Αυτή είναι μία γνώριμη σκηνή για πολλούς γονείς: παραλαμβάνουν το παιδί τους από τον παιδικό σταθμό, το ρωτάνε για τη μέρα του και λαμβάνουν αδιαφορία ή μονολεκτικές απαντήσεις. Γιατί συμβαίνει αυτό και τα παιδιά μοιάζουν να χάνουν την ενέργειά τους και να είναι σιωπηλά αφού φύγουν από το σχολείο και, τελικά, πώς πρέπει να αντιδράσουν οι γονείς; Η παιδαγωγός και συστημική σύμβουλος Eliane Retz επιχειρεί να βάλει τα πράγματα σε μία τάξη και αποσαφηνίζει την κατάσταση μέσα από ένα άλλο γνώριμο παράδειγμα: τη διάθεση των ενηλίκων μετά από μία απαιτητική μέρα στη δουλειά. «Αν κάποιος περίμενε από έναν ενήλικα, μετά από μια κουραστική ημέρα στη δουλειά, να δώσει αμέσως μια λεπτομερή αναφορά – θα είχε πάντα τη διάθεση να μιλήσει;», διερωτάται και εξηγεί ότι τα παιδιά , μετά από μια γεμάτη ημέρα στον παιδικό σταθμό, χρειάζονται κυρίως ηρεμία και να έρθουν κοντά με τους γονείς τους και όχι να βρεθούν αντιμέτωπα με ερωτήσεις και απαιτήσεις. «Ο παιδικός σταθμός ή ο βρεφονηπιακός σταθμός είναι για τα παιδιά πραγματικά σκληρή δουλειά. Είναι το ίδιο αγχωμένα και εξαντλημένα όπως και εμείς οι ενήλικες όταν χρειαζόμαστε ένα διάλειμμα», τονίζει από την πλευρά της η Susanne Sargk, επικεφαλής του τμήματος παιδικών σταθμών του συνδικάτου VBE στη Βάδη-Βυρτεμβέργη, μιλώντας στη Frankfurter Rundschau μέσω του δικτύου Ippen.Media. Το ρεπορτάζ παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία από τη Στατιστική Υπηρεσία της Γερμανίας σύμφωνα με τα οποία το 2025 στη χώρα, το 64% των παιδιών είχαν προκαθορισμένο ωράριο φροντίδας που ξεπερνά τις 45 ώρες την εβδομάδα, δηλαδή περισσότερες από οκτώ ώρες ημερησίως σε πενθήμερη βάση. Από την άλλη, η παιδαγωγός γονέων και αδειοδοτημένη ψυχολόγος Vanessa Lapointe μιλώντας στο Today's Parent εξηγεί ότι τα παιδιά πρέπει να διαχειριστούν κατά τη διάρκεια της παραμονής στο παιδικό σταθμό κάθε είδους προσδοκίες, απογοητεύσεις και προκλήσεις χωρίς να έχουν δίπλα τους την στορική παρουσία ενός γονέα και αυτό είναι «εξουθενωτικό». Πώς πρέπει να προσεγγίζουν οι γονείς τα παιδιά μετά τον παιδικό σταθμό Η Retz προτείνει στους γονείς να προσεγγίζουν τη συζήτηση μετά την παραλαβή με προσοχή και χωρίς πίεση. Μια καλή αρχή είναι να βασίζονται σε πράγματα που οι ίδιοι παρατηρούν. Αντί για άμεσες ερωτήσεις, μπορούν να κάνουν σχόλια όπως: «Στον διάδρομο είδα ζωγραφιές με λουλούδια. Είναι και η δική σου εκεί;» ή «Το παντελόνι σου είναι γεμάτο άμμο – έπαιξες έξω;». Τέτοιες παρατηρήσεις λειτουργούν ως πιο φυσικά ερεθίσματα για συζήτηση. Καθοριστικό ρόλο παίζει και η σωστή χρονική στιγμή. Μία πιο ήρεμη στιγμή κατά τη διάρκεια της ημέρας, όπως στο παιχνίδι ή σε μία αγκαλιά, τρώγοντας ή στην προετοιμασία για τον ύπνο θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες απαντήσεις. Τι να ρωτήσετε τα παιδιά Το πιο σημαντικό σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τους ειδικούς είναι όταν τα παιδιά αρχίζουν τελικά να μιλούν, οι γονείς να ακούν προσεκτικά, να δείχνουν ειλικρινές ενδιαφέρον – χωρίς να πιέζουν ή να διορθώνουν. Έτσι, τα παιδιά κατανοούν ότι οι εμπειρίες τους έχουν αξία. Όταν τελικά τα παιδιά χαλαρώσουν και είναι σε θέση να ανοιχτούν, οι ερωτήσεις δεν θα πρέπει να είναι γενικές, αλλά συγκεκριμένες και φυσικά διασκεδαστικές. Ακολουθούν, μερικές ερωτήσεις που θα οδηγήσουν σε απαντήσεις, που μπορεί να είναι μικρές αλλά μπορεί να δώσουν στον γονιό μία εικόνα από το πώς πέρασε το παιδί του τη μέρα στον παιδικό σταθμό: Ήταν καλή ή κακή μέρα σήμερα; Με ποιον έπαιξες σήμερα; Έμπλεξε κανείς σε μπελάδες σήμερα; Έκανε κανείς κάτι αστείο στο σχολείο σήμερα; Τι σε έκανε να χαμογελάσεις σήμερα; Τι παιχνίδια έπαιξες στο διάλειμμα; Τι έπαιξες με τα χέρια σου σήμερα; Ποιος ήταν ευγενικός μαζί σου σήμερα; Πότε ένιωσες πιο περήφανος για τον εαυτό σου σήμερα; Πες μου ένα καινούργιο πράγμα που έμαθες σήμερα. Τι σε έκανε να γελάσεις σήμερα. Έκανε κανείς κάτι καλό για σένα σήμερα; Ποιο ήταν το πιο ωραίο πράγμα που έκανες για κάποιον άλλο σήμερα; Ποιος έφερε το καλύτερο φαγητό για μεσημεριανό σήμερα; Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr