Σε χώρους εργασίας που για δεκαετίες θεωρούνταν «ανδρική υπόθεση», δύο γυναίκες αποδεικνύουν στην πράξη ότι η ικανότητα δεν έχει φύλο. Σε λιμάνια, καταστρώματα πλοίων και ράμπες γεμάτες μηχανές, εκεί όπου η παρουσία των ανδρών κυριαρχεί παραδοσιακά, η Μαρία Καΐση και η Μάρθα Χιώτη γράφουν τη δική τους ιστορία, ανατρέποντας ένα από τα πιο επίμονα επαγγελματικά στερεότυπα. Η Μαρία Καΐση, που πέρασε χρόνια στις γέφυρες δεξαμενόπλοιων πριν βρεθεί να συντονίζει τη λειτουργία του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, και η Μάρθα Χιώτη, που άφησε το ταμείο ενός σούπερ μάρκετ για να οδηγεί καθημερινά δεκάδες αυτοκίνητα -ακόμη και υπερπολυτελή, στις ράμπες των πλοίων στον Πειραιά, αποδεικνύουν στην πράξη ότι η αξία και η ικανότητα δεν καθορίζονται από το φύλο. Έτσι, σε έναν κατεξοχήν ανδροκρατούμενο εργασιακό χώρο, οι δύο γυναίκες όχι μόνο στέκονται ισάξια με τους άνδρες συναδέλφους τους επί σειρά χρόνων, αλλά έχουν κερδίσει και τον σεβασμό τους, αποδεικνύοντας στην πράξη ότι τα όρια που συχνά θέτει η κοινωνία για τις γυναίκες είναι πολύ πιο στενά από εκείνα που οι ίδιες μπορούν πραγματικά να ξεπεράσουν. Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, που τιμάται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου, το ΑΠΕ παρουσιάζει την ιστορία και το πορτρέτο δύο γυναικών, που στέλνουν ηχηρό μήνυμα ότι δεν υπάρχουν «ανδρικές» και «γυναικείες» δουλειές, μόνο άνθρωποι που τολμούν να διεκδικήσουν τη θέση τους με επιμονή και πείσμα. Από τα δεξαμενόπλοια στον Περσικό Κόλπο μέχρι το κέντρο ελέγχου στον ΟΛΘ Στα 29 της χρόνια, η Θεσσαλονικιά ανθυποπλοίαρχος, Μαρία Καΐση, έχει ήδη πίσω της περισσότερα από οκτώ χρόνια σε δεξαμενόπλοια, ταξίδια σε τρεις ηπείρους και μήνες ολόκληρους στη θάλασσα χωρίς να πατήσει στεριά. Σήμερα, ως yard dispatcher στο κέντρο επιχειρήσεων του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, συντονίζει μηχανήματα, φορτηγά και κινήσεις κοντέινερ σε πραγματικό χρόνο και, όπως λέει, είναι η μοναδική γυναίκα στο πόστο της. Η επιλογή της ναυτιλίας δεν ήταν οικογενειακή παράδοση, αλλά μια πρακτική απόφαση. «Ως παιδί της οικονομικής κρίσης, όταν έφτασε η ώρα να δώσω πανελλήνιες το 2014, ήθελα μια σχολή που να μου δώσει άμεσα επαγγελματική αποκατάσταση και οικονομική ανεξαρτησία», εξηγεί. Έτσι, μπήκε στην Ακαδημία Εμπορικού Ναυτικού και αποφοίτησε ως ανθυποπλοίαρχος. Χωρίς να έχει μετανιώσει στιγμή, η Μαρία πέρασε χρόνια στη θάλασσα: Αφρική, Περσικός Κόλπος, Λατινική Αμερική, Κίνα, Κορέα. Στα περισσότερα ταξίδια ήταν η μόνη γυναίκα στο πλήρωμα. «Συνήθως ήμουν εγώ και άλλοι 25-30 άντρες διαφορετικών εθνικοτήτων», επισημαίνει. Η ζωή στα δεξαμενόπλοια δεν είναι εύκολη. «Φεύγεις με μια βαλίτσα και αφήνεις πίσω οικογένεια και φίλους για μήνες. Χάνεις στιγμές που δεν αγοράζονται», αναφέρει και θυμάται με μια δόση θλίψης: «Δεν μπόρεσα να αποχαιρετήσω τη γιαγιά μου όταν πέθανε -- ήμουν το μοναδικό της εγγόνι και βρισκόμουν εν πλω. Όσα λεφτά κι αν παίρνεις, αυτά δεν αγοράζονται». Μάλιστα, σε ένα από τα ταξίδια της έμεινε σχεδόν έναν χρόνο πάνω στο πλοίο. «Για 11 μήνες δεν είχα πατήσει στη στεριά. Τα πλοία που ήμουν δεν προσέγγιζαν λιμάνια, αφού οι εργασίες γίνονταν ανοιχτά». Οι κίνδυνοι ήταν πολλοί: εύφλεκτα φορτία, κακές καιρικές συνθήκες και περάσματα από περιοχές με πειρατεία. «Σε ορισμένες περιοχές παίρναμε ένοπλους φρουρούς στο πλοίο», σημειώνει. Η δουλειά στο λιμάνι: αποφάσεις σε δευτερόλεπτα Πριν από περίπου ενάμιση χρόνο, μετά το τελευταίο της μπάρκο, η Μαρία αποφάσισε να επιστρέψει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Έστειλε βιογραφικό στον ΟΛΘ και προσλήφθηκε ως yard dispatcher. Έτσι έγινε η πρώτη γυναίκα στο συγκεκριμένο πόστο. Σήμερα εργάζεται στο συντονιστικό κέντρο του τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων, μαζί με οκτώ συναδέλφους σε τρεις βάρδιες που λειτουργούν όλο το 24ωρο. Η δουλειά της περιλαμβάνει τη διαχείριση μηχανημάτων μεταφοράς κοντέινερ, τον συντονισμό γερανογεφυρών και φορτηγών, καθώς και την παρακολούθηση του συστήματος logistics του λιμανιού. Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται μέσα σε δευτερόλεπτα, σε πραγματικό χρόνο. «Ο χρόνος κοστίζει», τονίζει. Αν και δεν αντιμετώπισε προβλήματα συνεργασίας με τους άντρες συναδέλφους της, παραδέχεται πως «πρέπει να καταβάλεις διπλή προσπάθεια για να αποδείξεις ότι αξίζεις να είσαι εκεί». Τα μεγαλύτερα εμπόδια, όπως λέει, τα συνάντησε πριν καν μπει στη δουλειά. «Πολλές εταιρείες δεν ήθελαν γυναίκες στα πλοία. Έλεγαν ότι θα δημιουργούσαμε προβλήματα επειδή οι άντρες θα μπαίνουν σε πειρασμό». Για τη Μαρία, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας δεν είναι απλώς μια γιορτή με λουλούδια. «Είναι υπενθύμιση ότι πρέπει να διεκδικούμε τα αυτονόητα». Το μήνυμα που θέλει να στείλει σε κάθε νέα κοπέλα είναι σαφές: «Οι γυναίκες είμαστε πολύ πιο δυνατές απ’ όσο νομίζουμε και απ’ όσο θέλουν κάποιοι να πιστεύουμε». Το στερεότυπο που θέλει να καταρρίψει είναι εξίσου ξεκάθαρο: «Η αντίληψη ότι μια γυναίκα καταλαμβάνει μια θέση λόγω προσωπικών σχέσεων ή εύνοιας πρέπει να τερματιστεί». Από το ταμείο του σούπερ μάρκετ οδηγώντας ως λιμενεργάτρια πολυτελή αυτοκίνητα Η Μάρθα Χιώτη δεν μεγάλωσε με όνειρο να δουλέψει σε λιμάνι. Γεννημένη τον Απρίλιο του 1976 στο Λάλα Πύργου Ηλείας, ήθελε, όπως λέει, να γίνει δασκάλα, «όπως τα περισσότερα κορίτσια». Η ζωή, όμως, είχε άλλα σχέδια και τα έφερε με τρόπο σχεδόν απρόβλεπτο. Έφτασε στην Αθήνα το 1996 και δούλεψε ως ταμίας σε σούπερ μάρκετ: όρθια για ώρες, Σάββατα, γιορτές, παραμονές Πρωτοχρονιάς, προσπαθώντας να ισορροπήσει τους πολλαπλούς ρόλους της - της μάνας, της νοικοκυράς και της συζύγου. Και τότε, το 2006, άνοιξε μια πόρτα που ούτε καν ήξερε ότι είχε χτυπήσει. Όταν προκηρύχθηκαν θέσεις μέσω ΑΣΕΠ στον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, ο σύζυγός της υπέβαλε την αίτηση εκ μέρους της, χωρίς εκείνη να το γνωρίζει. «Μου είχε κάνει τα χαρτιά. Δεν είχα ιδέα τι ακριβώς σημαίνει λιμενεργάτρια. Το λιμάνι το ήξερα μόνο ως επιβάτης», θυμάται με μια δόση χιούμορ. Όταν ήρθε το τηλεφώνημα της επιτυχίας, εκείνη ήταν άρρωστη και δεν μπορούσε να μιλήσει. «Το τηλέφωνο το σήκωσε ο άντρας μου και έμαθε ότι η αίτηση εγκρίθηκε», λέει. Έτσι, αρχές Δεκεμβρίου, η Μάρθα παραιτείται από το σούπερ μάρκετ, κατεβαίνει στον Πειραιά, τον οποίο, όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, δεν γνώριζε ως περιοχή αφού δεν τον επισκεπτόταν, και μπαίνει σε μια αίθουσα με πενήντα άντρες. «Ήμουν η μόνη γυναίκα», θυμάται. «Ένιωθα ότι μπαίνω σε ξένο κόσμο. Δεν ήξερα καν πού να σταθώ», αναφέρει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι σήμερα στο λιμάνι του Πειραιά εργάζονται συνολικά περίπου 20 γυναίκες, αλλά στον αυτοκινητάδικο για χρόνια ήταν μόνη της και παραμένει. Η Μάρθα πέρασε από διάφορα πόστα που καλύπτει ένας λιμενεργάτης -δούλεψε σε καβοδεσίες, στην κρουαζιέρα με τις βαλίτσες των επιβατών, στην τροφοδοσία κρουαζιερόπλοιων, «άλλες φορές με ήλιο που καίει, άλλες με χειμώνα που σου τρυπά τα κόκκαλα». Στην τσέπη της έχει πάντα αντηλιακό. «Δεν γίνεται αλλιώς. Αν δεν βάλεις, καίγεσαι. Το έχω πάντα μαζί μου», τονίζει. Στον αντίποδα, τον χειμώνα η βροχή λασπώνει τα πάντα και ο αέρας περνά μέσα από τα ρούχα. Βέβαια, η Μάρθα έχοντας δίπλωμα, τοποθετήθηκε στον «αυτοκινητάδικο», τον τομέα διακίνησης οχημάτων ή όπως τον λένε στη «γλώσσα» τους, τον τομέα ρο-ρο. «Τοποθετήθηκα εκεί όπου τα πλοία ανοίγουν τις ράμπες και από μέσα ξεχύνονται αυτοκίνητα, φορτηγά, μηχανήματα. Εκεί ακριβώς όπου η μυρωδιά του μετάλλου, του καυσίμου και της θάλασσας πλημμυρίζει», λέει, εξηγώντας ότι για να βγει το μεροκάματο, κάθε εργαζόμενος πρέπει να διακινήσει τουλάχιστον 47 οχήματα. Έτσι ξαφνικά, η Μάρθα βρέθηκε ανάμεσα σε στενές ράμπες, χαμηλά καταστρώματα και καινούργια, ακριβά, υπεροπολυτελή αυτοκίνητα που δεν της ανήκουν. «Μια απροσεξία αρκεί», λέει. «Είχα άγχος. Δεν είχα οδηγήσει ποτέ δεξιοτίμονο. Δεν είχα μπει σε τέτοια αυτοκίνητα. Αλλά έλεγα: αφού μπορεί ο άλλος, γιατί να μην μπορώ κι εγώ;», τονίζει. Όπως λέει, δεν έκανε ποτέ επίδειξη και πάντα ήταν μετρημένη, προσεκτική και σχολαστική. Θυμάται δε, το τροχαίο και τον φόβο που της πάγωσε τα χέρια. «Μια μέρα, εκτός δουλειάς, με δική μου ευθύνη είχα ένα απλό τροχαίο, που είχε ως αποτέλεσμα υλικές ζημιές», λέει. Ο φόβος ρίζωσε μέσα της: «Δεν ήθελα να οδηγήσω ξανά. Σκεφτόμουν να φύγω από τον αυτοκινητάδικο. Έλεγα, δεν μπορώ άλλο». Αλλά ο σύζυγός της ήταν αυτός που την έπεισε να μην το βάλει κάτω. «Οδηγείς τόσα χρόνια. Μην αφήσεις ένα λάθος να σε καθορίσει» της είπε κι έτσι αυτή κάθισε ξανά πίσω από το τιμόνι και δεν κοίταξε πίσω. Η Μάρθα έχει οδηγήσει από παλιά Lada μέχρι Jaguar και Porsche. Θυμάται την πρώτη φορά που της ανέθεσαν ένα ακριβό αυτοκίνητο ενός δημοφιλούς ποδοσφαιριστή. «Εσύ θα το κατεβάσεις», της είπαν. «Όχι εγώ», απάντησε. Και της επανέλαβαν: «Εσύ θα το κατεβάσεις. Γιατί ξέρουμε ότι θα το βγάλεις σωστά». Η Μάρθα δεν φώναξε ποτέ, δεν προσπάθησε να αποδείξει κάτι με θόρυβο. Δούλεψε σιωπηλά, με προσοχή, και αυτό της έδωσε κύρος. Και όμως, δεν θα το άλλαζε. «Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να είχα μείνει ταμίας στο σούπερ μάρκετ. Εκεί ένιωθα στατική. Εδώ νιώθω ότι κινούμαι. Ότι ζω. Ότι έχω ευθύνη». Το λέει χωρίς δεύτερη σκέψη: δεν το μετάνιωσε ποτέ. «Δεν κρύφτηκα ποτέ πίσω από το φύλο μου», λέει. Στα πρώτα χρόνια ήταν μόνη γυναίκα στον τομέα της, ανάμεσα σε δεκάδες άντρες. «Δεν είπα ποτέ “είμαι γυναίκα”. Αν ήταν να σηκωθεί βάρος, θα το δοκίμαζα. Αν δεν μπορούσα, θα έβρισκα τρόπο. Δεν ζήτησα προνόμια». Για εκείνη, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας δεν είναι συμβολισμός. Είναι καθημερινός αγώνας. «Να σε σέβονται. Να σε ακούν. Να σε βλέπουν ως ίση. Και να μην φοβάσαι να δοκιμάσεις. Μπορεί να μου πάρει περισσότερο χρόνο. Αλλά θα το μάθω. Θα το κάνω», λέει με στόμφο. Στο λιμάνι του Πειραιά, ανάμεσα σε κορναρίσματα, μηχανές και καράβια που μπαίνουν και βγαίνουν, η Μάρθα Χιώτη έχει βρει τον χώρο της. Όχι γιατί της χαρίστηκε. Αλλά γιατί τον κέρδισε. Πηγή: Πρώτο Θέμα