα μια τεράστια έκρηξη. Μια οβίδα είχε πέσει στο γκαράζ μας και συνέθλιψε το αυτοκίνητο. Καταλάβαμε ότι δεν είχαμε πλέον όχημα και εμείς είχαμε σωθεί από θαύμα». Η πόλη κατέρρεε -Από τον δρόμο μας έμειναν όρθια τρία σπίτια Οι άνθρωποι λεηλατούσαν καταστήματα. Πήγαμε κι εμείς σε ένα μαγαζί οικοδομικών υλικών για να βρούμε κουβάδες και υλικά να καλύψουμε τα σπασμένα παράθυρα. Εγώ βρήκα και πήρα ένα τάπερ. Σκέφτηκα ότι θα το χρησιμοποιώ όταν τελειώσει ο πόλεμος για να παίρνω φαγητό στο σχολείο. Το έχω ακόμα. Οι βομβαρδισμοί έγιναν καθημερινοί . Από τον δρόμο μας έμειναν όρθια τρία σπίτια και όταν πια η κατάσταση έγινε εντελώς αφόρητη, πήραμε την απόφαση βγήκαμε και τρέξαμε προς το σπίτι μιας άλλης γιαγιάς μου. Φεύγοντας δεν ήξερα τι να πάρω μαζί μου. Πήρα εκείνο το τάπερ και ένα συρραπτικό. Δεν ξέρω γιατί τα πήρα αυτά τα πράγματα. Εκεί τα πράγματα ήταν κάπως καλύτερα, είχαμε μάλιστα και γείτονες. Ο σύζυγος μιας γειτόνισσας, ήταν στρατιωτικός και ερχόταν καμιά φορά και μας έφερνε νέα αλλά σταμάτησε να έρχεται. Αυτή η γειτόνισσα μπορούσε να φορτίζει το κινητό της με το αυτοκίνητο αλλά το κινητό δεν έπιανε τίποτα. Μερικές φορές, όταν δεν ακούγαμε βομβαρδισμούς για κάποιες μέρες, πιστεύαμε ότι ο πόλεμος τελείωσε. Αλλά μετά ξεκινούσαν ξανά δριμύτεροι. Μάζευαν γόπες από το δρόμο και κάπνιζαν Η Φιλάτοβα Βλαντισλάβ συνεχίζει την περιγραφεί αναφορικά με όσα θυμάται από τη ρωσική εισβολή. «Ο πατριός μου, που κάπνιζε, δεν είχε τι να καπνίσει και είχε φτάσει σε σημείο να μαζεύει γόπες από το δρόμο. Ήταν περίπου δύο μήνες απ’ όταν είχε ξεκινήσει ο πόλεμος, ήμουν άπλυτη όλο αυτό το διάστημα, το κεφάλι μου ήταν κατάμαυρο, με κοτσίδες και σκούφο που δεν έβγαζα σχεδόν ποτέ». «Άκουγα κάθε βράδυ το αεροπλάνο. Πρώτα τον ήχο του αεροπλάνου που πετούσε, μετά την απελευθέρωση της βόμβας, μετά την έκρηξη. Σε κάποια στιγμή πέθανε ο Όσκαρ, το χάμστερ μου. Έκλαιγα πολύ». Μια φορά είδαμε δύο γιαγιάδες να περπατούν στη μέση του δρόμου αμέριμνες, να συζητούν, ενώ ακούγονταν πυροβολισμοί. Σαν να είχαν συμφιλιωθεί με τον θάνατο. Μια γειτόνισσα, αυτή με τον σύζυγο στρατιωτικό, μου έδωσε μια πλάκα σοκολάτας. Την έσπασα σε πολύ μικρά κομμάτια και έδινα σε όλους από λίγο κάθε μέρα. Κράτησε σχεδόν δύο εβδομάδες. «Σωθήκαμε από θαύμα» Η νεαρή κοπέλα περιέγραψε και τη στιγμή βομβαρδισμού κοντά στο σπίτι της. Ανέφερε τις καταστροφές, αλλά και το πώς τα μαξιλάρια που είχαν τοποθετήσει στα παράθυρα, έσωσαν τη ζωή της ίδιας και της οικογένειά της. «Κοιμόμασταν όλοι σε ένα δωμάτιο, με το παράθυρο καλυμμένο με μεγάλα μαξιλάρια. Ένα βράδυ άκουσα το αεροπλάνο. Γύρισα τρέχοντας πίσω στο κρεβάτι και χώθηκα κάτω από την κουβέρτα. Είδα μια τεράστια κόκκινη λάμψη και μετά έκρηξη. Έκλεισα πολύ σφιχτά τα μάτια μου και άκουσα τα τζάμια που έσπαζαν. Τα μαξιλάρια έπεσαν πάνω μας και μας έσωσαν. Στα άλλα δωμάτια υπήρχαν παντού θραύσματα. Κρυφτήκαμε στην εξωτερική τουαλέτα μέχρι να ξημερώσει γιατί όλο το υπόλοιπο σπίτι ήταν γεμάτο σπασμένα τζάμια και χαλάσματα. Έκατσα εκεί ώρες, χωρίς να μιλάω, μέχρι να ξημερώσει». Νεκροί στους δρόμους και στα κτίρια -Τους έθαβαν ακόμα και σε αυλές Τη ζοφερή εικόνα με τους νεκρούς, θύματα που πολέμου περιέγραψε η Φιλάτοβα Βλαντισλάβα, αναφέροντας πως τους έθαβαν ακόμα και σε αυλές σπιιτών. «Οι νεκροί δεν μπορούσαν να κηδευτούν. Έναν γείτονα τον έθαψαν οι δικοί μου στην αυλή του. Ένας άλλος γείτονας που πήγε προς τον πόλη, είδε καμένα κτίρια και νεκρούς στους δρόμους. Υπήρχαν αυτοκίνητα χτυπημένα με οικογένειες μέσα. Σε μια πολυκατοικία οι νεκροί κρέμονταν από τα παράθυρα, δεν είχαν προλάβει να βγουν. Είχαμε ξυλόσομπα στην αυλή για να μαγειρεύουμε. Και ερχόταν μια κυρία που μαγείρευε πρωί και βράδυ για να ταΐζει τα σκυλιά και τα γατιά. Γιατί πολύ κόσμος είχε φύγει και είχε αφήσει τα ζώα πίσω. Μια φορά ήρθε το πρωί αλλά το βράδυ δεν ήρθε. Και την άλλη μέρα την βρήκαμε σκοτωμένη έξω από την πόρτα της αυλής της». Οι αδιανόητες εικόνες τραυματισμένων και νεκρών στρατιωτών «Μια άλλη μέρα ξύπνησα από έντονο κορνάρισμα έξω από το σπίτι, σαν να καλούσαν σε βοήθεια. Ήταν ένα φορτηγό όπου ο οδηγός, ένας Ουκρανός στρατιώτης, είχε χάσει και τα δύο πόδια του, μάλλον από έκρηξη, και παρακαλούσε να έρθει κάποιος να τον σκοτώσει για να μην υποφέρει. Δίπλα του ήταν ένας άλλος άντρας που είχε σκοτωθεί. Εν τέλει ήρθαν άλλοι στρατιώτες, τον φόρτωσαν σε ένα καρότσι και τον πήραν», πρόσθεσε σκιαγραφώντας ακόμα μία εικόνα της καθημερινότητας του πολέμου. Οταν μπήκαν οι στρατιώτες Ρώσοι -Φωνές, πυροβολισμοί και κατάληψη σπιτιών Η νεαρή Ουκρανή ανακάλεσε από τη μνήμη της και την ημέρα που οι Ρώσοι στρατιώτες έφτασαν και στη γειτονιά της . Περιέγραψε την αρχική αντίσταση των Ουκρανών, αλλά και την κατάληψη των σπιτιών που ακολούθησε. «Ένα πρωί ακούστηκαν σοβιετικά τραγούδια από μεγάφωνα. Αμέσως μετά καλούσαν τους Ουκρανούς να παραδοθούν. Όταν τελείωσαν, οι Ουκρανοί απάντησαν με ριπές. Αυτό επαναλαμβανόταν περίπου μια εβδομάδα. Μετά οι Ουκρανοί σταμάτησαν να απαντούν. Και ήρθαν οι Ρώσοι. Θυμάμαι ο πρώτος Ρώσος που ήρθε σε μας ήταν μόνος του, σαν κακόμοιρος ήταν, μεθυσμένος πολύ. Έβγαλε κάτι καραμέλες από την τσέπη του και μου είπε «πάρε κορίτσι μια καραμέλα». Και μας είπε να φύγουμε από το σπίτι γιατί τα έχουν καταλάβει όλα εκτός από την περιοχή που βρισκόμασταν εμείς και το Αζοφστάλ. Είπε «φύγετε γιατί εδώ θα γίνει χαμός τώρα». Κάποιοι γείτονες πείστηκαν και πήγαν σε ένα μεγάλο υπόγειο όπου υπήρχε πολύς κόσμος στοιβαγμένος και ταλαιπωρημένος αλλά είχε φαγητό. Οι συνθήκες όμως ήταν ανυπόφορες. Οι Ρώσοι στρατιώτες μεθούσαν και πυροβολούσαν μέσα στον χώρο, έβαζαν μουσική νυχτιάτικα και έκαναν φασαρίες. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι μας, από το σπίτι της γιαγιάς, διαπιστώσαμε ότι και στο σπίτι μας εγκαταστάθηκαν Ρώσοι στρατιώτες . Παντού βρωμιά και όπλα. Δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα γιατί κρατούσαν όπλα. Κάποια στιγμή τοποθέτησαν έναν δημόσιο τηλεφωνικό θάλαμο. Ήταν η πρώτη φορά μετά από μήνες που μίλησα με τον αδερφό μου. Ήταν πολύ φειδωλός στις κουβέντες του, αργότερα έμαθα ότι είχε καταταγεί στον στρατό». Δεν ξέρουμε που έχουν θάψει τον παππού μου Η 18χρονη Ουκρανή αναφέρθηκε και στον παππού της, για τον οποίο το μόνο που γνωρίζει πλέον είναι πως πέθανε στο νοσοκομείο, χωρίς όμως η οικογένειά της να γνωρίζει που έχει γίνει η ταφή. «Έχασα τον παππού μου, πέθανε σε εκείνο το νοσοκομείο. Τον έθαψαν σε έναν τάφο και έγραψαν έναν αριθμό επάνω. Ο αριθμός σβήστηκε και τώρα δεν ξέρουμε πού είναι ο τάφος. Πολλοί γνωστοί μου χάθηκαν, νέοι άνθρωποι. Δεν ξέρει κανείς πού βρίσκονται, αλλά είναι σίγουρο ότι δεν ζουν πια. Ένα κορίτσι που ήξερα, η Λένα, 18 χρονών, σκοτώθηκε. Ένα άλλο κορίτσι, με το οποίο έπαιζα βόλεϊ, θάφτηκε κάτω από το Θέατρο Δράματος». Οταν έφυγε για το Κίεβο και η ζωή στην οικρανική πρωτεύουσα Στις 10 Μαΐου μας πήγαν στο Νοβοαζόφσκ, που ήταν υπό ρωσική κατοχή από πριν. Εκεί είδα για πρώτη φορά ρεύμα και ζεστό νερό. Μετά πήγα στο χωριό μου. Οι φίλοι μου νόμιζαν ότι είχα πεθάνει. Αποφάσισα ότι δεν θα μείνω στην κατοχή. Δεν ήθελα να βλέπω τους Ρώσους και ήθελα να είμαι κοντά στον αδερφό μου. Για να φύγω μέσω Ρωσίας έπρεπε να περάσω από «φιλτράρισμα», ένα είδος ελέγχου που έκαναν οι Ρώσοι. Σε άλλους ήταν σκληρό, τους έγδυναν και τους έκαναν ανακρίσεις. Σε μένα απλώς έλεγξαν τα χαρτιά. Είχα κρύψει το κινητό μου γιατί αν έβλεπαν τι έχει μέσα θα καταλάβαιναν ότι υποστηρίζω την Ουκρανία και δεν θα με άφηναν να βγω. Μετά από τρία μερόνυχτα με λεωφορείο φτάσαμε στο Κίεβο Η ίδια δίνει και μία περιγραφή για τη ζωή στο Κίεβο. «Στο Κίεβο πήγα αμέσως σχολείο. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα αλλά προσαρμοστήκαμε. Η μαμά μου δυσκολεύεται οικονομικά και ξεκίνησα πλέον κι εγώ να δουλεύω σερβιτόρα σε εστιατόριο. Αλλά είμαι κοντά στον αδερφό μου και μπορώ να τον βλέπω καμιά φορά, στα γενέθλιά μου είχε πάρει άδεια και ήρθε να με δει. Όσο ζούσα στη Μαριούπολη είχα πολλά σχέδια για το μέλλον. Ήθελα να γίνω κτηνίατρος. Έκανα πολλά όνειρα. Φαντάζομουν πως θα ήταν τα πράγματα όταν μεγαλώσω. Αλλά μετά τα πράγματα άλλαξαν». «Ήθελα να κοιμάμαι συνέχεια, έστω και για λίγο, ήμουν ευτυχισμένη» «Καθόμουν στο υπόγειο την ώρα των βομβαρδισμών και έτρεμα από τον φόβο μου. Κάθε μέρα προσευχόμουν στο Θεό πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Κάθε φορά που φοβόμουν πολύ διάβαζα το Πάτερ Ημών. Και το βράδυ, πριν αποκοιμηθώ, φανταζόμουν πως έκανα βόλτες μέσα στην πόλη. Φανταζόμουν πως περπατάω στη Μαριούπολη, πως φτάνω στη θάλασσα, πως έχουν τελειώσει όλα τα δεινά και είναι όλα καλά, ότι πάω να σπουδάσω στο πανεπιστήμιο και αποκοιμόμουν με αυτές τις σκέψεις και κάθε νύχτα έβλεπα τη Μαριούπολη στον ύπνο μου. Και ήταν πολύ έντονα όνειρα, λες και ήταν ζωντανά. Για αυτό κοιμόμουν πολλές ώρες καθημερινά, ακόμα και μέσα στη μέρα. Ήθελα να κοιμάμαι συνέχεια γιατί εκεί, έστω και για λίγο, ήμουν ευτυχισμένη. Όταν έφυγα από τη Μαριούπολη, για ένα μεγάλο διάστημα σταμάτησα να βλέπω όνειρα και σταμάτησα να ονειρεύομαι και στο ξύπνιο μου. Πλέον ζω μόνο το τώρα. Καμιά φορά με ρωτάνε «ποια σχέδια έχεις για το μέλλον;», αλλά δεν έχω τι να τους πω. Έχω γίνει πολύ αυθόρμητη, αν έχω μια ευκαιρία να κάνω κάτι ή να πάω κάπου, το κάνω. Έχω πλέον πολύ λίγα σχέδια για το μέλλον» . Η νεαρή δηλώνει τυχερή που έχει την οικογένειά της και πλέον αυτό που θέλει, είναι να μπορέσει να επιστρέψει στο σπίτι της. «Αλλά μην το παρεξηγήσετε, δεν είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. Απλώς χαίρομαι τη ζωή, χαίρομαι αυτά που έχω τώρα. Έχω την οικογένειά μου και είναι καλά. Τώρα σπουδάζω. Θέλω, φυσικά, να τελειώσω τη σχολή μου, να είναι όλα καλά. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, θέλω να πάω σπίτι μου. Το μόνο πράγμα που αναπολώ συχνά είναι το σπίτι μου. Το βλέπω συχνά στα όνειρά μου, αλλά είναι σαν να είναι ένα ξένο σπίτι πλέον. Όχι το σπίτι που θυμάμαι. Το βλέπω στον ύπνο μου και κλαίω, γιατί δεν είναι πια το σπίτι μου». Το ημερολόγιο που άφησε στη Μαριούπολη Κλείνοντας τη συνέντευξη η Φιλάτοβα ανέφερε πως «στη Μαριούπολη, τους μήνες της κατοχής, είχα ένα ημερολόγιο που έγραφα κάθε μέρα λεπτομερώς όλα αυτά που συνέβησαν, έγγραφα μέχρι και τους διαλόγους. Δεν μπόρεσα να το πάρω μαζί μου φεύγοντας δυστυχώς. Αλλά ορισμένα από εκείνα που θυμάμαι σας τα είπα». Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr