Η « Θεραπεία Εσωτερικών Οικογενειακών Συστημάτων» έχει γίνει, μέσα σε λίγα χρόνια, ένα από τα πιο δημοφιλή ρεύματα ψυχοθεραπείας σε κύκλους ανθρώπων που ψάχνουν κάτι πέρα από τις κλασικές προσεγγίσεις. Η « Θεραπεία Εσωτερικών Οικογενειακών Συστημάτων» έχει γίνει, μέσα σε λίγα χρόνια, ένα από τα πιο δημοφιλή ρεύματα ψυχοθεραπείας σε κύκλους ανθρώπων που ψάχνουν κάτι πέρα από τις κλασικές προσεγγίσεις. Κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα σε συζητήσεις φίλων, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε χώρους αυτοβελτίωσης, ενώ αρκετοί άνθρωποι περιγράφουν έντονα θετικές εμπειρίες: λιγότερη ενοχή, περισσότερη κατανόηση του εαυτού, αίσθηση συμφιλίωσης με κομμάτια της προσωπικότητάς τους που άλλοτε πολεμούσαν. Γιατί φαίνεται να δουλεύει σε τόσους ανθρώπους Παρ’ όλα αυτά, όπως αναφέρει το αναλυτικό ρεπορτάζ του ιστότοπου Vox, πίσω από τον ενθουσιασμό υπάρχει ένα παράδοξο που δυσκολεύει ακόμη και όσους πιστεύουν στην τεκμηριωμένη ψυχοθεραπεία: η επιστημονική βάση της μεθόδου είναι περιορισμένη και αρκετοί ειδικοί παραμένουν επιφυλακτικοί, όχι μόνο για την αποτελεσματικότητά της, αλλά και για ορισμένες βασικές της παραδοχές. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς «δουλεύει ή δεν δουλεύει», αλλά γιατί φαίνεται να δουλεύει σε τόσους, ακόμη κι όταν τα δεδομένα δεν είναι αντίστοιχα ισχυρά με άλλες θεραπευτικές μεθόδους. Η μέθοδος αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1980 από τον ψυχοθεραπευτή Ρίτσαρντ Σουόρτς και βασίστηκε στην ιδέα ότι ο νους μοιάζει με οικογένεια: αποτελείται από «μέρη» που σχηματίζουν συμμαχίες, συγκρούονται, αλληλοπροστατεύονται και λειτουργούν μέσα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Αντί να αντιμετωπίζει το άτομο ως έναν ενιαίο, συμπαγή εαυτό, η προσέγγιση υποστηρίζει ότι είμαστε μια συλλογή εσωτερικών «προσώπων», καθένα με τη δική του ατζέντα και τον δικό του τρόπο να μας κρατά ασφαλείς. Στο σχήμα αυτό, υπάρχουν «εξόριστα» μέρη, δηλαδή πληγωμένα κομμάτια που κουβαλούν πόνο και ντροπή από παλιότερες εμπειρίες· υπάρχουν «διαχειριστές», προστατευτικά μέρη που προσπαθούν να μην αφήσουν τα «εξόριστα» να βγουν στην επιφάνεια, για παράδειγμα μέσω τελειομανίας, ελέγχου ή υπερ-υπευθυνότητας· και υπάρχουν «πυροσβέστες», τα επείγοντα μέρη που παρεμβαίνουν όταν ο πόνος ξεφεύγει, χρησιμοποιώντας στρατηγικές όπως υπερφαγία, ποτό ή συναισθηματικό μούδιασμα, για να σβήσουν τη «φωτιά». Πάνω από όλα αυτά, η μέθοδος μιλά για έναν «Εαυτό» με κεφαλαίο, μια δήθεν ουσία μας που δεν έχει τραυματιστεί, παραμένει πάντα ήρεμη, περίεργη, συμπονετική και καθαρή, και μπορεί να αναλάβει την «ηγεσία» ώστε να αποκατασταθούν οι σχέσεις με τα υπόλοιπα μέρη. Η γοητεία του μοντέλου Η γοητεία του μοντέλου ξεκινά από κάτι που ακούγεται σχεδόν αυτονόητο: ότι δεν είμαστε μονοκόμματοι. Στην καθημερινή γλώσσα λέμε συχνά «ένα μέρος μου θέλει αυτό, ένα άλλο θέλει εκείνο» ή «είμαι διχασμένος». Από την πλευρά της ψυχολογίας και της νευροεπιστήμης, η ιδέα της πολλαπλότητας ταιριάζει με την εικόνα του εγκεφάλου ως συνόλου συστημάτων που εξελίχθηκαν σε διαφορετικές εποχές για διαφορετικούς σκοπούς και δεν συμφωνούν πάντα μεταξύ τους. Αυτό το στοιχείο κάνει τη μέθοδο να φαίνεται «σύγχρονη» και, για πολλούς, απελευθερωτική, ειδικά όταν συγκρίνεται με προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στη λογική διόρθωση των σκέψεων. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, για παράδειγμα, στηρίζεται στην ιδέα ότι μπορούμε να εντοπίσουμε αυτόματες σκέψεις, να ελέγξουμε αν είναι αληθείς και, αν όχι, να τις αλλάξουμε ώστε να αλλάξει και το συναίσθημα. Αυτή η λογική έχει ισχυρή τεκμηρίωση για καταστάσεις όπως η κατάθλιψη και το άγχος, όμως πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι «δεν μπορούν να λογικευτούν» σε όλα: ότι κάποιες αντιδράσεις είναι πιο γρήγορες από τη σκέψη, πιο σωματικές, πιο σκοτεινές ή πιο επίμονες. Εκεί η ιδέα ότι «δεν υπάρχει ένας ορθολογικός οδηγός μέσα μας» λειτουργεί καθησυχαστικά, γιατί μειώνει την αυτοενοχοποίηση: αν δεν τα καταφέρνω να ελέγχω τα πάντα, δεν σημαίνει ότι είμαι χαλασμένος, σημαίνει ότι μέσα μου λειτουργούν διαφορετικά συστήματα με διαφορετικές προτεραιότητες. Η δεύτερη μεγάλη έλξη της μεθόδου είναι η κεντρική της φράση: «δεν υπάρχουν κακά μέρη». Με άλλα λόγια, ακόμη κι όταν ένα κομμάτι μας συμπεριφέρεται αυτοκαταστροφικά, δεν παρουσιάζεται ως «εχθρός», αλλά ως προστατευτικός μηχανισμός που προσπαθεί, με άτσαλο τρόπο, να μας γλιτώσει από κάτι χειρότερο. Αυτό, για πολλούς ανθρώπους με δυνατή εσωτερική κριτική φωνή, είναι πραγματικό αντίδοτο. Αντί να βλέπουν τη νυχτερινή ατελείωτη κύλιση ειδήσεων, το υπερβολικό ποτό ή την αποφυγή ως αποδείξεις προσωπικής αποτυχίας, μπορούν να πουν: «ένα μέρος μου προσπαθεί να με προστατέψει». Η μετατόπιση από την αυτοκατηγορία στη συμπόνια συχνά αρκεί για να αλλάξει το κλίμα μέσα στο οποίο ένας άνθρωπος δουλεύει με τον εαυτό του, και αυτό μόνο του μπορεί να εξηγήσει γιατί αρκετοί δηλώνουν ανακούφιση. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδέα των «πολλών μερών» έχει περάσει και στη μαζική κουλτούρα, κάνοντας τη μέθοδο ακόμη πιο οικεία. Εκεί που ξεκινά η σοβαρή ένσταση Εκεί όμως που ξεκινά η σοβαρή ένσταση είναι το ίδιο το υπόβαθρο τεκμηρίωσης. Η μέθοδος δεν διαθέτει, μέχρι στιγμής, την κλασική «χρυσή βάση» της ιατρικής έρευνας, δηλαδή τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες δοκιμές ως θεραπεία για ψυχιατρικές διαταραχές. Ό,τι ισχυρότερο έχει παρουσιαστεί ως στοιχείο υπέρ της μεθόδου, σύμφωνα με τον ίδιο τον δημιουργό της, περιλαμβάνει μια μικρή μελέτη του 2013 σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, όπου συμμετέχοντες που έκαναν τη θεραπεία ανέφεραν κατά μέσο όρο λιγότερο πόνο στις αρθρώσεις, λιγότερα καταθλιπτικά συμπτώματα και περισσότερη αυτοσυμπόνια μήνες αργότερα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτά τα αποτελέσματα είναι αδιάφορα, αλλά ότι δεν αρκούν για να στηρίξουν τους πολύ ευρείς ισχυρισμούς με τους οποίους η μέθοδος εφαρμόζεται σήμερα σε ζητήματα όπως κατάθλιψη, εξαρτήσεις, τραύμα ή διατροφικές διαταραχές. Στην πράξη, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου άνθρωποι με διατροφική διαταραχή επιδεινώθηκαν όταν η θεραπεία εστίασε στην ανάσυρση οδυνηρών αναμνήσεων αντί στη σταθεροποίηση. Σε άλλες περιπτώσεις, άνθρωποι ανέφεραν ότι ανέπτυξαν «αναμνήσεις» κακοποίησης από τους γονείς τους και αργότερα υποστήριξαν ότι επρόκειτο για ψευδείς αναμνήσεις που ενισχύθηκαν μέσα στη θεραπευτική διαδικασία. Ένας ακόμη κίνδυνος αφορά την «παιγνιοποίηση» του εσωτερικού διαλόγου. Η μέθοδος συχνά προτρέπει τον θεραπευόμενο να «συνομιλεί» με τα μέρη του, να τους δίνει φωνή, να τους κάνει ερωτήσεις. Για πολλούς αυτό είναι χρήσιμο ως μορφή αναστοχασμού. Για ανθρώπους όμως που δυσκολεύονται να ελέγξουν την πραγματικότητα, η ενθάρρυνση να «σπάσει» ο εαυτός σε εσωτερικούς χαρακτήρες μπορεί να αποδιοργανώσει. Ειδικοί έχουν προειδοποιήσει ότι σε άτομα με ευαλωτότητα στην απορρύθμιση, η ενίσχυση της ιδέας ότι υπάρχουν ανεξάρτητες εσωτερικές οντότητες μπορεί να λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά. Το ίδιο ισχύει και για την ερμηνευτική «παγίδα» που μπορεί να δημιουργηθεί: όταν ένας θεραπευόμενος εκφράζει σκεπτικισμό, υπάρχει ο κίνδυνος ο θεραπευτής να απαντήσει ότι «μιλά το σκεπτικιστικό σου μέρος». Αυτό ακούγεται ήπιο, αλλά σε ακραίες εκδοχές μετατρέπει κάθε αντίρρηση σε σύμπτωμα. Έτσι, η θεραπευτική λογική κλείνει σε έναν αυτοεπιβεβαιούμενο κύκλο, όπου ο θεραπευόμενος δυσκολεύεται να αμφισβητήσει την οπτική του θεραπευτή ακόμη κι όταν κάτι του φαίνεται λάθος. Στο ίδιο πεδίο εντάσσεται και η έμφαση στην ιδέα ότι τα συναισθήματα «κατοικούν» σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος. Σε μια συνεδρία, ο θεραπευτής μπορεί να ρωτήσει «πού το νιώθεις στο σώμα σου;». Για αρκετούς αυτό ανοίγει δρόμους επίγνωσης. Για άλλους όμως, που δεν εντοπίζουν τίποτα χειροπιαστό, η ερώτηση δημιουργεί πίεση να «βρεθεί» κάτι, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία. Όταν ένα μοντέλο προϋποθέτει ότι θα βρεις σωματική θέση για κάθε άγχος ή αμφιβολία, υπάρχει ο κίνδυνος να κατασκευαστούν απαντήσεις επειδή η ατμόσφαιρα τις απαιτεί. Κι όταν ο θεραπευόμενος φεύγει από τη συνεδρία «νιώθοντας καλύτερα», αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο μηχανισμός που εξηγεί η θεραπεία είναι σωστός, ειδικά όταν το μοντέλο προβάλλεται ως λύση για βαριές καταστάσεις. Ακόμη πιο αμφιλεγόμενη είναι η παραδοχή του «Εαυτού» Ακόμη πιο αμφιλεγόμενη είναι η παραδοχή του «Εαυτού» ως μιας αλώβητης, ενιαίας ουσίας. Η μέθοδος υποστηρίζει ότι, κάτω από τα μέρη, υπάρχει ένας βαθύς «Εαυτός» που δεν έχει τραυματιστεί και μπορεί πάντα να αναδυθεί. Ως μεταφορά, η ιδέα της εσωτερικής σοφίας μπορεί να είναι βοηθητική. Όταν όμως παρουσιάζεται κυριολεκτικά, μοιάζει να εισάγει μια μεταφυσική θεώρηση χωρίς επιστημονική στήριξη. Αρκετοί άνθρωποι περιγράφουν ότι, όταν τους ζητείται να «συνδεθούν» με αυτόν τον «Εαυτό», αισθάνονται πως πρέπει να παίξουν έναν ρόλο για να ταιριάξουν στις προσδοκίες της διαδικασίας. Αντί να ενισχύεται η αίσθηση προσωπικής δράσης –ότι μπορώ να επιλέξω ποια πλευρά μου θέλω να καλλιεργήσω– η εμπειρία μπορεί να γίνει αποπροσανατολιστική, σαν να χρειάζεται να ανακαλυφθεί μια προϋπάρχουσα «ουσία» που άλλοτε εμφανίζεται και άλλοτε όχι. Και κάπου εδώ η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη, γιατί στο οικοσύστημα της μεθόδου υπάρχουν τάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ την ψυχοθεραπεία όπως την καταλαβαίνει η επιστήμη. Ορισμένοι προβεβλημένοι εκπρόσωποι μιλούν για «ασύνδετα βάρη», μια έννοια που σε κάποιες εκδοχές περιγράφεται ως κυριολεκτική δαιμονική κατοχή και ως ανάγκη «απομάκρυνσης» αυτών των οντοτήτων. Ακόμη κι αν αυτό δεν είναι η καθημερινή πρακτική όλων των θεραπευτών, το γεγονός ότι τέτοιες αντιλήψεις κυκλοφορούν στο εσωτερικό της σχολής, με θεσμική ανοχή, προκαλεί εύλογη ανησυχία: η δύναμη της υποβολής στην ψυχοθεραπεία είναι πραγματική, και η εισαγωγή κυριολεκτικών «δαιμόνων» σε θεραπευτικό πλαίσιο μπορεί να εμφυτεύσει φόβους και πεποιθήσεις που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία, ειδικά σε ευάλωτους ανθρώπους. Πώς εξηγείται ότι η μέθοδος φαίνεται να δουλεύει; Πώς εξηγείται, λοιπόν, ότι η μέθοδος «φαίνεται να δουλεύει»; Σε μεγάλο βαθμό επειδή αξιοποιεί ισχυρούς, γνωστούς θεραπευτικούς μηχανισμούς, ανεξάρτητα από το αν το θεωρητικό της πλαίσιο είναι ακριβές. Η αποστιγματοποίηση των «κακών» πλευρών, η καλλιέργεια αυτοσυμπόνιας, η νομιμοποίηση του εσωτερικού διχασμού, η δημιουργία ενός αφηγηματικού χάρτη για δύσκολα συναισθήματα, η ενίσχυση της περιέργειας αντί της επίκρισης και, φυσικά, η ίδια η σχέση θεραπευτή-θεραπευόμενου μπορούν να έχουν πραγματικό όφελος. Αν κάποιος πάει σε έναν χώρο όπου τον ακούν χωρίς να τον ντροπιάζουν και του προσφέρουν γλώσσα για να περιγράψει την εσωτερική του σύγκρουση, είναι πολύ πιθανό να νιώσει καλύτερα, ακόμη κι αν μέρος της θεωρίας είναι ασαφές ή υπερβολικό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πότε αυτό το όφελος αρκεί και πότε γίνεται επικίνδυνο. Για ανθρώπους με «καθημερινά» ζητήματα –συγκρούσεις σε σχέσεις, άγχος, εσωτερική κριτική φωνή– το κέρδος της αυτοσυμπόνιας μπορεί να υπερτερεί, αρκεί να υπάρχει σταθερή επαφή με την πραγματικότητα και δυνατότητα κριτικής σκέψης μέσα στη διαδικασία. Για ανθρώπους με βαριά κλινική εικόνα, με ιστορικό σοβαρού τραύματος, με διατροφικές διαταραχές ή με ευαλωτότητα στην απορρύθμιση, οι ενστάσεις είναι πιο βαριές και η ενημέρωση για τα ρίσκα γίνεται απαραίτητη. Σε κάθε περίπτωση, η διάκριση ανάμεσα σε μια μέθοδο που λειτουργεί ως χρήσιμη μεταφορά και σε μια μέθοδο που διεκδικεί κυριολεκτική «αλήθεια» είναι κομβική. Αν κάποιος θέλει τα θετικά της συγκεκριμένης προσέγγισης χωρίς το προβληματικό φορτίο, υπάρχει μια πιο άμεση διαδρομή: η συστηματική εκπαίδευση στην αυτοσυμπόνια. Προγράμματα με δομημένη διάρκεια, όπως οκτάβομα μαθήματα αυτοσυμπόνιας που βασίζονται στην ενσυνειδητότητα και έχουν αναπτυχθεί από οργανισμούς με σαφέστερο επιστημονικό προσανατολισμό, μπορούν να προσφέρουν το βασικό «δώρο» που παίρνουν πολλοί από την προσέγγιση των «μερών»: λιγότερη ντροπή, περισσότερη φροντίδα προς τον εαυτό, καλύτερη ρύθμιση δύσκολων συναισθημάτων. Με άλλα λόγια, ίσως δεν είναι απαραίτητο να υιοθετηθεί ολόκληρο το θεωρητικό σύμπαν μιας μόδας για να αξιοποιήσει κανείς αυτό που πραγματικά βοηθά. Η ψυχική υγεία δεν χρειάζεται «θαύματα»· χρειάζεται εργαλεία που αντέχουν στον έλεγχο, που δεν παγιδεύουν την αμφιβολία ως σύμπτωμα και που δεν ζητούν από τον άνθρωπο να αφήσει την κριτική σκέψη του έξω από την πόρτα. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr