Η ειδική έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας για την απορρόφηση των κονδυλίων του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας σκιαγραφεί μια εικόνα που συνδυάζει φιλόδοξο σχεδιασμό με σοβαρές δομικές αδυναμίες, καθυστερήσεις και κινδύνους απώλειας ευρωπαϊκών πόρων. Πρόκειται για έναν εκτενή διαχειριστικό έλεγχο που καλύπτει την περίοδο από την έγκριση του κυπριακού Σχεδίου Ανάκαμψης το 2021 μέχρι τα μέσα του 2025 και αποτιμά τόσο τον αρχικό σχεδιασμό όσο και την πορεία υλοποίησης. Στον πυρήνα των ευρημάτων βρίσκεται η διαπίστωση ότι το Σχέδιο Ανάκαμψης της Κύπρου καταρτίστηκε υπό έντονη χρονική πίεση, χωρίς όμως να στηριχθεί σε μια ολοκληρωμένη στρατηγική ιεράρχησης έργων. Η επιλογή των επενδύσεων δεν βασίστηκε σε συνολική αξιολόγηση όλων των δυνητικών έργων με κριτήρια τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο και τον βαθμό ωριμότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενταχθούν δράσεις με αυξημένο ρίσκο καθυστερήσεων ή και μη υλοποίησης . Η έκθεση επισημαίνει ότι ο σχεδιασμός ήταν υπερβολικά φιλόδοξος και σε αρκετές περιπτώσεις μη ρεαλιστικός. Η Κύπρος επέλεξε να υλοποιήσει 133 διαφορετικά μέτρα, αριθμός που κρίθηκε δυσανάλογος για το μέγεθος της οικονομίας και των διοικητικών της δυνατοτήτων. Η πολυπλοκότητα αυτή επιβάρυνε το σύστημα διαχείρισης και παρακολούθησης, αυξάνοντας τον κίνδυνο αποκλίσεων από τα χρονοδιαγράμματα και, τελικά, απώλειας χρηματοδότησης . Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην απουσία συστηματικής αξιολόγησης κινδύνων κατά τον σχεδιασμό. Δεν τεκμηριώνεται η χρήση ενιαίας μεθοδολογίας για την εκτίμηση πιθανών εμποδίων, με αποτέλεσμα να υποεκτιμηθούν κρίσιμοι παράγοντες, όπως η ωριμότητα έργων ή οι διοικητικές δυνατότητες των φορέων υλοποίησης. Αυτό επιβεβαιώθηκε στην πράξη, καθώς η υλοποίηση συνοδεύτηκε από επαναλαμβανόμενες τροποποιήσεις του σχεδίου και μετακινήσεις χρονοδιαγραμμάτων . Σημαντικό εύρημα αφορά και το θεσμικό έλλειμμα στη διαδικασία διαβούλευσης. Η προετοιμασία του σχεδίου δεν στηρίχθηκε σε θεσμοθετημένο πλαίσιο δημόσιων διαβουλεύσεων, ενώ η σχετική πολιτική εγκρίθηκε εκ των υστέρων, το 2024. Αυτό περιόρισε τη συμμετοχή κοινωνικών και παραγωγικών φορέων και ενδεχομένως επηρέασε την ποιότητα των επιλογών και τον πραγματικό αντίκτυπο των παρεμβάσεων . Κατά την υλοποίηση, οι αδυναμίες του αρχικού σχεδιασμού έγιναν ακόμη πιο εμφανείς. Η Ελεγκτική Υπηρεσία καταγράφει σειρά παραγόντων που οδήγησαν σε καθυστερήσεις: έργα που δεν ήταν ώριμα, προβλήματα στις δημόσιες συμβάσεις, αυξημένα κόστη λόγω ενεργειακής κρίσης και πολέμου στην Ουκρανία, καθυστερήσεις σε αδειοδοτήσεις, αλλά και περιορισμένο ενδιαφέρον από δυνητικούς δικαιούχους. Όλα αυτά συνέθεσαν ένα περιβάλλον που δυσχέρανε την επίτευξη των οροσήμων . Το αποτέλεσμα αυτών των προβλημάτων αποτυπώνεται στα ποσοστά απορρόφησης. Μέχρι τον Αύγουστο του 2025, η Κύπρος είχε απορροφήσει μόλις το 56% της διαθέσιμης χρηματοδότησης, περίπου 567,7 εκατομμύρια ευρώ, κατατασσόμενη στην 20ή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ . Το χαμηλό αυτό ποσοστό, έναν χρόνο πριν τη λήξη του προγράμματος, αναδεικνύει τον κίνδυνο να χαθούν πόροι, παρά την αισιοδοξία των αρμόδιων αρχών για πλήρη απορρόφηση μέχρι το 2026. Ιδιαίτερα επικριτική είναι η έκθεση και ως προς τη μη αξιοποίηση της δανειακής διευκόλυνσης ύψους άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ. Παρά το γεγονός ότι τα δάνεια του μηχανισμού προσφέρονταν με ευνοϊκότερους όρους από τις αγορές, η Κύπρος δεν υπέβαλε κανένα αίτημα, ενώ σημαντικά έργα που συνδέονταν με αυτά, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, δεν προχώρησαν . Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο είναι ο τρόπος παρακολούθησης του σχεδίου. Αν και αναπτύχθηκε πληροφοριακό σύστημα, αυτό δεν αξιοποιήθηκε αποτελεσματικά για κεντρική εποπτεία και έγκαιρη παρέμβαση. Η έλλειψη αξιόπιστων και άμεσα διαθέσιμων δεδομένων περιόρισε τη δυνατότητα διορθωτικών ενεργειών σε περιπτώσεις καθυστερήσεων . Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός σχεδίου με σημαντικές δυνατότητες, αλλά και με σοβαρές αδυναμίες στον σχεδιασμό και την εκτέλεση. Οι επανειλημμένες τροποποιήσεις —πέντε συνολικά— αποτυπώνουν την ανάγκη προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που δεν είχε προβλεφθεί επαρκώς. Η ίδια η Ελεγκτική Υπηρεσία υπογραμμίζει ότι χωρίς την ευελιξία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο κίνδυνος απώλειας χρηματοδότησης θα ήταν ιδιαίτερα υψηλός . Διαβάστε αυτούσια την έκθεση έδω