Η φωτιά που καίει στη Μέση Ανατολή έφτασε μέχρι την Κύπρο. Ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν, οι επιθέσεις και οι στρατιωτικές απαντήσεις που κλιμακώνονται επικίνδυνα, δεν αποτελούν πλέον μια μακρινή γεωπολιτική κρίση. Η στοχοποίηση των Βρετανικές Βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας με μη επανδρωμένα αεροσκάφη έφερε την ένταση στο κατώφλι της Κυπριακής Δημοκρατίας και άνοιξε με τον πιο ωμό τρόπο μια συζήτηση που για χρόνια έμεινε στο περιθώριο: ποιο είναι τελικά το καθεστώς των Βάσεων και πόσο θωρακισμένη είναι η Κύπρος απέναντι στις αποφάσεις τρίτων; Η εικόνα drones να κινούνται προς το Ακρωτήρι δεν ήταν απλώς ένα στρατιωτικό επεισόδιο. Ήταν ένα πολιτικό σοκ. Διότι, πέρα από τη γεωστρατηγική σημασία των Βάσεων, ανέδειξε ένα θεμελιώδες ερώτημα κυριαρχίας: μπορεί ένα ανεξάρτητο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να βρίσκεται εκτεθειμένο σε κινδύνους εξαιτίας στρατιωτικών επιλογών άλλης χώρας που δρα σε έδαφός του; Ο τέως Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, έθεσε ευθέως το ζήτημα. Μίλησε για ένα «κατάλοιπο αποικιοκρατίας» και για ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης του καθεστώτος των Βάσεων υπό το φως των σύγχρονων αρχών του Διεθνούς Δικαίου. Η τοποθέτησή του, δεν περιορίστηκε σε νομικές παρατηρήσεις· άγγιξε τον πυρήνα της πολιτικής αυτονομίας της χώρας. Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, έσπευσε να διαβεβαιώσει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν έχει οποιαδήποτε εμπλοκή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και πως δεν υπάρχει άμεση απειλή, για την ασφάλεια της χώρας. Παράλληλα, υπογραμμίστηκε ότι βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα όλοι οι μηχανισμοί ασφαλείας, ότι υπάρχει συνεχής αξιολόγηση των δεδομένων και ότι προτεραιότητα αποτελεί η προστασία των πολιτών και ο επαναπατρισμός Κυπρίων από περιοχές αυξημένου κινδύνου. Ωστόσο, οι διαβεβαιώσεις αυτές ήρθαν σε μια συγκυρία όπου λίγες ώρες μετά από καθησυχαστικές δηλώσεις, σημειώθηκε επίθεση με drone στο Ακρωτήρι. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε τον δημόσιο προβληματισμό και τροφοδότησε πολιτικές αιχμές για το κατά πόσο η χώρα διαθέτει πλήρη εικόνα και έλεγχο των εξελίξεων που εκτυλίσσονται εντός της επικράτειάς της. Οι πολιτικές δυνάμεις κινήθηκαν σε διαφορετικούς τόνους Ο ΔΗΣΥ επέλεξε τη γραμμή της θεσμικής ψυχραιμίας, με την Αννίτα Δημητρίου να ζητά ετοιμότητα, ενεργοποίηση πρωτοκόλλων ασφαλείας και αποφυγή πανικού. Το ΑΚΕΛ επανέφερε το αίτημα για απομάκρυνση των Βρετανικών Βάσεων, συνδέοντας άμεσα την παρουσία τους με αυξημένους κινδύνους για τη χώρα και επικαλούμενο τις εκκλήσεις του ΓΓ του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για άμεση αποκλιμάκωση. Η ΕΔΕΚ ζήτησε αυστηρότερα μέτρα εσωτερικής ασφάλειας και ευρωπαϊκή συνδρομή, ενώ το Volt Κύπρου μίλησε για ανάγκη εκσυγχρονισμού του πλαισίου ασφάλειας της χώρας. Το Δημοκρατικό Κόμμα και η ΔΗΠΑ επικεντρώθηκαν στην ανάγκη προστασίας της κυριαρχίας και στη σημασία της στήριξης από την Ελλάδα. Πέρα όμως από τις επιμέρους τοποθετήσεις, η ουσία είναι μία: οι Βρετανικές Βάσεις αποτελούν κυρίαρχο βρετανικό έδαφος εντός της Κύπρου. Σε περιόδους έντασης, μετατρέπονται αυτομάτως σε πιθανό στόχο. Και όταν ένας στόχος βρίσκεται γεωγραφικά μέσα σε μια χώρα, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στα σύνορα της στρατιωτικής εγκατάστασης. Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι μόνο νομικό. Είναι στρατηγικό και βαθιά πολιτικό. Μπορεί η Κύπρος να παραμείνει απλός παρατηρητής σε μια εξίσωση όπου η γεωγραφία της την καθιστά κρίσιμο κόμβο; Ή ήρθε η στιγμή να τεθεί σε σοβαρή, θεσμική και ψύχραιμη βάση η συζήτηση για το μέλλον και τους όρους λειτουργίας των Βάσεων;