Η Μαρινέλλα και το αθάνατο νερό -Η αγέρωχη τραγουδίστρια που όμοια της δεν θα υπάρξει ποτέ
iefimerida

Η Μαρινέλλα και το αθάνατο νερό -Η αγέρωχη τραγουδίστρια που όμοια της δεν θα υπάρξει ποτέ

Από το ημιυπόγειο της Θεσσαλονίκης μέχρι τη σκηνή του Ηρωδείου, η διαδρομή της Μαρινέλλας χτίστηκε με επιλογές που κράτησαν τη φωνή, το σώμα και τη ζωή της ακριβώς στο ύψος που ίδια επιθυμούσε. Η φωνή της έφερε τον σπαραγμό χωρίς ίχνος μελό. Ήταν καταιγιστική με μια βελούδινη τρυφερότητα για φόδρα. Ήταν λάβαρο για το πένθος και τη συντριβή, αλλά και για τη χαρά και την ανεξαρτησία. Αυτό δεν το προσφέρει κανένα ταλέντο, καμία σπουδή, καμία στρατηγική. Πρέπει να έχεις μια προσωπικότητα και ένα πείσμα και έναν τρόπο να βλέπεις τα πράγματα, με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά ανοιχτή, όπως αυτόν της Μαρινέλλας. Απόγευμα Σαββάτου 28 ης Μάρτη, από τα μισάνοιχτα παράθυρα των αυτοκινήτων στους δρόμους της πόλης, στις εθνικές οδούς, η φωνή της γλίστρησε έξω, την ώρα που ο ήλιος έδυε. Τα ραδιόφωνα έκοψαν την ροή του προγράμματος να ανακοινώσουν ότι η Μαρινέλλα έφυγε, σε ηλικία 87 ετών, μετά το βαρύ εγκεφαλικό που υπέστη πάνω στη σκηνή του Ηρωδείου, ενώ τραγουδούσε, τον Σεπτέμβριο του 2024. Βάζω να ακούσω το «Καμιά φορά» -αυτό το «καμιά φορά λέω να αλλάξω ουρανό μα δεν υπάρχουν δρόμοι» που είναι κάτι σαν τατουάζ εσωτερικό των ανθρώπων της εποχή μας. Και αμέσως μετά ο αλγόριθμος (;), το κάρμα (;) με πετούν στο τραγούδι του Φρανκ Σινάτρα «My way», με τον ίδιο να κάνει την εισαγωγή λέγοντας ότι θα τραγουδήσει τον εθνικό ύμνο. Κάπως έτσι το «My Way» γίνεται το ιδανικό κατευόδιο για την Μαρινέλα -άλλωστε ο Σινάτρα την είχε ακούσει να τραγουδά και είχε πει «Aν αυτή η γυναίκα διάλεγε να κάνει διεθνή καριέρα, δύο εβδομάδες θα ήταν αρκετές για να μιλάει γι’ αυτήν όλος ο κόσμος». ΗΜαρινέλλα έφυγε σε ηλικία 87 ετών, κλείνοντας μια διαδρομή που ξεκίνησε από ένα ημιυπόγειο της Θεσσαλονίκης και κατέληξε να ορίσει το πώς στέκεται μια γυναίκα στη σκηνή του ελληνικού τραγουδιού για περισσότερα από εξήντα χρόνια. Αυτή, η πρώτη γυναίκα «λαϊκιά» που σηκώθηκε όρθια από την πίστα, που έκοψε τα μαλλιά της κοντά, που φόρεσε παντελόνια. Έζησε όπως ήθελε. Με τον δικό της τρόπο, που δεν κοπιάρεται. Από την εικόνα και τη στάση στη σκηνή ως τη ζωή. Δεν παντρεύτηκε τον πατέρα του νεογέννητου παιδιού της επειδή έπρεπε. Λίγους μήνες μετά παντρεύτηκε τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ήταν φίλη στενή με όλους τους πρώην της – ποιος/ποια το κάνει αυτό. Κυρίως εκείνες τις δεκαετίες. Η Κυριακή Παπαδοπούλου, η Κική μιας εξαμελούς οικογένειας, μεγάλωσε σε χρόνια σκληρά, με πείνα, κρύο και φόβο, σε μια Ελλάδα που ωρίμαζε τα παιδιά της απότομα. «Ανήκω σε μια γενιά που ωρίμασε γρήγορα», έλεγε, περιγράφοντας μια παιδική ηλικία όπου η στέρηση συνυπήρχε με μια βαθιά αίσθηση οικογενειακής συνοχής και αγάπης. Αξιοπρέπεια Λάτρευε και είχε πρότυπα τον πατέρα της Γιώργο -το όνομά του έδωσε στην μοναχοκόρη της Τζωρτζίνα- και την μητέρα της Δόμνα. Εκεί διαμορφώθηκε ένας χαρακτήρας που κράτησε την έννοια της προσφοράς, της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας ως καθημερινή πρακτική και όχι ως δημόσια δήλωση. Στα τέσσερα της χρόνια τραγουδούσε σε ραδιοφωνική εκπομπή, λίγα χρόνια μετά δούλευε παράλληλα με το σχολείο, ενώ η είσοδός της στα μπουλούκια της επιθεώρησης έφερε την πρώτη επαφή με τη σκηνή ως σωματική δοκιμασία. Περιόδευε σε συνθήκες πρόχειρες, πάνω σε σκηνές με σανίδια που στερεώνονταν πάνω σε βαρέλια, με καθημερινές πρόβες και αλλεπάλληλες αλλαγές έργων, αποκτώντας εκείνη τη σκηνική πειθαρχία που αργότερα θα φαινόταν ως φυσικό χάρισμα. Το πέρασμα στο τραγούδι ήρθε τυχαία, όταν αντικατέστησε μια άρρωστη τραγουδίστρια σε περιοδεία, ερμηνεύοντας τραγούδια την Βέμπο που ήταν το είδωλό της. Από εκείνη τη στιγμή, η πορεία της πήρε κατεύθυνση. Το σχολείο που λεγόταν Καζαντζίδης Το 1956 απέκτησε το όνομα με το οποίο θα την γνωρίσει το κοινό. Το «Μαρινέλλα» γεννήθηκε μέσα από μια πρακτική ανάγκη, σχεδόν με αδιαφορία από την ίδια, που τότε έβλεπε τη δουλειά στο πάλκο ως κάτι προσωρινό.  «Το Κυριακή Παπαδοπούλου είναι όνομα για γραμματέα» της είπαν. Η συνάντηση με τον Στέλιο Καζαντζίδη ήταν καθοριστική σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Μαζί του έμαθε την οικονομία της ερμηνείας, την ακρίβεια της φράσης, τη διαχείριση της φωνής ως εργαλείου που απαιτεί μέτρο και συγκέντρωση. Η κοινή τους πορεία περιλάμβανε επιτυχίες, περιοδείες, κινηματογράφο, θέατρο και έναν γάμο που κράτησε λίγο, αφήνοντας όμως ένα ισχυρό αποτύπωμα. «Μεγάλο σχολείο ο άνθρωπος αυτός», είπε για εκείνον, αναγνωρίζοντας τη σημασία της μαθητείας δίπλα του, πριν επιλέξει να συνεχίσει μόνη. Η απόφαση να προχωρήσει ως σολίστ συνδέεται άμεσα με μια άλλη φράση της που συνοψίζει τον χαρακτήρα της: «Μου άρεσε να είμαι σολίστ». Σπάζοντας τους κώδικες της πίστας Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μετά, η Μαρινέλλα χτίζει μια προσωπική ταυτότητα που υπερβαίνει τα όρια του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάζεται με τον Γιώργο Κατσαρό, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Κώστα Χατζή και μια σειρά δημιουργών που διαμόρφωσαν το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Το «Άνοιξε πέτρα» και το «Σταλιά-σταλιά» παραμένουν μέχρι σήμερα σημεία αναφοράς, ενώ το «Ρεσιτάλ» του 1976 αποτέλεσε μια από τις πιο εμπορικές και επιδραστικές δισκογραφικές στιγμές της εποχής. Παράλληλα, η παρουσία της στο σινεμά και στο θέατρο επεκτείνει τη σχέση της με την ερμηνεία πέρα από το τραγούδι. Η ίδια αντιλαμβανόταν τη σκηνή ως έναν χώρο συνολικής έκφρασης. «Τραγουδώ ερμηνεύοντας ρόλους», είχε πει, δίνοντας το κλειδί για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο δούλευε. Η φωνή, το σώμα, η κίνηση, η άρθρωση, η ένταση της στιγμής λειτουργούσαν ως ενιαίο σύστημα.  Τα χέρια της, μία ολόκληρη χορογραφία, έγραφαν ιστορίες ολόκληρες στον αέρα όσο αυτή τραγουδούσε. Μια γυναίκα χορτασμένη Η Μαρινέλλα έφερε κινησιολογία, θεατρικότητα, ενδυματολογικές επιλογές που άλλαξαν τον κώδικα της πίστας. Εισήγαγε μια αισθητική που συνδύαζε το λαϊκό με το μοντέρνο στοιχείο. Οι επιλογές αυτές προκάλεσαν αντιδράσεις, σχολιάστηκαν, παρερμηνεύτηκαν, λειτούργησαν όμως ως αφετηρία για μια νέα σκηνική αντίληψη. Η προσωπική της ζωή κινήθηκε με την ίδια ανεξαρτησία. Η γέννηση της κόρης της Τζωρτζίνας το 1973, χωρίς γάμο, αποτέλεσε μια απόφαση που ξεπερνούσε τα όρια της εποχής. «Αυτή είμαι», είχε πει, επιλέγοντας να μην προσαρμοστεί στις κοινωνικές προσδοκίες. Η σχέση της με τον Τόλη Βοσκόπουλο και το τέλος της επιβεβαιώνουν μια σταθερή στάση απέναντι στις προσωπικές επιλογές: η ζωή της δεν διαμορφώθηκε με βάση την ανάγκη διατήρησης μιας εικόνας, αλλά μέσα από αποφάσεις που διατηρούσαν την ελευθερία της. Στην καθημερινότητά της, η εικόνα διαφοροποιείται από τη σκηνική ένταση. Ξυπνούσε νωρίς, ζούσε με την κόρη και τα εγγόνια της αλλά και με την αδελφή της, φρόντιζε το σπίτι, τα φυτά, τη ρουτίνα που δημιουργεί ισορροπία. Έδινε σημασία στη φιλία ως σχέση χρόνου και δοκιμασίας, διατηρώντας λίγους ανθρώπους δίπλα της. Η στάση της απέναντι στη ζωή συνοψίζεται στη φράση: «Είμαι μια γυναίκα χορτασμένη. Αισθάνομαι πολύ τυχερή γιατί έχω ζήσει δεκάδες ζωές». Χωρίς νοθευμένα υλικά Η σχέση της με το κοινό βασίστηκε σε αυτό που η ίδια ονόμασε «κατάθεση». Περιέγραφε τη δουλειά της με μια απλή μεταφορά: «Κάνω καλά σπίρτα. Δεν χρησιμοποιώ νοθευμένα υλικά», έλεγε σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της στην Καθημερινή. Η φράση αποτυπώνει μια ηθική της δημιουργίας όπου το ζητούμενο είναι η ποιότητα και η συνέπεια, ακόμη και όταν αυτή η επιλογή κοστίζει σε ταχύτητα επιτυχίας. Η αντίληψη αυτή καθόρισε και τη στάση της απέναντι στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Μιλούσε για τη βιασύνη των νέων καλλιτεχνών, για την έλλειψη μαθητείας, για τη μετατροπή του τραγουδιού σε προϊόν άμεσης κατανάλωσης. Τόνιζε την ανάγκη εκπαίδευσης, την αξία της φωνητικής τοποθέτησης, τη σημασία της διάρκειας. «Το πιο δύσκολο είναι να σταθείς», έλεγε, συνοψίζοντας την εμπειρία δεκαετιών. Η ίδια απέφυγε συστηματικά την υπερβολική έκθεση. Δεν ενδιαφερόταν για την τηλεοπτική παρουσία, απέρριψε προτάσεις συμμετοχής σε σόου, διατήρησε απόσταση από τα μέσα που μετατρέπουν την προσωπική ζωή σε θέαμα. Η Μαρινέλλα και ο μύθος Η έννοια του «μύθου» την άφηνε αδιάφορη. «Ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος», δήλωνε, επιμένοντας σε μια ταυτότητα που βασίζεται στην εργασία και την παρουσία. «Εγώ υπάρχω, γιατί θέλω να υπάρχω» αποτελεί τη φράση που συμπυκνώνει τη διαδρομή της, συνδέοντας την επιμονή με την επιλογή. Χειραφετημένη γυναίκα, έδωσε το παράδειγμα της ελεύθερης βούλησης και της ανεξαρτησίας σε εποχές παγιωμένου συντηρητισμού. Η σχέση της με την ομοφυλοφιλική κοινότητα αποτελεί ένα από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία της κοινωνικής της στάσης. Σε εποχές περιορισμού και φόβου, στήριξε νέους ανθρώπους με πρακτικούς τρόπους, προσφέροντας βοήθεια χωρίς δημοσιότητα. Η πράξη αυτή εντάσσεται σε μια γενικότερη αντίληψη για τον ρόλο του καλλιτέχνη ως προσώπου που λειτουργεί μέσα στην κοινωνία με ευθύνη. Στη σκηνή παρέμεινε ενεργή μέχρι τα τελευταία χρόνια, με εμφανίσεις που διατηρούσαν την ένταση και την ακρίβεια της ερμηνείας της. Η φωνή της, ακόμη και σε μεγαλύτερη ηλικία, διατηρούσε την αναγνωρίσιμη χροιά και τη δυναμική που την καθιέρωσε. Η ίδια δεν αντιμετώπισε ποτέ την ηλικία ως περιορισμό. «Η ημερομηνία γέννησης είναι ένας αριθμός για το ληξιαρχείο», έλεγε, επιλέγοντας να επενδύει στη διαρκή ενεργοποίηση του νου και της ψυχής. Η απώλειά της κλείνει έναν κύκλο που συνδέεται άμεσα με την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα. Η Μαρινέλλα υπήρξε μια σταθερή παρουσία που δεν βασίστηκε σε συγκυρίες ή σε τάσεις. Η διαδρομή της διαμορφώθηκε μέσα από εργασία, επιλογές και μια σαφή αντίληψη για το τι σημαίνει να στέκεσαι στη σκηνή. Αυτό που μένει είναι το έργο της, η μέθοδος της, η επιμονή της στην έννοια της «κατάθεσης». Μένει η φράση που συνοψίζει τη στάση της απέναντι στη ζωή και την τέχνη. Μένει ένας τρόπος ύπαρξης που συνδέει την παρουσία με τη βούληση. Το My Way της Μαρινέλλας. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site