Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και η ταυτότητα της παραδοσιακής μουσικής δεν εξαρτάται μόνο από τα δημιουργήματά της και τη θεματογραφία της, αλλά ίσως και κυρίως από τα όργανά της. Είναι το ξεχωριστό τους σχήμα, τα υλικά της κατασκευής τους, το ηχόχρωμα που παράγουν κι οι αρμονικές κλίμακες που επιτρέπουν, εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν τη μοναδικότητα των παραδοσιακών οργάνων, τόσο σε μουσικό, όσο και στο επίπεδο του αισθητικού αντικειμένου . Και πολύ περισσότερο, όταν το μουσικό όργανο είναι και χειροποίητο, με στολίδια μοναδικά κι ανεπανάλητα, τότε η ποιότητά και του ήχου και του αντικειμένου καθαυτού, είναι ακόμη μεγαλύτερη. Χειροποίητα μπουζούκια, λαούτα, τζουράδες, βιολιά Μπουζούκια, λαούτα, τζουράδες, βιολιά, κιθάρες, κανονάκια…Ξύλα διαφορετικής ποιότητας, κλειδιά και χορδές που πρέπει να ταιριάζουν με τον χαρακτήρα του οργάνου, που με τη σειρά του πρέπει να εκφράζει εκείνον που το παίζει. Όψη που με την ιδιαιτερότητα και την προσωπικότητά της, προσδίδει κι εκείνη επιπλέον κύρος και στο όργανο και τον εκτελεστή. 'Αλλωστε κι ο χαρακτήρας της παραδοσιακής μουσικής έχει πάντα τον χαρακτήρα της προσωπικότητας του μουσικού, σχετίζεται και με τη δεξιοτεχνία, αλλά και με τον τρόπο που εκφράζει τούτο το λαϊκό και παραδοσιακό αίσθημα, που μεταφέρει το ύφος και τα σύμβολά της στο παρόν. Το ΑΠΕ-ΜΠΕ επισκέφθηκε ιδιαίτερους κατασκευαστές παραδοσιακών, χειροποίητων, οργάνων και συνομίλησε μαζί τους για τη μοναδικότητα και τα μυστικά αυτής της τέχνης. Στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου στα Εξάρχεια Στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου στα Εξάρχεια, βρίσκεται το εργαστήριο του Νικόλα Μπρας. Γνωστό σε όλη την Ελλάδα για την εξειδίκευσή του, κυρίως στα βιολιά, αλλά και σε άλλα έγχορδα όργανα. Ο γιός του Σωκράτης, ένας από τους ιδιοκτήτες και κατασκευαστές που λειτουργούν το εργαστήριο του Νικόλα Μπρα, τονίζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και τον Γιώργη-Βύρωνα Δάβο πως «η δραστηριότητά του ξεκινά από το 1984, σχεδόν 40 χρόνια. Είναι το εργαστήριο, το οποίο είχε ξεκινήσει ο Νικόλαος Μπρας και αργότερα εγώ με τον συνεταιρό μου, τον Ηρακλή, το αναλάβαμε συνεταιρικά και συνεχίζουμε αυτό το έργο». Την ώρα που επισκεφθήκαμε τον χώρο, οι δεξιοτέχνες του εργαστηρίου επισκεύαζαν τον καβαλλάρη σε ένα κοντραμπάσο, έβαζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες σε ένα από τα περίφημα βιολιά του (που έχουν κερδίσει βραβεία και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για την κατασκευή, ενώ για τον ήχο τους τα προτιμούν και διάσημοι εκτελεστές, όπως ο Λεωνίδας Καβάκος πλάι στα ανεπανάληπτα βιολιά του Στραντιβάριους ή του Γκουαρνέρι), αλλά παράλληλα, τελείωναν και την παραγγελία μίας… αρχαίας λύρας. Ναι. Το εργαστήριο για πολλές δεκαετίες ασχολείται με επιστημονικό τρόπο, και με την κατασκευή αρχαίων οργάνων, όπως τις λύρες, ενώ αποτελεί και βατήρα για τη μουσική εκτέλεσή τους από σχήματα που ασχολούνται με την αναβίωση της αρχαίας μελωδίας. Τούτο το όργανο, που έχει γίνει συνώνυμο, ως σύμβολο αιώνιο και πανανθρώπινο, με τη λυρική ποίηση και το τραγούδι κατά παράδοση είναι κατασκευασμένο από κέλυφος χελώνας. Βέβαια, σήμερα στο οργανοποιείο Μπρα, περίτεχνα σκαλίζεται σε ξύλο η τέλεια απομίμηση του κελύφους της. Οι λύρες άλλοτε επτάχορδες ή δωδεκάχορδες ακόμη, που κατασκευάζονται στο εργαστήριο Μπρα, μελωδικά ακούγονται και σήμερα όπως τότε στα χέρια του Απόλλωνα και του μυθικού Ορφέα και των Πιερίδων Μουσών, των ομηρικών αοιδών, αλλά και των δεξιοτεχνών της χορικής και συμποσιακής λυρικής ποίησης, ή συνοδεύοντας τον χορό στο αρχαίο κλασσικό θέατρο. Μας θυμίζει όμως, πως και στη σύγχρονη ποίηση, από τη «λύρα τη δίκαιη στον ώμο» του Σολωμού, ίσαμε τον Σικελιανό και τους πιο μοντέρνους, το όργανο τούτο πάντοτε μνημονεύεται ως σύμβολο απέθαντο της ελληνικής παράδοσης. Αλλά τι ηλικίας είναι οι πελάτες του εργαστηρίου; Είναι φτασμένοι μουσικοί, επαγγελματίες ή ερασιτέχνες, νέοι, παλιότεροι ή ακόμη κι αρχάριοι; Ο Σωκράτης από το εργαστήριο Μπρα μάς απαντά πως «πλέον έτσι όπως είναι η κατάσταση γενικά στη χώρα μας, είναι πιο πολλοί οι πιο έτοιμοι μουσικοί, αυτοί που ψάχνουνε το χειροποίητο, γιατί είναι και το επάγγελμά τους. Αυτό ψάχνουν. Ένα καλό εργαλείο, γιατί η μουσική είναι η δικιά τους εργασία, από αυτή βγάζουν τα προς το ζην και για αυτό, θέλουν σίγουρα ένα καλό μουσικό όργανο. Βέβαια, υπάρχουν και νεότερα παιδιά που θέλουν να ξεκινήσουν και έχουν όνειρα για κάτι τέτοιο, αλλά βέβαια είναι λίγο πιο δύσκολο». Είναι δύσκολο να παραγγείλει κάποιος και να προμηθευθεί ένα τέτοιο χειροποίητο όργανο; «Ναι», θα απαντήσει ο Σωκράτης, «και αυτό έχει να κάνει με οικονομικούς λόγους. Γενικά, η οικονομική κατάσταση έχει επηρεάσει πάρα πολύ. Πλέον, ο κόσμος κατάλαβε ότι μπορεί να έχει ένα οποιοδήποτε μουσικό όργανο, χωρίς να τον ενδιαφέρει η ποιότητα τόσο πολύ» και όπως τονίζει, ο πολύς κόσμος ρέπει προς «την πιο οικονομική λύση». Όπως εξειδικεύει ο Σωκράτης, οι «νέοι δεν είναι εκείνοι αναζητούν την ποιότητα, δεν είναι αυτό που ψάχνουν τόσο, όσο την ποσότητα». Αλλά η πανδημία, που έκλεισε τον κόσμο στα σπίτια κι έδωσε περισσότερο χρόνο σε πολλούς να ασχοληθούν περισσότερο ή να ξεκινήσουν να ασχολούνται με τη μουσική , έχει επηρεάσει και τους κατασκευαστές οργάνων; Όπως τονίζει ο Σωκράτης, «μετά την πανδημία σταθήκανε πιο πολύ στο να μη χαλάνε τόσα πολλά χρήματα σε κάτι ποιοτικό, χαλάνε δηλαδή μόνο για να κάνουν τη δουλειά τους, δηλαδή το κέφι τους, το χόμπι τους και όλο αυτό. Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει και όχι μόνο στα μουσικά όργανα, γενικά σε όλους τους κλάδους όλων των επαγγελμάτων». «Χρόνια κάνω αυτή τη δουλειά, να φτιάχνω λαϊκά όργανα» Ο Παναγιώτης Καφετζόπουλος, που πλέον είναι συνταξιούχος, αλλά συνεχίζει να ανοίγει το εργαστήριό του, ως γραφείο μόνο κι ως «εντευκτήριο» για να δέχεται τους φίλους του, είναι ένας ιδιαίτερος και μοναδικός στο είδος του οργανοποιός. Μάλλον, θα έλεγε κανείς ένας καλλιτέχνης οργανοποιός, ένας «ιδαλγός» της δεξιοτεχνικής κατασκευής οργάνων, γιατί τα όργανά του είναι ξεχωριστά: κανένα δεν είναι το ίδιο, ακόμη και τα μοτίβα τους ή τα ξύλα και τα άλλα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένα, είναι αντισυμβατικά. Συχνά στα καπάκια χρησιμοποιεί δέρματα ή μέταλλο, ενώ μία από τις «ευρεσιτεχνίες του» είναι ότι προσθέτει «συμπαθητικές χορδές» στα όργανά του: επιπλέον χορδές, που δεν παίζονται από τον εκτελεστή, αλλά συμβάλλουν ώστε να εμπλουτίζουν τον ήχο. Αυτή η μοναδικότητα των οργάνων του (την ώρα που βρισκόμαστε στο εργαστήριο μας δείχνει ένα ιδιαίτερο έγχορδο, με σκάφος σαν μεταλλικό δοχείο) τα έχει καταστήσει συλλεκτικά, ενώ διαλεκτοί οργανοπαίκτες (όπως ο επιστήθιος φίλος του Βαγγέλης Κορακάκης) έχουν προμηθευθεί όργανα του Καφετζόπουλου εξαιτίας του ιδιαίτερου ήχου και της αμίμητης ποιότητας και τέχνης του. «Κι ο Κορακάκης έρχεται εδώ συχνά κι έχει πάρει κι αυτός αρκετά όργανα», μας λέει ο ίδιος. Και συνεχίζει ο Π. Καφετζόπουλος, «χρόνια κάνω αυτή τη δουλειά, να φτιάχνω λαϊκά όργανα. Πάντοτε προσπαθούσα να μην κάνω ποτέ το ίδιο όργανο, να το επαναλαμβάνω κάθε φορά. Ήθελα να έχει και κάτι διαφορετικό πέρα από την αισθητική του. Το διαφορετικό ήτανε στα υλικά του οργάνου, στο καπάκι έχω βάλει αρκετά διαφορετικά ξύλα, αντί για το έλατο στο καπάκι έχω βάλει δέρμα. Αλλά και τα μεγέθη μπορεί να είναι διαφορετικά ή η τρύπα στο όργανο. Τέλος πάντων, έχουν διαφορές απ' τα συμβατικά όργανα του εμπορίου. Ο Παναγιώτης Καφετζόπουλος είναι κατηγορηματικός: «Όχι δεν έπαιρνα παραγγελίες, δεν πήρα ποτέ παραγγελίες. Ίσως στην αρχή, όταν πρωτοξεκίνησα, πήρα κάποιες, όμως μετά όχι. Τα έφτιαχνα με δική μου πρωτοβουλία και τα παίρνανε. Υπάρχουν βέβαια, άνθρωποι που έχουνε πάρει πολλά όργανα από δω και πολλές φορές, όχι μόνο ένα. Έχουν γίνει συλλέκτες τους δηλαδή». «Ένα από τα πιο έτσι τολμηρα πράγματα που προσπάθησα να κάνω», μας λέει ο Π. Καφετζόπουλος, «ήταν να φτιάξω κάποια όργανα με συμπαθητικές χορδές. Αυτές είναι είναι 12 χορδές, οι οποίες είναι κάτω από την ταστιέρα και δεν τις χτυπάει ο παίχτης, απλά συντονίζονται με τις κύριες χορδές και πλουτίζει ο ήχος πριν. Στα συμπαθητικά όργανα μπορούμε να δούμε πώς είναι στερεωμένες στο καράουλο και ότι έχουν ένα δεύτερο καβαλάρη. Εντάξει είναι μία πολύπλοκη κατασκευή, πολύ δύσκολη, αλλά νομίζω ότι αξίζει τον κόπο». Καρπός της 40χρονης πορείας του Π. Καφετζόπουλου ένα βιβλίο, κατάθεση ψυχής, μία εκ βαθέων εξιστόρηση της ζωής του, αλλά και ένας κατατοπιστικός κατάλογος για τα ιδιαίτερα και μοναδικά όργανα που έχει κατασκευάσει, με πλούσιο φωτογραφικό υλικό και επεξηγήσεις. Ενδεικτικός ο τίτλος του: «Πώς να μην έλθει μετά η μουσική; Ένα ταξίδι από τον πάφκο του οργανοποιείου (εκδ. Νεφέλη, 2023)». «Το βιβλίο ήταν οι φίλοι που έρχονταν εδώ, ήταν οι άνθρωποι που πήραν τα όργανα. Γιατί όλο αυτό δεν έγινε για να βγει το βιβλίο, όλο αυτό ήτανε 40 χρόνια πολύ ωραία, για το πώς ήταν η κατάσταση. Όχι μόνον το να φτιάχνουμε όργανα, αλλά το πώς --όπως καλή ώρα εσείς που ήρθατε και μιλάμε εδώ--ένας φίλος πέρασε πριν και θέλει να δει μερικά όργανα μου, οι φίλοι που έρχονται και ρωτάνε. Ή έρχονται πολλοί νέοι και με ρωτάνε, γιατί προσπαθούν να φτιάξουν κι εκείνοι όργανα. Όλα αυτά είναι πάρα πολύ καλά». Και πράγματι, την ώρα που βρισκόμασταν στο εργαστήριό του, ένας «εραστής» της οργανοποιϊας του Καφετζόπουλου, που διαμένει μάλιστα στην Αγγλία, μπήκε για να τον χαιρετίσει και να μνημονεύσει τα τέσσερα όργανα, συλλεκτικά κομμάτια, που έχει προμηθευθεί. «Αυτός ήθελε όργανα με συμπαθητικές χορδές, δεν μπόρεσε να βρει. Δεν ξέρω πού έχει βρει την τετράδα που έχει. Όπως είπα παραγγελίες δεν έπαιρνα, οπότε δεν μπορούσα να του φτιάξω. Τώρα, εδώ και δύο τρία χρόνια ψάχνει όργανα μου, δεν ξέρω τι έχει». Το οργανοποιείο στην οδό Διδότου Ο Παναγιώτης Τουλίκας, που διατηρεί οργανοποιείο στην οδό Διδότου από το 2017 μας λέει πως τον επισκέπτονται «και επαγγελματίες, αλλά και νέοι. Δηλαδή, κάποιος έχει ένα οργανάκι, που μπορεί μέσα στα χρόνια να έχει πάθει κάποιες ζημιές και έρχεται να το επισκευάσει. Είναι και καινούργια παιδιά, που θέλουν να μπουν στο χώρο της μουσικής, του παιξίματος πιο πολύ και παραγγέλουν καινούργια όργανα. Εκτός από αυτούς, υπάρχουν κι εκείνοι που έχουν ήδη ένα όργανο και ήθελαν να το αναβαθμίσουν». Όπως τονίζει ο Παναγιώτης Τουλίκας: «Κατασκευάζω κυρίως μπουζούκια και κιθάρες. Δέχομαι παραγγελίες από όλη την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό. Έχω ανθρώπους που έχω κατασκευάσει όργανα κι έχω αρκετές παραγγελίες για να κατασκευάσω καινούργια όργανα. Ο κόσμος προτιμάει ένα καινούργιο χειροποίητο όργανο από ένα σε εισαγωγικά βιομηχανοποιημένο». Σχετικά με τη σημερινή κατάσταση μάς λέει ο Παναγιώτης Τουλίκας: «Και βέβαια έχει αλλάξει και μέσα στην κρίση την οικονομική από το 2009 και μετά. Έχει αλλάξει όλο αυτό το πράγμα και μέσα στην πανδημία, επειδή κλειστήκαμε στα σπίτια μα ,έγινε πιο εσωτερική η κατάσταση και οπότε στράφηκε αρκετός κόσμος στο να μάθει κάτι καινούργιο. Εγώ, το είδα σε προσωπικό επίπεδο, τουλάχιστον. Μου ήρθαν καινούργιες παραγγελίες, για αυτό ακριβώς το λόγο: το ότι σου λέει καθόμαστε και δεν έχουμε τι να κάνουμε. Ας ξεκινήσουμε να πάρουμε ένα όργανο και να μάθουμε να παίζουμε». Ο Παναγιώτης Τουλίκας είναι γενικά αισιόδοξος για το πώς θα εξελιχθεί η δουλειά του και στο μέλλον: «Εντάξει είμαι αισιόδοξος, δεν το συζητάμε. Εγώ πιστεύω πως έχει να κάνει το γεγονός ότι ο κόσμος πάντα κάποιες φορές στρέφεται στην πραγματική του ανάγκη και πραγματικά, βλέπω ότι το εκτιμάει αυτό σε μεγάλο βαθμό, να πάρει κάτι το οποίο αξίζει, το οποίο είναι χειροποίητο». Ο Σάκης Καρακάσης κατασκευάζει κανονάκια Ο Σάκης Καρακάσης κατασκευάζει κανονάκια. Όργανα απαιτητικά στην κατασκευή τους κι όπως μας εξηγεί, πολλά από τα στοιχεία τους, πχ τα κλειδιά ή ορισμένα στολίδια, δεν υπάρχουν στην Ελλάδα και χρειάζεται να ταξιδεύσει στο εξωτερικό για να τα προμηθευθεί: «Κατασκευάζω κανονάκι από την αρχή μέχρι το τέλος. Κάνω αποκλειστικά αυτό το επάγγελμα για πάνω από μία δεκαετία. Δεν γνωρίζω εάν υπάρχουν άλλοι στο χώρο που φτιάχνουν αυτό το όργανο, που ασχολούνται με αυτό το τρίγωνο του Πυθαγόρα». Το εργαστήριό του, το αποδεικνύει, πρέπει ο ίδιος να κόβει με την κορδέλα και με μεγάλη ακρίβεια τα ξύλα, εκείνος πρέπει να ταιριάζει με περισσή επιδεξιότητα τα κομμάτια, να τα στολίζει με περίτεχνες απεικονίσεις--σχεδόν πίνακες ζωγραφικής κάποιες φορές--στο καπάκι, να συντονίζει τα κλειδιά: «Πώς κουρδίζεται αυτό το όργανο είναι παράξενο, αλλά είναι και γλυκό». Ο ίδιος είναι και μουσικός.'Αλλωστε η αγάπη για τούτο το όργανο με τον γλυκό ήχο και την πλουμιστή όψη τον έστρεψε και στην κατασκευή, ίσως κι από ανάγκη γιατί όπως μας εξήγησε, δεν υπήρχαν παλιότερα κατασκευαστές στην Ελλάδα. «Είμαι επαγγελματίας μουσικός αλλά με τράβηξε πιο πολύ η κατασκευή του οργάνου. Ξεκίνησα από τον Σίμωνα Καρρά, συνέχισα στην κρατική τεχνική σχολή βυζαντινής μουσικής και τώρα, είμαι στον ιδιόκτητο χώρο μου. Εδώ, στο σπίτι μου φτιάχνω κανονικά από την αρχή μέχρι το τέλος κανονάκια, το τρίγωνο του Πυθαγόρα», τονίζει, αναφερόμενος στο τέλειο ορθογώνιο τρίγωνο ξύλο του ηχείου στο όργανο, σχήμα πάνω στο οποίο βασίζεται το Πυθαγόρειο Θεώρημα. Η δουλειά της κατασκευής ενός τέτοιου οργάνου είναι πολύ απαιτητική, υπογραμμίζει. «Κάθε χρόνο φτιάχνω περίπου έξι με επτά κανονάκια, άντε 8 το πολύ για να φτιάξω ολόκληρα». Ο Σάκης Καρακάσης δουλεύει μόνο με παραγγελίες. «Τόσο από την Ελλάδα, όσο κι από το εξωτερικό. Μπορώ να πω ότι από το εξωτερικό έχω περισσότερες παραγγελίες, αλλά τώρα έχω πολλές κι από την Ελλάδα. Ιδίως τώρα που το όργανο αναγνωρίστηκε και δίνονται διπλώματα οργανοπαίκτη, γιατί τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε αναγνώριση, τώρα υπάρχει κι ενδιαφέρον από την Ελλάδα, δόξα τω Θεώ». Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που ναι μεν τους αρέσει να μάθουν να παίζουν κανονάκι, αλλά μπορούν να το προμηθευθούν; «Το κανονάκι», τονίζει ο ίδιος, «είναι ένα ακριβό σπορ, αλλά πολύ όμορφο και σπάνιο, δεν το βρίσκεις κάθε μέρα δεν είναι ένα μπουζούκι, μία κιθάρα, αξίζει να ασχοληθείς». Κι επιπλέον δύσκολο: «Πολλοί νομίζουν ότι τα όργανα που έρχονται από το εξωτερικό είναι καλύτερα. Έχω πολλούς πελάτες που έρχονται για να επισκευάσουν το όργανό τους γιατί την έχουν πατήσει. Νομίζουν πως το όργανο θα παίξει μόνο του. Έχουν διαφορά, εδώ έχουμε καλύτερη ποιότητα ξυλείας απ' ό,τι στο εξωτερικό. Το ξέρω γιατί κι εγώ στο εξωτερικό έμαθα να φτιάχνω κανονάκια". Το συμπέρασμα που βγαίνει από την περιδιάβασή μας στα εργαστήρια των κατασκευαστών παραδοσιακών οργάνων, είναι πως για όποιον ασχολείται με τη μουσική, ακόμη κι εάν δεν είναι σε επαγγελματικό επίπεδο, ένα καλό όργανο χειροποίητο αποτελεί το επιστέγασμα της ενασχόλησής του με τον κόσμο της αρμονίας. Η ποιότητα του ήχου, η μελικότητα που εκπέμπει, αλλά και τα προσωποποιημένα στολίδια του, η αισθητική καλαισθησία στο ‘πλούμισμα' του χειροποίητου οργάνου, το καθιστούν συχνά ένα μικρό έργο τέχνης. Εξάλλου, η κατασκευή ενός οργάνου είναι μία δουλειά απαιτητική, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή κι ακρίβεια στην κάθε λεπτομέρεια--γιατί το παραμικρό λάθος έχει επίπτωση και στο ηχόχρωμα, αλλά και στη ‘ζωή' κι αντοχή το ίδιου του οργάνου-- και προπαντός το προσωπικό μεράκι του κατασκευαστή, ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο αποτέλεσμα. Τα σημερινά εργαστήρια κατασκευής παραδοσιακών οργάνων, μπορούμε να πούμε ότι είναι οι αφανείς ήρωες της πολιτιστικής παραγωγής στη χώρα μας. Γιατί, προσφέροντας όργανα υψηλής ποιότητας, αποτελούν διαρκή πόλο έλξης για τους οργανοπαίκτες κάθε επιπέδου, προσφέρουν κίνητρα σε νέους ανθρώπους να ασχοληθούν σοβαρά με τη μουσική. Κυρίως δε, συνεχίζουν να κρατούν άσβεστη την μουσική κληρονομιά του τόπου μας, συμβάλλοντας στη μουσική παιδεία και πλουτίζοντας αισθητικά την καθημερινότητά μας. ΑΠΕ-ΜΠΕ Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr