Εκρηκτική ανάπτυξη θα έχει τα επόμενα χρόνια η εγκατάσταση μπαταριών στις μεγάλες επιχειρήσεις και τις βιομηχανίες. Με την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας οι εταιρείες θα μπορούν να μειώσουν σημαντικά το ενεργειακό τους κόστος. Αυτό επισήμανε σε πρόσφατη εκδήλωση ο Στέλιος Ψωμάς, Ενεργειακός Σύμβουλος του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών (ΣΕΦ), τονίζοντας πως χάρις στις μπαταρίες οι εταιρείες θα μπορούν να αποθηκεύουν ηλεκτρισμό τις μεσημβρινές ώρες (όταν οι χονδρεμπορικές τιμές είναι κοντά στο μηδέν ή και αρνητικές) για να τον αξιοποιήσουν σε άλλες χρονικές ζώνες του 24ωρου. Μάλιστα, σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, καθώς η διείσδυση των φωτοβολταϊκών είναι πολύ μεγάλο στο ελληνικό ενεργειακό μίγμα, μία επιχείρηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει το παραπάνω πλεονέκτημα, ακόμη κι αν δεν διέθετε η ίδια εγκατεστημένα ηλιακά συστήματα. Πρακτικά, αυτό θα σήμαινε πως μόνο με την εγκατάσταση μπαταρίας, η οποία θα απορροφούσε ενέργεια αποκλειστικά για ιδιοκατανάλωση, θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το ενεργειακό της κόστος. Με βάση τα στοιχεία που παρουσίασε ο Ενεργειακός Σύμβουλος, σε μία τέτοια περίπτωση, μία επιχείρηση που συνδέεται στη μέση τάση θα είχε τη δυνατότητα να μειώσει τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού από 25% έως 50%. Επομένως, μέσα σε 7-8 χρόνια θα ολοκληρωνόταν η απόσβεση της επένδυσης. Ωστόσο, το πρόβλημα σε ένα τέτοιο σενάριο είναι πως η ελληνική νομοθεσία δεν δίνει αυτή την ευκαιρία στις επιχειρήσεις, δηλαδή δεν επιτρέπει την εγκατάσταση αποκλειστικά μπαταρίας από επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά πρόκειται για ένα «κενό» στο θεσμικό πλαίσιο που περιορίζει αδικαιολόγητα τη διείσδυση των μπαταριών σε καταναλωτές, με τον Σύνδεσμο Εταιρειών Φωτοβολταϊκών να έχει ζητήσει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να «ενεργοποιήσει» τη συγκεκριμένη δυνατότητα. Εγκατάσταση μπαταρίας με φωτοβολταϊκό Αυτή τη στιγμή, η νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα εγκατάστασης μπαταρίας σε συνδυασμό με φωτοβολταϊκό, ώστε μια επιχείρηση να επεκτείνει και εκτός των ωρών ηλιοφάνειας τις ώρες που καλύπτει τις ανάγκες της για ρεύμα με ηλιακή ενέργεια. Σύμφωνα με τον κ. Ψωμά, ένα τέτοιο σύστημα, για μικρές επιχειρήσεις, έχει χρόνο απόσβεσης τα 3-5 χρόνια. Όπως τόνισε, η καλύτερη επιλογή θα ήταν να επιλέξει κανείς τη λύση της «μηδενικής έγχυσης». Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όση «ηλιακή παραγωγή» περισσεύει (μετά την αξιοποίηση της μπαταρίας) δεν μένει εκτός δικτύου, χωρίς να πωλείται. Ένας βασικός λόγος για την επιλογή της συγκεκριμένης λύσης είναι πως τα συστήματα «μηδενικής έγχυσης» μπορούν να υλοποιηθούν πιο γρήγορα, αφού παίρνουν πιο εύκολα όρους σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ. Επίσης, έτσι κι αλλιώς η ενέργεια που θα περισσεύει, αν πωλείτο στο δίκτυο δεν θα «έφερνε» σημαντικά έσοδα στον ιδιοκτήτη του συστήματος. Προσθήκη μπαταρίας σε υπάρχον φωτοβολταϊκό Η τρίτη εναλλακτική αφορά νομικά και φυσικά πρόσωπα που διαθέτουν ήδη φωτοβολταϊκά, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να προσθέσουν σε αυτά μία μπαταρία. Σε αυτή την περίπτωση, όση ενέργεια εγχέεται στο δίκτυο απευθείας από το φωτοβολταϊκό συνεχίζει να αποζημιώνεται με την λειτουργική ενίσχυση, ενώ η ενέργεια που αποθηκεύεται στην μπαταρία (κατά τεκμήριο το μεσημέρι) και εγχέεται αργότερα τις βραδινές ώρες πωλείται με τιμές Χρηματιστηρίου (που κατά τεκμήριο είναι σημαντικά υψηλότερες). Με την μπαταρία μειώνεται το ρίσκο της επένδυσης και εξασφαλίζεται σε μεγάλο βαθμό η αρχική απόδοσή της. Απόδοση που απειλείται από περικοπές και συχνή εμφάνιση μηδενικών ή αρνητικών τιμών στη χονδρική αγορά. Έτσι, με βάση τον Ενεργειακό Σύμβουλο, με τα επιπλέον έσοδα προκύπτει πως το φωτοβολταϊκό είναι σαν να έχει αυξήσει τη λειτουργική του ενίσχυση κατά 20 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Πάντως, σύμφωνα με τον ΣΕΦ, ένα μειονέκτημα του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου είναι ότι βάζει κατώτατο όριο στην ισχύ που θα πρέπει να έχει η μπαταρία. Με αυτό τον τρόπο, χωρίς κάποιο προφανή λόγο περιορίζεται η ευελιξία επιλογής του παραγωγού, τη στιγμή που τα χαρακτηριστικά της μπαταρίας θα έπρεπε να είναι καθαρά επενδυτική απόφαση. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr