Πώς είναι η ζωή για τους Ουκρανούς που έφυγαν και δεν μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία η Μαριούπολη παραμένει υπό κατοχή, με χιλιάδες κτίρια κατεστραμμένα και εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους εκτοπισμένους. Οι προσωπικές μαρτυρίες προσφύγων αποτυπώνουν τη μετάβαση από την καθημερινότητα μιας ζωντανής πόλης στην τραυματική εμπειρία της πολιορκίας και της προσφυγιάς. Η Ιρίνα, πρόσφυγας από την Ουκρανία, μοιράζεται τις σκέψεις και την εμπειρία της, στο ABC Για την Ιρίνα, πρόσφυγα από την Ουκρανία, το πάρκο Βεσέλκα στη Μαριούπολη , ήταν κάτι περισσότερο από δημόσιος χώρος. Ηταν ορόσημο της πόλης της, και πριν από το 2022, αποτελούσε σύμβολο πολιτισμού, αισθητικής κι ελπίδας. Η Ιρίνα διέφυγε από τη Μαριούπολη με τον 14χρονο τότε γιο της, διασχίζοντας ναρκοθετημένους δρόμους και περνώντας δίπλα από καμένα αυτοκίνητα. Μετά από μία στάση στη Βουδαπέστη, εγκαταστάθηκαν στην Ιρλανδία μέσω προγραμμάτων προστασίας προσφύγων. Δεν έχει επισκεφτεί έκτοτε το αγαπημένο της πάρκο. Ούτε έχει βρεθεί με την αδελφή της από το 2022. Από την πολιτιστική άνθηση στα ερείπια Πριν από την εισβολή, η Μαριούπολη, μια πόλη περίπου 430.000 κατοίκων στις ακτές της Αζοφικής Θάλασσας, αναβάθμιζε θέατρα, πάρκα και δημόσιους χώρους. Ο τότε δήμαρχος Βαντίμ Μποϊτσένκο μιλούσε για μια πόλη που θα ενέπνεε τα παιδιά της, προβάλλοντας την ανάπτυξη και την ανανέωση ως βασικό της αφήγημα. Η πολιορκία που ακολούθησε στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της. Εικόνες από κατεστραμμένα κτίρια, από ομαδικούς τάφους σε αυλές καθώς και από το βομβαρδισμένο θέατρο της πόλης, έκαναν τον γύρο του κόσμου. Η φωτογραφία μίας τραυματισμένης εγκύου, που μεταφερόταν από μαιευτήριο μετά από ρωσικό πλήγμα, προτού τελικά υποκύψει στα τραύματά της, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του πολέμου. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 350.000 κάτοικοι εγκατέλειψαν τη Μαριούπολη. Όσοι παρέμειναν, όπως αναφέρει η Ιρίνα, αναγκάστηκαν να αποκτήσουν ρωσικά διαβατήρια για να διατηρήσουν βασικά δικαιώματα, ενώ οι επικοινωνίες τους παρακολουθούνται στενά. Ο πρώτος χρόνος, όπως λέει, χαρακτηρίστηκε από γλωσσικά εμπόδια, αίσθημα απώλειας και μεγάλη ψυχική επιβάρυνση. Η ίδια, πρώην δικηγόρος στην Ουκρανία, παρακολούθησε ένα πρόγραμμα εργατικού δικαίου και προσπαθεί να επανενταχθεί στο επάγγελμά της στη νέα πλέον χώρα που την φιλοξενεί, ενώ την ίδια ώρα ο γιος της ολοκληρώνει τη σχολική του εκπαίδευση. Παρά τη σταδιακή προσαρμογή, η θλίψη για την οικογένειά της που παραμένει στη Μαριούπολη παραμένει «καθημερινή πρόκληση», όπως λέει. Ανάλογη είναι η εμπειρία της Ντάσα από τη Νόβα Καχόβκα , πόλη που καταλήφθηκε από ρωσικές δυνάμεις στις πρώτες ημέρες του πολέμου. Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες διαφυγής, κατάφερε να φτάσει με τα δύο παιδιά της στη Γερμανία και στη συνέχεια στη Φινλανδία, όπου άνοιξε το δικό της σαλόνι ομορφιάς. Η επικοινωνία με συγγενείς που παραμένουν στην κατεχόμενη πόλη παραμένει περιορισμένη, με ελέγχους και απαγορευμένα θέματα συζήτησης. Κατεχόμενες πόλεις και αβέβαιο αύριο Η Νόβα Καχόβκα βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο το 2023, όταν το φράγμα της υπέστη καταστροφική έκρηξη , προκαλώντας πλημμύρες που επηρέασαν περισσότερους από 100.000 ανθρώπους, σύμφωνα με τον ΟΗΕ. Εκατοντάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα γης βυθίστηκαν, εντείνοντας την ανθρωπιστική κρίση. Συνολικά, περίπου 4,4 εκατομμύρια Ουκρανοί έχουν επιστρέψει στη χώρα από την έναρξη του πολέμου, ωστόσο 3,7 εκατομμύρια παραμένουν εσωτερικά εκτοπισμένοι και 5,9 εκατομμύρια ζουν ως πρόσφυγες στο εξωτερικό, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης . Για την Ιρίνα, που διαθέτει προσωρινή άδεια παραμονής (καθεστώς ασύλου) στην Ιρλανδία έως το 2027, τα σχέδια για το μέλλον μοιάζουν αδύνατα. «Προσπαθούμε να κάνουμε το καλύτερο δυνατό και να προστατεύσουμε την ψυχική μας υγεία», αναφέρει. Η επιστροφή στη Μαριούπολη δεν έχει ακόμη καταστεί εφικτή και ο φόβος του πολέμου παραμένει ζωντανός. Οι τουλίπες στο πάρκο Βεσέλκα ανθίζουν πλέον μόνο στις αναμνήσεις όσων έφυγαν, σε μια πόλη όπου τη θέση της άνοιξης πήραν τα ερείπια και η αβεβαιότητα. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr