Η ερώτηση δεν ήταν δημοσιογραφική υπερβολή. Ήταν πραγματικότητα. Ένας διαιτητής βρισκόταν στο νοσοκομείο μετά από χτύπημα ποδοσφαιριστή. Οι διαιτητές μιλούσαν για απεργία. Αυτοκίνητα καταστρέφονταν έξω από γήπεδα. Και η κοινωνία κοιτούσε το ποδόσφαιρο σαν έναν μικρό καθρέφτη της ίδιας της έντασής της. Περάσαν δεκαετίες. Άλλαξαν κανονισμοί, μπήκαν κάμερες, VAR, πειθαρχικές επιτροπές, νέες διοικήσεις και νέες υποσχέσεις. Και όμως, το ερώτημα παραμένει. Γιατί η βία στα γήπεδα δεν γεννιέται μόνο από το πάθος των φιλάθλων. Γεννιέται πολύ πριν ακουστεί το πρώτο σφύριγμα. Γεννιέται στη γλώσσα που χρησιμοποιείται γύρω από το παιχνίδι. Όταν παράγοντες μιλούν για «σφαγές», όταν δηλώνουν ότι «μας έκλεψαν», όταν κατηγορούν έναν διαιτητή ότι «εκτέλεσε» την ομάδα τους, τότε η ένταση μεταφέρεται από το μικρόφωνο στην κερκίδα. Η λέξη γίνεται σύνθημα και το σύνθημα γίνεται οργή. Και τότε ο διαιτητής παύει να είναι λειτουργός του παιχνιδιού. Μετατρέπεται σε στόχο. Ίσως λοιπόν ένα από τα πιο απλά αλλά ουσιαστικά μέτρα να βρίσκεται εκεί όπου σπάνια κοιτάζουμε: στη γλώσσα των παραγόντων. Δεν θα ήταν υπερβολή να υπάρξει ένα άτυπο «γλωσσάρι ευθύνης» στο ποδόσφαιρο. Ένα ελάχιστο πλαίσιο αυτοσυγκράτησης στο δημόσιο λόγο. Διότι υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να πεις «σφαγή» και στο να πεις «αμφισβητούμενη απόφαση». Η πρώτη λέξη εξαγριώνει, η δεύτερη επιτρέπει διάλογο. Οι λέξεις των ηγετών ενός συλλόγου λειτουργούν σαν οδηγίες προς τις κερκίδες. Αν η γλώσσα είναι πολεμική, το γήπεδο γίνεται πεδίο μάχης. Αν είναι θεσμική, το ποδόσφαιρο παραμένει παιχνίδι. Ο άνθρωπος που ίσως θα το εξηγούσε με τον πιο ψύχραιμο τρόπο είναι ο Sigmund Freud. Στη θεωρία του για τις ανθρώπινες ορμές υποστήριζε ότι η επιθετικότητα είναι ένα βαθύ ένστικτο που οι κοινωνίες προσπαθούν να διοχετεύσουν σε ελεγχόμενα πλαίσια. Τα μαζικά αθλητικά γεγονότα είναι ακριβώς ένα τέτοιο πλαίσιο. Όταν όμως η απογοήτευση χρειάζεται έναν ένοχο, η επιθετικότητα μετατοπίζεται. Και στο ποδόσφαιρο ο πιο βολικός αποδέκτης της είναι ο άνθρωπος με τη σφυρίχτρα. Ο διαιτητής γίνεται το σύμβολο του κανόνα. Και η επίθεση εναντίον του είναι, στην ουσία, επίθεση εναντίον του ίδιου του κανόνα. Αλλά χωρίς κανόνες δεν υπάρχει παιχνίδι. Σαράντα πέντε χρόνια μετά το ερώτημα του περιοδικού ΕΙΚΟΝΕΣ, ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται μόνο στην αστυνομία, στις ποινές ή στις κάμερες. Ίσως να βρίσκεται σε κάτι απλούστερο αλλά βαθύτερο: στον τρόπο που μιλάμε για το παιχνίδι. Γιατί πριν σηκωθεί ένα χέρι εναντίον ενός διαιτητή, έχει προηγηθεί πάντα μια λέξη. Και καμιά φορά, η λέξη πονά περισσότερο από το χτύπημα Του Κρίστοφερ Πιτσιλλίδη Ιστοριοδίφη της Συλλογικής Μνήμης του Εφημεριδικού Τύπου Πηγή: Περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ Μάρτιος 1980