Σε χαρτογράφηση των τουριστικών αγορών που ήδη προσελκύει, αλλά και που μπορεί να επενδύσει για προσέλκυση τουριστών, προβαίνει το Υφυπουργείο Τουρισμού μέσω της νέας Εθνικής Στρατηγικής Τουρισμού 2035. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της Στρατηγικής που υπογράφει ο Υφυπουργός Τουρισμού, Κώστας Κουμής, η διαμόρφωση της έγινε μέσα από διαβούλευση με άλλα Υπουργεία, Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης και όλους τους εμπλεκόμενους τουριστικούς φορείς όπως ΚΕΒΕ, ΟΕΒ, Συνδέσμους Τουριστικών Επιχειρήσεων και τις Εταιρείες Τουριστικής Ανάπτυξης και Προβολής (ΕΤΑΠ). Διαβάστε ακόμη: Νέα Εθνική Στρατηγική Τουρισμού 2035 εγκρίθηκε από το Υπουργικό - Στόχος η προσέλκυση 5 εκατ. επισκεπτών Μάλιστα και με βάση τα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια που εξετάστηκαν στην ολότητά τους, τους ανασταλτικούς παράγοντες που επηρεάζουν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά και την ανάλυση SWOT που έγινε για την κάθε επιμέρους τουριστική αγορά, διερευνώντας τα δυνατά και αδύνατα σημεία, τις απειλές και τις ευκαιρίες, το Υφυπουργείο Τουρισμού προχώρησε στην κατηγοριοποίηση τους σε: Σταθερές τουριστικές αγορές, Τουριστικές αγορές με σταθερή πορεία ανάπτυξης, Τουριστικές αγορές με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, και Τουριστικές αγορές με δυνατότητες, υπό προϋποθέσεις. Σε ό,τι αφορά την πρώτη κατηγορία (Σταθερές τουριστικές αγορές), αναφέρεται πως σε αυτήν, κατά την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής Τουρισμού 2030, είχαν καταταχθεί οι μέχρι τότε μεγαλύτερες για την Κύπρο αγορές-πηγές, δηλαδή το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία. Κατόπιν επαναξιολόγησης, ωστόσο, σε αυτή την κατηγορία κατατάσσεται πλέον μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο, αφού αφίξεις από την αγορά αυτή παραμένουν διαχρονικά σταθερές, της τάξης του 30%, η αναγνωρισιμότητα αλλά και η δημοτικότητα του προορισμού παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα, οι οργανωτές ταξιδίων διατηρούν την Κύπρο στα προγράμματα τους ανελλιπώς, και η συνδεσιμότητα παραμένει σε πολύ ικανοποιητικά επίπεδα. Ως εκ τούτου, τονίζεται, οποιαδήποτε προσπάθεια για περαιτέρω ανάπτυξη των αγορών της κατηγορίας αυτής λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο υπερεξάρτησης. Αγορές με σταθερή πορεία ανάπτυξης Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία (Τουριστικές αγορές με σταθερή πορεία ανάπτυξης), σε αυτή κατατάσσονται οι εξής αγορές-πηγές: Πολωνία, Γερμανία, Ισραήλ, Γαλλία και Βόρειες Χώρες (Σουηδία, Νορβηγία, Δανία, Φινλανδία). Όπως επεξηγείται, οι αγορές αυτές βρίσκονται σε σταθερή πορεία ανάπτυξης, εφόσον ευνοούνται από την ενίσχυση της συνδεσιμότητας, τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, τον αυξανόμενο προγραμματισμό των Οργανωτών και άλλους παράγοντες. Αναφορικά ειδικότερα την Πολωνία, στην Στρατηγική εντοπίζεται το εντυπωσιακό φαινόμενο της πολύ σημαντικής αύξησης του αριθμού των αφίξεων, ακόμη και εν καιρώ πανδημίας. Μάλιστα, βάσει της Στρατηγικής, οι αριθμοί συνεχίζουν να αυξάνονται και η δημοτικότητα της Κύπρου παραμένει στην αγορά αυτή σε πολύ υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, υπάρχει έντονο ενδιαφέρον από οργανωτές ταξιδίων για σκοπούς συνεργασίας και προβολής του προορισμού στη χώρα, ενώ η συνδεσιμότητα κρίνεται επίσης ιδιαίτερα ικανοποιητική. Σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης Σε σχέση με την τρίτη κατηγορία (Τουριστικές αγορές με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης), σε αυτή εντάσσονται οι αγορές: Μπενελούξ (Ολλανδία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο), Ρουμανία, Ελβετία, Αυστρία, Ουγγαρία, Ελλάδα, Σερβία, Τσεχία και Βουλγαρία και εκτιμάται, πως παρουσιάζουν ιδιαίτερες προοπτικές ανάπτυξης. Σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική Τουρισμού, στις αγορές αυτές η Κύπρος είναι αναγνωρίσιμη και η εικόνα της είναι αρκετά θετική, οι οργανωτές ταξιδίων την διατηρούν στα προγράμματά τους, και η συνδεσιμότητα, λόγω εγγύτητας ή/και μεγέθους χώρας, μπορεί να βελτιωθεί. Σε ορισμένες, δε, περιπτώσεις, ο αριθμός αφίξεων, από τις συγκεκριμένες αγορές, υπήρξε στο παρελθόν μεγαλύτερος, αλλά διάφοροι λόγοι, όπως η περιορισμένη προσβασιμότητα και η απροθυμία των μεγάλων οργανωτών ταξιδίων να προβούν σε ίδιες επενδύσεις στη χώρα, έχουν επηρεάσει την πορεία ανάπτυξης. Εκτιμάται, όμως, πως με την ανάλογη επένδυση, οι αγορές αυτές μπορούν να παρουσιάσουν σημαντική ανάπτυξη, σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα. Σημειώνεται πως σε αυτή την κατηγορία εμπίπτει και η Κύπρος, αφού κρίνεται ότι υπάρχουν σοβαρά περιθώρια ανάπτυξης του εγχώριου τουρισμού, καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, τόσο στην ύπαιθρο και τα ορεινά, όσο και στα παράλια. Τουριστικές αγορές με δυνατότητες Αναφορικά με την τέταρτη κατηγορία (Τουριστικές αγορές με δυνατότητες, υπό προϋποθέσεις), σε αυτή η Στρατηγική κατατάσσει τις εξής αγορές: Ιρλανδία, Αίγυπτος, Λίβανος, Η.Α.Ε., Λιθουανία, Σλοβακία, Λευκορωσία, Ιράν, Κίνα, Μάλτα, Ιορδανία, Ιταλία, Λετονία, Ισπανία, Πορτογαλία, Η.Π.Α, Αυστραλία, Νότιος Αφρική, Καναδάς, Κίνα και Κορέα. Αξίζει να αναφερθεί ότι, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα και τις συνθήκες που επικρατούν, οι εν λόγω αγορές παρουσιάζουν προοπτικές ανάπτυξης, λόγω μεγέθους τουριστικής αγοράς, αναγνωρισιμότητας, εγγύτητας, κ.ά.. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, μπορεί να επιτευχθεί μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, διαφορετικές σε κάθε περίπτωση, οι οποίες ενδέχεται να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από το μέγεθος ή το είδος της επένδυσης της Κύπρου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Στρατηγική, στην περίπτωση, για παράδειγμα, χωρών με ασθμαίνουσα οικονομία ή/και εσωτερικές αναταραχές, όπως για παράδειγμα η Αίγυπτος, ο Λίβανος, το Ιράν κτλ, η πορεία της τουριστικής αγοράς είναι αβέβαιη και καμία επένδυση δεν μπορεί να διασφαλίσει την οποιαδήποτε απόδοση. Την ίδια ώρα, σε αγορές με χαμηλή αναγνωρισιμότητα της Κύπρου, όπως η Κίνα, η Κορέα, η Νότιος Αφρική, κ.ά., αναγνωρίζεται πως επιβάλλεται να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταστεί δυνατή οποιαδήποτε διείσδυση. Σε χώρες, εξάλλου, με μακρινή απόσταση από την Κύπρο, όπως ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία κ.ά., στην Στρατηγική τονίζεται πως ενδεχόμενη εξέλιξη θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα απευθείας πτήσεων ή τη συνεργασία με άλλους κοντινούς προορισμούς, για προώθηση κοινών πακέτων. Επισημαίνεται, ακόμη, πως σε όλες τις χώρες, από όπου απαιτείται η έκδοση ταξιδιωτικών θεωρήσεων για σκοπούς επισκέψεων (ενόψει και της επικείμενης ολοκλήρωσης της ένταξης μας στη Συμφωνία του χώρου Σένγκεν), οι προοπτικές ανάπτυξης θα επηρεαστούν καθοριστικά από τον χρόνο διεκπεραίωσης των θεωρήσεων αλλά και το σχετικό κόστος. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ισπανίας κ.ά., οι προοπτικές είναι υπαρκτές, θα χρειαστεί ωστόσο μια πολύ σοβαρή επένδυση, σε βάθος χρόνου, ώστε να ξεπεραστούν προβλήματα, όπως η προσβασιμότητα, η βελτίωση της αναγνωρισιμότητας και η αύξηση της ζήτησης. Αξίζει, εξάλλου, να αναφερθεί πως στην εν λόγω κατηγορία τοποθετούνται, μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία και -όπως επισημαίνεται- οποιοσδήποτε μακροχρόνιος σχεδιασμός και επένδυση στις αγορές αυτές, θα εξαρτηθεί από την πορεία της σύρραξης, την άρση των κυρώσεων, που έχουν ληφθεί εις βάρος της Ρωσίας, την κατάσταση στην οποία θα περιέλθει η Ουκρανία με το πέρας του πολέμου, καθώς και το χρονικό διάστημα, που θα μεσολαβήσει μέχρι και την επαναφορά στην προηγούμενη κατάσταση.