Απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου να κηρύξει απαγορευμένη μετανάστρια από το Νεπάλ και να εκδώσει εναντίον της Διατάγματα κράτησης και απέλασης, ακύρωσε το Διοικητικό Εφετείο, σύμφωνα με απόφασή του ημερομηνίας 10 Μαρτίου 2026, κρίνοντας ότι ενδέχεται να υπήρξε πλάνη των αρμόδιων Αρχών ως προς το πότε αυτή θεωρήθηκε ότι παρέμενε παράνομα στη Δημοκρατία. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η εφεσείουσα, υπήκοος Νεπάλ, είχε φθάσει στην Κύπρο το 2024 με άδεια εισόδου ως οικιακή βοηθός στη Λάρνακα. Στις 31 Ιανουαρίου 2025, υπέβαλε αίτηση για άδεια παραμονής προκειμένου να εργαστεί σε νέα εργοδότη στη Λάρνακα, κατόπιν αποδέσμευσής της στις 22 Μαΐου 2024 από τον πρώτο της εργοδότη και ακύρωσης της προηγούμενης άδειας παραμονής της. Σε σχετικό έγγραφο της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) Λευκωσίας, αναφέρεται ότι στις 9 Απριλίου 2025 παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια επιστολή αποδέσμευσης από την νέα εργοδότη της και στις 16 Μαΐου 2025 όταν συνελήφθη στη Λευκωσία, δεν εκκρεμούσε στο σύστημα οποιαδήποτε νέα αίτηση της, κατά δε την προφορική συνέντευξη ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα της και ότι σκοπό έχει να βρει νέο εργοδότη. Στη βάση εισήγησης της ΥΑΜ, οι αρμόδιες Αρχές κήρυξαν την Αιτήτρια απαγορευμένη μετανάστρια και εναντίον της εξέδωσαν Διατάγματα κράτησης και απέλασης, με αιτιολογία ότι παρέμεινε παράνομα στη Δημοκρατία από τις 9 Μαΐου 2025, όταν έληξε η προθεσμία να εξεύρει νέο εργοδότη. Το Διοικητικό Δικαστήριο είχε απορρίψει την προσφυγή της, κρίνοντας ότι οι αποφάσεις της διοίκησης ήταν επαρκώς αιτιολογημένες και βασισμένες στα στοιχεία που υπήρχαν στον διοικητικό φάκελο. Το Εφετείο, ωστόσο, εξέτασε εκ νέου τα δεδομένα και διαπίστωσε ότι υπήρχε σοβαρό ζήτημα ως προς το πότε ακριβώς άρχισε να μετρά η προθεσμία των 30 ημερών που είχε η εργαζόμενη για να εξεύρει νέο εργοδότη. Στην απόφασή του το Εφετείο σημειώνει ότι η Συμφωνία Αποδέσμευσης μεταξύ εργοδότριας και εργαζόμενης, ημερομηνίας 9 Απριλίου 2025, προέβλεπε ότι «ο εργαζόμενος υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας να αναζητήσει και να βρει νέο εργοδότη. Σε διαφορετική περίπτωση υποχρεούται να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία». Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε, το έγγραφο έφερε διαφορετικές ημερομηνίες υπογραφής από τα δύο μέρη. Συγκεκριμένα, η εργοδότρια υπέγραψε στις 9 Απριλίου 2025, ενώ η εργαζόμενη υπέγραψε την 1η Μαΐου 2025. Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, εάν ως ημερομηνία αποδοχής της συμφωνίας θεωρηθεί η 1η Μαΐου 2025 και όχι η 9η Απριλίου 2025, τότε η προθεσμία των 30 ημερών δεν είχε λήξει κατά τον χρόνο που οι Αρχές θεώρησαν τη γυναίκα παράνομη μετανάστρια. Όπως αναφέρει το Εφετείο «ανακύπτει επομένως το ερώτημα: Αν εκληφθεί ως ημερομηνία αποδοχής της Συμφωνίας Αποδέσμευσης η 1/5/2025 και όχι η 9/4/2025, τότε η αναφορά στα προσβαλλόμενα διατάγματα ότι η Εφεσείουσα κατέστη παράνομη από τις 9/5/2025 (ενώ θα έπρεπε από την 1/6/2025), ενδεχομένως να είναι πεπλανημένη, αφού σύμφωνα με τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149, Άρθρο 7, για να μετατραπεί μια πρόταση σε υπόσχεση, πρέπει να εκδηλωθεί αποδοχή της πρότασης και εν προκειμένω η αποδοχή της πρότασης φέρεται να εκδηλώθηκε την 1/5/2025 και όχι την 9/4/2025. Επομένως, στις 16/5/2025 που η Εφεσείουσα κηρύχθηκε απαγορευμένη μετανάστρια και εκδόθηκαν εναντίον της τα επίδικα διατάγματα, ενδεχομένως να μην είχε εκπνεύσει ο χρόνος των 30 ημερών (της προθεσμίας αρχομένης από την 1/5/2025) εντός του οποίου εδικαιούτο η Εφεσείουσα να εξεύρει νέο εργοδότη». Το Εφετείο υπενθύμισε ότι, αν και υπάρχει τεκμήριο υπέρ της ορθότητας των διαπιστώσεων της διοίκησης, αυτό μπορεί να ανατραπεί όταν προκύπτουν στοιχεία που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες. Όπως σημειώνεται στην Απόφαση, «Σύμφωνα με τη νομολογία, καθιερώνεται τεκμήριο υπέρ της ορθότητας των πραγματικών διαπιστώσεων της διοίκησης. Το τεκμήριο αυτό όμως κάμπτεται από τη στιγμή που η δραστηριότητα του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανή ουσιώδη πλάνη και να δημιουργήσει αμφιβολίες για την ορθότητα των διαπιστώσεων του πραγματικού εκ μέρους της διοίκησης, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, καθιστώντας πιθανή τη πλάνη ως αποτέλεσμα ελλιπούς έρευνας από μέρους της διοίκησης». Στο πλαίσιο αυτό, το Εφετείο κατέληξε ότι οι λόγοι έφεσης που σχετίζονταν με πλάνη και ελλιπή έρευνα από τη διοίκηση έπρεπε να γίνουν δεκτοί, ακυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Πηγή: ΚΥΠΕ