Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), στο Λουξεμβούργο, σε απόφαση που εξέδωσε την Πέμπτη, για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου κράτησης παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών, αναφέρει πως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι περίοδοι κράτησης που έχουν επιβληθεί βάσει της απόφασης επιστροφής, ακόμα και αν μεταξύ τους παρεμβάλλονται περίοδοι ελευθερίας. Η επίμαχη απόφαση αφορά την περίπτωση ενός Μαροκινού υπηκόου, ο οποίος εισήλθε παρανόμως στη Φινλανδία τον Σεπτέμβριο του 2022, ενώ ίσχυε εις βάρος του απαγόρευση εισόδου στον χώρο Σένγκεν. Ο εν λόγω υπήκοος τέθηκε τέσσερις φορές υπό κράτηση από τις φινλανδικές αρχές, με σκοπό την απομάκρυνσή του προς τη χώρα καταγωγής του. Ωστόσο, μία από τις περιόδους κράτησης (από τις 11 Σεπτεμβρίου 2023 έως τις 18 Ιανουαρίου 2024) τέθηκε υπό αμφισβήτηση, καθώς θα μπορούσε να έχει υπερβεί το ανώτατο όριο των έξι μηνών που προβλέπεται στην Οδηγία για τις Επιστροφές. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Φινλανδίας ζήτησε από το ΔΕΕ να διευκρινίσει τον τρόπο υπολογισμού του ανωτάτου ορίου κράτησης, καθώς και τον δικαστικό έλεγχο σε περίπτωση υπέρβασής του. Στην απόφασή του, το ΔΕΕ υπογραμμίζει ότι ούτε οι περίοδοι ελευθερίας μεταξύ των κρατήσεων, ούτε η μεταβολή των περιστάσεων επηρεάζουν τον υπολογισμό του χρόνου κράτησης. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διατηρούν το δικαίωμα να μην εφαρμόζουν την Οδηγία για την Επιστροφή σε υπηκόους τρίτων χωρών, όταν η κράτηση επιβάλλεται ως ποινική κύρωση. Επιπλέον, το Δικαστήριο τόνισε ότι κάθε απόφαση παράτασης της κράτησης πέραν από τους έξι μήνες πρέπει να υπόκειται σε υποχρεωτικό αυτεπάγγελτο δικαστικό έλεγχο, ανεξάρτητα από από αίτημα του κρατουμένου. Ωστόσο, η υπέρβαση του ορίου δεν συνεπάγεται αυτόματα την ακύρωση της κράτησης, εφόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπει η Οδηγία. Πηγή: ΚΥΠΕ