Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το ένταλμα έρευνας που είχε εκδοθεί την 1η Ιουλίου 2025 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας για δύο τραπεζικές θυρίδες της Νάταλυ Τζιαπούρα, στο πλαίσιο έρευνας που αφορά οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα για ναρκωτικά, παροχή προστασίας και παράνομο τζόγο, με φερόμενο εγκέφαλο κατάδικο των Κεντρικών Φυλακών. Το Ανώτατο έκρινε ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου επαρκής και συγκεκριμένη μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του εντάλματος. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27 Φεβρουαρίου 2026, εκδόθηκε στο πλαίσιο αίτησης της Νάταλυ Τζιαπούρα για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος Certiorari, το οποίο να ακυρώνει το εκδοθέν προσβαλλόμενο ένταλμα έρευνας. Η υπόθεση συνδέεται με αστυνομική έρευνα για σοβαρά ποινικά αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά, παροχή προστασίας και παράνομο τζόγο, με φερόμενο εγκέφαλο βαρυποινίτη που εκτίει ποινή στις Κεντρικές Φυλακές, με τον τελευταίο να φέρεται να χρησιμοποιούσε, από τις Κεντρικές Φυλακές, «έξυπνη τηλεφωνική συσκευή» για να επικοινωνεί, για σκοπούς της πιο πάνω παράνομης δραστηριότητας, με συνωμότες/συνωμότριες που βρίσκονταν εκτός Κεντρικών Φυλακών. Στo πλαίσιo διερεύνησης της πιο πάνω υπόθεσης, η Αστυνομία εξασφάλισε δικαστικά εντάλματα σύλληψης και έρευνας. Ένα από τα εκδοθέντα εντάλματα έρευνας, αφορούσε σε δύο θυρίδες που η αιτήτρια διατηρεί σε Υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Λευκωσία. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στην απόφαση, η Αστυνομία είχε λάβει πληροφορία στις 18 Ιουνίου 2025 ότι η αιτήτρια «αναλαμβάνει τη διαχείριση και αποθήκευση μεγάλων χρηματικών ποσών, τα οποία απορρέουν από τη διάπραξη παράνομων δραστηριοτήτων». Με βάση την ίδια πληροφορία, ο κατάδικος φερόταν να χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο εντός των Φυλακών για να συντονίζει τη διαχείριση των χρημάτων. Το Ανώτατο, ωστόσο, εστίασε στην επάρκεια της ένορκης δήλωσης που τέθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για την εξασφάλιση του εντάλματος έρευνας. Ήδη κατά το στάδιο της παροχής άδειας για καταχώριση της αίτησης, είχε επισημανθεί ότι «εγείρεται θέμα κατά πόσο ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου είχε τεθεί τέτοια μαρτυρία και γεγονότα, από τα οποία προέκυπτε συγκεκριμένη και εύλογη υπόνοια» ότι στις θυρίδες «αποκρύπτονται χρηματικά ποσά, κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα» συνδεόμενα με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Στην τελική του κρίση, το Ανώτατο υπογράμμισε τη θεμελιώδη αρχή ότι η έκδοση εντάλματος έρευνας συνιστά σοβαρή επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα. Παραπέμποντας σε προγενέστερη νομολογία, επανέλαβε ότι «η έκδοση ενός εντάλματος έρευνας είναι μια σοβαρή επέμβαση στην ατομική ελευθερία» και ότι «ο αιτών, την έκδοση του εντάλματος, επί του προκειμένου, ο Αστυφύλακας, έχει καθήκον να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων και γεγονότων». Καθοριστικής σημασίας ήταν η διαπίστωση ότι η ένορκη δήλωση που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση του προσβαλλόμενου εντάλματος έρευνας περιείχε «μόνο γενική και αόριστη αναφορά σε πληροφορία που δόθηκε στην Αστυνομία στις 18.6.2025», χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην πηγή της ή σε στοιχεία που να τεκμηριώνουν την αξιοπιστία της. Όπως επισημαίνεται στην Απόφαση, «ούτε καν αναφορά σε ύπαρξη πληροφοριοδότη γίνεται». Σημειώνεται ακόμη ότι στη γραπτή αγόρευση της Δημοκρατίας γινόταν λόγος για «πληροφορία ύψιστης αξιοπιστίας», σύμφωνα με την οποία κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές διατηρεί τηλεφωνική συσκευή με την οποία επικοινωνεί τόσο με την Αιτήτρια αλλά και με την μητέρα της, ωστόσο το Ανώτατο διαπίστωσε πως «δεν υπάρχει αναφορά σε αυτήν πως η εν λόγω πληροφορία ήταν υψίστης αξιοπιστίας». Το Δικαστήριο σημείωσε ακόμη ότι, παρότι δεν απαιτείται να κατονομάζεται ο πληροφοριοδότης, «θα πρέπει να υπάρξει κάποιου είδους τεκμηρίωση, από πού και με ποίον τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά συμπεράσματα», προσθέτοντας πως «έστω και σε χαμηλό επίπεδο όμως, πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις, όπως συμβαίνει εν προκειμένω». Καταλήγοντας, το Ανώτατο σημείωσε πως «ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου δεν είχε τεθεί συγκεκριμένη μαρτυρία για να μπορούσε το ίδιο το κατώτερο Δικαστήριο να κρίνει το θέμα. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα, προσπάθησε να οικοδομήσει επί του γεγονότος ότι επειδή εκτελέστηκαν άλλα εντάλματα έρευνας, σε προγενέστερη ημερομηνία, σε σχέση με άλλα υποστατικά, συγγενικών προσώπων της αιτήτριας, καθιστούσε εν προκειμένω την πληροφορία επιβεβαιωμένη». «Με τον προσήκοντα σεβασμό, διαφωνώ», πρόσθεσε. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο γεγονός ότι, ενώ η πληροφορία αφορούσε αποκλειστικά μετρητά, που προέκυπταν από εγκληματική δραστηριότητα, το ένταλμα εξουσιοδοτούσε και την κατάσχεση «κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων», κάτι που, κατά το Ανώτατο Δικαστήριο, έγινε «ανεπίτρεπτα». Ως εκ τούτου, το Ανώτατο έκρινε την αίτηση για ακύρωση της έκδοσης του εντάλματος έρευνας δικαιολογημένη και εξέδωσε Προνομιακό Ένταλμα Certiorari, με το οποίο ακυρώνεται το ένταλμα έρευνας. Πηγή: ΚΥΠΕ