Η συζήτηση για την είσοδο της Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (CYTA) στην αγορά προμήθειας ηλεκτρισμού από ΑΠΕ δεν είναι διαμάχη μεταξύ δύο ημικρατικών οργανισμών. Είναι μια πολιτική και οικονομική επιλογή. Θέλουμε περισσότερες επιλογές, περισσότερο ανταγωνισμό και τελικά χαμηλότερο κόστος για τον πολίτη, ή θέλουμε μια αγορά «κλειστή», όπου ο ανταγωνισμός επιτρέπεται μόνο όταν δεν ενοχλεί; Υπενθυμίζουμε ότι το σχετικό νομοσχέδιο θα τεθεί ενώπιον της επόμενης Ολομέλειας της Βουλής, όπου αναμένεται να διαφανούν οι θέσεις και οι προθέσεις όλων των κομμάτων, εφόσον μέχρι σήμερα το τοπίο παραμένει θολό. Πάντως, η θέση του προέδρου της Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ότι τυχόν απώλειες της ΑΗΚ θα μετακυλιστούν στους πολίτες, είναι προβληματική σε δύο επίπεδα. Πρώτον, διότι προεξοφλεί ότι η είσοδος ενός νέου παίκτη θα οδηγήσει σε «απώλειες» και όχι σε εξορθολογισμό, καινοτομία και καλύτερες υπηρεσίες. Δεύτερον, διότι ουσιαστικά λέει ότι οι καταναλωτές πρέπει να προστατεύσουν τον πάροχο και όχι ο πάροχος τον καταναλωτή. Αυτό αντιστρέφει τη λογική της απελευθερωμένης αγοράς. Διαβάστε επίσης: Cyta: 13 απαντήσεις στην Ελεγκτική Υπηρεσία για την ένταξή της στην αγορά ηλεκτρισμού και το πραγματικό διακύβευμα Αν κάθε οργανισμός επικαλείται πιθανές απώλειες για να εμποδίσει τον ανταγωνισμό, τότε η αγορά παύει να λειτουργεί. Δεν είναι «a la carte», όπου διαλέγουμε πότε μας συμφέρει ο ανταγωνισμός και πότε όχι. Ιδίως όταν ήδη δραστηριοποιούνται επτά ιδιωτικές εταιρείες στον τομέα, πώς ακριβώς απειλείται η ισορροπία από την παρουσία της Cyta, η οποία, όπως η ίδια δηλώνει, δεν θα εισέλθει στη συμβατική ενέργεια αλλά αποκλειστικά στις ΑΠΕ; Το επιχείρημα περί μετακύλισης κόστους στους πολίτες ακούγεται ακόμη πιο παράδοξο τη στιγμή που οι λογαριασμοί ρεύματος είναι ήδη φουσκωμένοι και επίκεινται νέες αυξήσεις λόγω της ανόδου της τιμής του πετρελαίου, ως συνέπεια του πολέμου στο Ιράν, ενώ η Κύπρος παραμένει ενεργειακά εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα. Αντί λοιπόν να υψώνονται τείχη, θα έπρεπε να επιταχύνουμε κάθε πρωτοβουλία που ενισχύει τη διείσδυση των ΑΠΕ, περιορίζει την εξάρτηση και δημιουργεί προϋποθέσεις για σταθερότερες και χαμηλότερες τιμές. Η Cyta δεν ζητεί προνομιακή μεταχείριση. Ζητεί εκσυγχρονισμό του θεσμικού της πλαισίου ώστε να μπορεί να δραστηριοποιηθεί σε μια αγορά που ήδη είναι ανοικτή. Η πρόεδρός της, Μαρία Τσιάκκα, υπενθύμισε ότι διεθνώς οι πάροχοι τηλεπικοινωνιών προσφέρουν και ενέργεια. Στην Κύπρο, όμως, φαίνεται να ισχύουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά». Άλλοι μπορούν να επεκτείνονται, αλλά η Cyta όχι. Στην τελευταία συνεδρία της Επιτροπής Οικονομικών, η Νομική Υπηρεσία ανέφερε πως δεν εντόπισε νομικό κώλυμα, επισημαίνοντας ότι το Σύνταγμα δεν θέτει περιορισμό ως προς τη δραστηριοποίηση των δύο οργανισμών. Η Έφορος Κρατικών Ενισχύσεων, Στέλλα Μιχαηλίδου, ξεκαθάρισε ότι η εμπλοκή της Cyta δεν συνιστά αυτομάτως κρατική ενίσχυση, εφόσον τηρηθούν οι όροι βιωσιμότητας και λογιστικού διαχωρισμού. Εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών τόνισε ότι η είσοδος της Cyta μπορεί να καλύψει ανάγκες ομάδων πελατών, ιδιαίτερα σε κτίρια όπου δεν μπορούν να εγκατασταθούν φωτοβολταϊκά. Ούτε η ΕΠΑ αντιτίθεται και επισημαίνει πως σκοπός του υγιούς ανταγωνισμού είναι η ύπαρξη αγορών ανοικτών στον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων επιχειρήσεων και όχι η δημιουργία μονοπωλίων ή κλειστών αγορών. Ακόμη και από πλευράς Υπουργείου Ενέργειας υπογραμμίστηκε ότι κάθε πρωτοβουλία προς όφελος των νοικοκυριών κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, με τις άδειες της ΡΑΕΚ να καθορίζουν το τελικό εύρος δραστηριότητας. Δηλαδή, υπάρχουν ρυθμιστικά φίλτρα και θεσμικές δικλείδες. Δεν πρόκειται για ανεξέλεγκτη επέκταση. Η ουσία είναι ότι η Κύπρος χρειάζεται περισσότερες ΑΠΕ, περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες επιλογές για τον καταναλωτή. Αν η ΑΗΚ ανησυχεί για απώλειες, η απάντηση δεν είναι να μπλοκάρει τον ανταγωνισμό, αλλά να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της. Αυτό επιβάλλει μια σύγχρονη οικονομία. Αν ίσως έχουν γίνει λάθη με την ΑΗΚ στο παρελθόν, δεν πρέπει να συμβεί το ίδιο και με την Cyta. Στο τέλος της ημέρας, τα κέρδη επιστρέφουν στην κοινωνία και στο κράτος. Επιβάλλεται να στηριχθεί η ΑΗΚ, όχι όμως, σε βάρος της Cyta. Σε μια περίοδο διεθνούς ενεργειακής αβεβαιότητας, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν ενοχλεί η επιθυμία της Cyta να δραστηριοποιηθεί στις ΑΠΕ. Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να κλείνουμε την πόρτα σε κάθε πρωτοβουλία που μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της χώρας και να ανακουφίσει τους πολίτες. Η αγορά δεν είναι a la carte. Και ο καταναλωτής δεν μπορεί να είναι όμηρος ισορροπιών. Πρέπει να είναι πάνω από όλα και όλους.