Η πρόσβαση σε προσιτή κατοικία εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα ελληνικά νοικοκυριά, με τις νεότερες ηλικίες να βρίσκονται αντιμέτωπες με ιδιαίτερα υψηλό κόστος στέγασης . Τα στοιχεία έρευνας της BluPeak Estate Analytics σε συνεργασία με την Ierax Analytics δείχνουν ότι η στέγη απορροφά πλέον σημαντικό μέρος του εισοδήματος, ενώ οι πιέσεις είναι εμφανώς εντονότερες στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η εξάρτηση από την αγορά ενοικίων είναι μεγαλύτερη. Η έρευνα εξετάζει δύο βασικές ηλικιακές ομάδες, τους 25 έως 35 ετών και τους 36 έως 55 ετών και αποτυπώνει μια αγορά κατοικίας που επηρεάζει ολοένα και περισσότερο την οικονομική κατάσταση αλλά και τις επιλογές ζωής των πολιτών. Οι νέοι διαθέτουν έως και το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγαση Στην ηλικιακή ομάδα των 25-35 ετών, το κόστος στέγασης αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες μηνιαίες δαπάνες. Σύμφωνα με την έρευνα, το 37% των νέων δηλώνει ότι δαπανά έως το 25% του εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες, ενώ ένα ακόμη 43% κατευθύνει από το 25% έως το 40% των αποδοχών του για τη στέγη. Αν προστεθούν τα δύο αυτά ποσοστά, προκύπτει ότι περίπου το 80% των νέων δαπανά έως και το 40% του εισοδήματός του για κατοικία, είτε πρόκειται για ενοίκιο είτε για άλλες δαπάνες που σχετίζονται με τη στέγαση . Την ίδια στιγμή, ένα σημαντικό τμήμα των νέων βρίσκεται σε ακόμη πιο δύσκολη οικονομική θέση. Το 14% δηλώνει ότι δαπανά από το 41% έως το 55% του εισοδήματός του για στέγαση, ενώ ένα επιπλέον 6% αναφέρει ότι διαθέτει πάνω από το 55% των αποδοχών του για κατοικία. Αυτό σημαίνει ότι περίπου ένας στους πέντε νέους δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για τη στέγη, επίπεδο που θεωρείται ιδιαίτερα υψηλό για τα δεδομένα της αγοράς κατοικίας. Κατά μέσο όρο, το ποσοστό εισοδήματος που κατευθύνεται στη στέγαση για τους νέους διαμορφώνεται περίπου στο 32%. Σχεδόν οι μισοί νέοι ζουν σε ενοίκιο Η αυξημένη οικονομική επιβάρυνση συνδέεται άμεσα με τη δομή της αγοράς κατοικίας για τους νέους. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 47% των ατόμων ηλικίας 25 έως 35 ετών ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία, ενώ μόλις το 27% κατοικεί σε ιδιόκτητο σπίτι. Παράλληλα, το 19% εξακολουθεί να διαμένει με την οικογένειά του, γεγονός που συνδέεται και με τη σχετικά υψηλή ηλικία αποχώρησης από το πατρικό σπίτι στην Ελλάδα, η οποία ξεπερνά τα 30 έτη. Ένα μικρότερο ποσοστό, περίπου 7%, δηλώνει ότι φιλοξενείται. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι για μεγάλο μέρος των νέων η πρόσβαση σε ανεξάρτητη κατοικία παραμένει δύσκολη, κυρίως λόγω του κόστους ενοικίων. Πιο σταθερή η κατάσταση για τις ηλικίες 36-55 ετών Η εικόνα διαφοροποιείται στην ηλικιακή ομάδα των 36 έως 55 ετών, όπου τα ποσοστά ιδιοκατοίκησης είναι υψηλότερα και η στεγαστική κατάσταση εμφανίζεται πιο σταθερή. Συγκεκριμένα, το 36% δηλώνει ότι διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία χωρίς δάνειο, ενώ το 18% κατοικεί σε ιδιόκτητο σπίτι με στεγαστικό δάνειο. Την ίδια στιγμή, το 34% ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία με επίσημη σύμβαση, ενώ περίπου 4% δηλώνει ότι ενοικιάζει χωρίς πλήρη δήλωση ή με άτυπη συμφωνία. Παρά τη μεγαλύτερη σταθερότητα που προσφέρει η ιδιοκατοίκηση, το κόστος στέγασης παραμένει σημαντικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, κατά μέσο όρο το 34% του καθαρού μηνιαίου εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση, ενώ το μέσο ποσό δαπάνης διαμορφώνεται περίπου στα 443 ευρώ τον μήνα. Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου το 36% των νοικοκυριών δεν πληρώνει στεγαστικό κόστος, κυρίως επειδή διαθέτει πλήρως εξοφλημένη κατοικία. Ωστόσο, για ένα σημαντικό ποσοστό το κόστος κατοικίας εξακολουθεί να αποτελεί βασική οικονομική επιβάρυνση. Μεγαλύτερη η πίεση στα αστικά κέντρα Ένα ακόμη βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι η στεγαστική πίεση δεν κατανέμεται με τον ίδιο τρόπο σε όλη τη χώρα. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η ζήτηση για ενοικιαζόμενες κατοικίες είναι υψηλή, το κόστος στέγασης αποτελεί μεγαλύτερο βάρος για τα νοικοκυριά. Αντίθετα, στην επαρχία η κατάσταση εμφανίζεται πιο ισορροπημένη, κυρίως λόγω υψηλότερων ποσοστών ιδιοκατοίκησης. Ενδεικτικά, στην επαρχία το ποσοστό των νέων που διαμένουν με την οικογένειά τους φτάνει το 35%, σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο του δείγματος. Αυτό σημαίνει ότι λιγότερα άτομα εξαρτώνται από την αγορά ενοικίων και συνεπώς η οικονομική πίεση είναι μικρότερη. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγεί γιατί η στεγαστική κρίση γίνεται πιο έντονα αισθητή στις μεγάλες πόλεις, όπου η προσφορά κατοικιών δεν συμβαδίζει πάντα με τη ζήτηση. Το στεγαστικό επηρεάζει τις αποφάσεις ζωής Η οικονομική επιβάρυνση που δημιουργεί το κόστος κατοικίας δεν επηρεάζει μόνο τον οικογενειακό προϋπολογισμό, αλλά και τις αποφάσεις ζωής των πολιτών. Σύμφωνα με την έρευνα, το 81% των νέων δηλώνει ότι οι συνθήκες στέγασης επηρεάζουν αρκετά ή πολύ τις επιλογές ζωής, όπως την επιλογή τόπου εργασίας, τη δημιουργία οικογένειας ή την απόφαση μετακίνησης σε άλλη περιοχή. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι το στεγαστικό ζήτημα έχει πλέον ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις, καθώς η δυνατότητα εξεύρεσης προσιτής κατοικίας επηρεάζει άμεσα τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζουν το μέλλον τους οι νεότερες γενιές. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr