iefimerida
Πολυκατοικίες και ουρανοξύστες γεννήθηκαν όταν κάποιος κατάφερε να λύσει το εξής πρόβλημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ανέβει με ασφάλεια προς τα πάνω. Για περισσότερο από ενάμιση αιώνα, ο ανελκυστήρας θεωρείται μια από τις πιο αθόρυβες αλλά και πιο καθοριστικές τεχνολογίες του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διαθέτει τη μυθολογία του αυτοκινήτου, την αίγλη του αεροπλάνου ή τη σχεδόν μεταφυσική υπόσχεση του διαδικτύου, όμως χωρίς αυτόν οι σύγχρονες πόλεις πιθανότατα δεν θα υπήρχαν ποτέ με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, τα πυκνά επιχειρηματικά κέντρα της Ασίας, ακόμη και η ίδια η έννοια της «κάθετης πόλης», γεννήθηκαν τη στιγμή που κάποιος κατάφερε να λύσει ένα φαινομενικά απλό αλλά τεράστιο πρόβλημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ανεβαίνει με ασφάλεια προς τα πάνω. Ξεκινά από μια θεατρική παράσταση φόβου και εντυπωσιασμού Η ιστορία του ανελκυστήρα, όπως τη σκιαγραφεί εκτενές αφιέρωμα της Wall Street Journal, ξεκινά ουσιαστικά από μια θεατρική παράσταση φόβου και εντυπωσιασμού. Στη δεκαετία του 1850, ο εφευρέτης Ελάισα Ότις ανέβηκε σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα μπροστά στο κοινό της Παγκόσμιας Έκθεσης της Νέας Υόρκης και έκοψε το σχοινί που την κρατούσε στον αέρα. Οι θεατές πάγωσαν, όμως η πλατφόρμα δεν έπεσε ποτέ. Το μηχανικό σύστημα ασφαλείας ενεργοποιήθηκε ακαριαία. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε λυθεί το μεγαλύτερο ψυχολογικό εμπόδιο της κάθετης μεταφοράς: ο φόβος της πτώσης. Η επίδειξη αυτή άλλαξε κυριολεκτικά την αρχιτεκτονική ιστορία του κόσμου. Μέχρι τότε, όσο πιο ψηλά βρισκόταν ένας όροφος τόσο λιγότερο επιθυμητός θεωρούνταν. Οι σκάλες ήταν εξαντλητικές, ειδικά για ηλικιωμένους ή ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά σε μεγάλα κτίρια. Ο ασφαλής ανελκυστήρας αντέστρεψε πλήρως αυτή τη λογική. Οι υψηλοί όροφοι έγιναν ξαφνικά προνομιακοί, ακριβοί και κοινωνικά ελκυστικοί. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η εποχή του ουρανοξύστη. Στα επόμενα 175 χρόνια, ο ανελκυστήρας εξελίχθηκε αδιάκοπα. Τα πρώτα συστήματα λειτουργούσαν με ατμομηχανές και σχοινιά από κάνναβη. Σύντομα αντικαταστάθηκαν από ηλεκτρικούς κινητήρες και ατσάλινα συρματόσχοινα, επιτρέποντας ταχύτερες, ασφαλέστερες και πιο ομαλές μετακινήσεις. Στις αρχές του 20ού αιώνα ήρθε ακόμη μία κομβική καινοτομία: τα αντίβαρα. Με αυτά, οι ανελκυστήρες κατανάλωναν πολύ λιγότερη ενέργεια και μπορούσαν να λειτουργούν συνεχώς μέσα σε τεράστια κτίρια γραφείων χωρίς να καταρρέει το σύστημα από το βάρος και την καταπόνηση. Η τεχνολογία άλλαξε και την ίδια την εμπειρία της καθημερινότητας. Οι πρώτοι ανελκυστήρες απαιτούσαν χειριστές που ρύθμιζαν χειροκίνητα την ταχύτητα και το σταμάτημα σε κάθε όροφο. Μέχρι τη δεκαετία του 1920, όμως, οι αυτόματες πόρτες και τα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου επέτρεψαν την εμφάνιση των κουμπιών και των πλήρως αυτοματοποιημένων ανελκυστήρων. Οι χειριστές άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται, παραμένοντας μόνο σε ορισμένα πολυτελή ξενοδοχεία ως απομεινάρι μιας πιο τελετουργικής εποχής. Καθώς οι ουρανοξύστες γίνονταν όλο και ψηλότεροι, η βιομηχανία μπήκε σε έναν αγώνα ταχύτητας. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, οι ταχύτεροι ανελκυστήρες ξεπερνούσαν τα 32 χιλιόμετρα την ώρα. Όμως κάπου εκεί εμφανίστηκε ένας απροσδόκητος αντίπαλος: το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Σε πολύ υψηλές ταχύτητες, οι επιβάτες ένιωθαν πίεση στα αυτιά, ζαλάδες και αποπροσανατολισμό. «Η ταχύτητα δεν περιορίζεται από την τεχνολογία αλλά από την ανθρώπινη άνεση», εξηγεί ο Φιλίπ Ντελόρμ, διευθύνων σύμβουλος της φινλανδικής εταιρείας Kone. Τα προβλήματα δεν σταματούν εκεί. Στο Μπουρτζ Χαλίφα του Ντουμπάι, το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, οι επιβάτες δεν μπορούν να φτάσουν στην κορυφή με έναν μόνο ανελκυστήρα. Τα ατσάλινα καλώδια έχουν τόσο μεγάλο βάρος σε τέτοιες αποστάσεις που γίνονται τα ίδια πρόβλημα για το σύστημα. Για να ξεπεραστεί αυτό το όριο, η Kone αναπτύσσει νέα συστήματα με καλώδια από ανθρακονήματα για τον υπό κατασκευή Πύργο της Τζέντα στη Σαουδική Αραβία, ο οποίος αναμένεται να ξεπεράσει σε ύψος το Μπουρτζ Χαλίφα. Σήμερα, η βιομηχανία των ανελκυστήρων αποτελεί μια παγκόσμια αγορά άνω των 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και μεταφέρει καθημερινά εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Πίσω από τις κλειστές πόρτες των φρεατίων, όμως, εξελίσσεται ένας αθέατος τεχνολογικός πόλεμος. Εταιρείες όπως η Otis, η Kone και η γερμανική TK Elevator πραγματοποιούν δοκιμές σε τεράστιους πύργους και υπόγεια εργαστήρια, προσομοιώνοντας φθορές, δονήσεις, ταλαντώσεις ουρανοξυστών και μηχανικές βλάβες. Η νέα γενιά ανελκυστήρων Η νέα γενιά ανελκυστήρων δεν αφορά μόνο την κίνηση αλλά και τα δεδομένα. Οι εταιρείες επενδύουν σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες που μπορούν να προβλέπουν βλάβες πριν συμβούν, να μειώνουν τους χρόνους αναμονής και να διαχειρίζονται αυτόματα τη ροή ανθρώπων μέσα σε τεράστια κτίρια. Το όραμα είναι ο ανελκυστήρας να μετατραπεί σε έναν «έξυπνο οργανισμό» που αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του κτιρίου σε πραγματικό χρόνο. Το επόμενο βήμα, όμως, μοιάζει σχεδόν επιστημονική φαντασία. Οι εταιρείες εξετάζουν ήδη την ανάπτυξη ανελκυστήρων που δεν θα κινούνται μόνο κάθετα αλλά και οριζόντια, χρησιμοποιώντας τεχνολογία μαγνητικής αιώρησης, αντίστοιχη με εκείνη των τρένων maglev της Ασίας. Θεωρητικά, τέτοια συστήματα θα μπορούσαν να συνδέουν διαφορετικά κτίρια μεταξύ τους, δημιουργώντας ολόκληρα δίκτυα μετακίνησης μέσα σε πυκνά αστικά συγκροτήματα. «Αν μπορέσεις να ενώσεις την κάθετη με την οριζόντια μεταφορά, τότε τα κτίρια παύουν να είναι στατικά», λέει στην WSJ ο Λούκα Τσεζαρέτι, συνιδρυτής της ιταλικής Ironlev, εταιρείας που πειραματίζεται με την εφαρμογή της μαγνητικής αιώρησης στους ανελκυστήρες. Σε ένα τέτοιο μέλλον, οι ουρανοξύστες δεν θα λειτουργούν ως απομονωμένοι πύργοι αλλά ως αλληλοσυνδεδεμένοι οργανισμοί, όπου οι άνθρωποι θα κινούνται οριζόντια και κάθετα σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Το ξενοδοχείο «Η Μασσαλία», στη συμβολή Σταδίου και Αιόλου Στην Ελλάδα, η ιστορία του ανελκυστήρα ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με τη γέννηση της σύγχρονης αθηναϊκής πολυκατοικίας. Πριν ακόμη εμφανιστούν τα μεγάλα μεσοπολεμικά κτίρια της πρωτεύουσας, μια καλοκαιρινή Τρίτη του 1893 μια μικρή αγγελία στις αθηναϊκές εφημερίδες γίνεται αντικείμενο περιέργειας και συζήτησης. Η Αθήνα, ακόμη χαμηλή σε ύψος και γεμάτη νεοκλασικά διώροφα, ετοιμάζεται να γνωρίσει κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν εξωτικό: τον ανελκυστήρα. Ή, όπως τον αποκαλούσαν τότε, την «αιώρα». Το δημοσίευμα σε εφημερίδα της εποχής ανέφερε χαρακτηριστικά: «Λίαν ευχάριστον το άκουσμα ότι η αιώρα (ascenseur) η από μηνών ετοιμαζομένη δια το επί της οδού Σταδίου -και Αιόλου- μέγα ξενοδοχείον "Η Μασσαλία" οικίας Καυταντζόγλου, εδοκιμάστη προ τινών ημερών παρά μηχανικών και αρμοδίων, επέτυχον δε τα πειράματα θαυμασίως. Από αύριον δε, Τετάρτης, αφ ης άρχεται η λειτουργία, οι ένοικοι οι μένοντες εις το δεύτερον και τρίτον πάτωμα, θα εύρωσιν τον τρόπο της αναβάσεως τούτον σωτήριον και κατ΄ ουδέν υπολειπόμενον του εν Παρισίοις και Βιέννη…». Εκείνο που τεκμηριώνεται ιστορικά είναι ότι το ξενοδοχείο «Η Μασσαλία», στη συμβολή Σταδίου και Αιόλου, υπήρξε από τα πρώτα κτίρια της πόλης που εγκατέστησαν ανελκυστήρα, προκαλώντας εντύπωση σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να μοιάσει στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ίσως ο παλαιότερος ανελκυστήρας που λειτουργεί ακόμη στην Αθήνα θα βρισκόταν στο ιστορικό Μέγαρο Γιάνναρου, στη γωνία των οδών Φιλελλήνων και Όθωνος, λίγα μέτρα από το Σύνταγμα. Το επταώροφο κτίριο οικοδομήθηκε το 1917 και θεωρούνταν τότε το υψηλότερο κτίριο της πρωτεύουσας. Για τους Αθηναίους της εποχής, ο ανελκυστήρας του Μεγάρου δεν ήταν απλώς τεχνολογική καινοτομία αλλά σχεδόν σύμβολο μιας νέας, «ευρωπαϊκής» Αθήνας που επιχειρούσε να αποκτήσει τον αέρα των μεγάλων μητροπόλεων της Δύσης. Οι παλιές φωτογραφίες της εποχής δείχνουν Αθηναίους να στέκονται έξω από το κτίριο με την ίδια περιέργεια που προκαλούσαν τότε τα πρώτα αυτοκίνητα ή οι κινηματογράφοι. Τις επόμενες δεκαετίες, οι ανελκυστήρες άρχισαν να εξαπλώνονται σταδιακά σε ξενοδοχεία, δημόσια κτίρια και αστικές πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου, ιδιαίτερα στο Κολωνάκι, στην Ομόνοια και αργότερα στην Κυψέλη. Οι πρώτοι ελληνικοί ανελκυστήρες είχαν ξύλινες καμπίνες, χειροκίνητα μεταλλικά κάγκελα και συχνά απαιτούσαν ειδικό χειριστή. Μετά τον πόλεμο και κυρίως με την έκρηξη της αντιπαροχής τη δεκαετία του 1960, έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Μαζί τους γεννήθηκε και μια ολόκληρη ελληνική βιομηχανία εγκατάστασης και συντήρησης ανελκυστήρων, ενώ ο χαρακτηριστικός ήχος των παλιών μηχανισμών έγινε μέρος της ίδιας της ηχητικής ταυτότητας της μεταπολεμικής Αθήνας. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Πολυκατοικίες και ουρανοξύστες γεννήθηκαν όταν κάποιος κατάφερε να λύσει το εξής πρόβλημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ανέβει με ασφάλεια προς τα πάνω. Για περισσότερο από ενάμιση αιώνα, ο ανελκυστήρας θεωρείται μια από τις πιο αθόρυβες αλλά και πιο καθοριστικές τεχνολογίες του σύγχρονου πολιτισμού. Δεν διαθέτει τη μυθολογία του αυτοκινήτου, την αίγλη του αεροπλάνου ή τη σχεδόν μεταφυσική υπόσχεση του διαδικτύου, όμως χωρίς αυτόν οι σύγχρονες πόλεις πιθανότατα δεν θα υπήρχαν ποτέ με τη μορφή που τις γνωρίζουμε σήμερα. Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης, τα πυκνά επιχειρηματικά κέντρα της Ασίας, ακόμη και η ίδια η έννοια της «κάθετης πόλης», γεννήθηκαν τη στιγμή που κάποιος κατάφερε να λύσει ένα φαινομενικά απλό αλλά τεράστιο πρόβλημα: πώς μπορεί ένας άνθρωπος να ανεβαίνει με ασφάλεια προς τα πάνω. Ξεκινά από μια θεατρική παράσταση φόβου και εντυπωσιασμού Η ιστορία του ανελκυστήρα, όπως τη σκιαγραφεί εκτενές αφιέρωμα της Wall Street Journal, ξεκινά ουσιαστικά από μια θεατρική παράσταση φόβου και εντυπωσιασμού. Στη δεκαετία του 1850, ο εφευρέτης Ελάισα Ότις ανέβηκε σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα μπροστά στο κοινό της Παγκόσμιας Έκθεσης της Νέας Υόρκης και έκοψε το σχοινί που την κρατούσε στον αέρα. Οι θεατές πάγωσαν, όμως η πλατφόρμα δεν έπεσε ποτέ. Το μηχανικό σύστημα ασφαλείας ενεργοποιήθηκε ακαριαία. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε λυθεί το μεγαλύτερο ψυχολογικό εμπόδιο της κάθετης μεταφοράς: ο φόβος της πτώσης. Η επίδειξη αυτή άλλαξε κυριολεκτικά την αρχιτεκτονική ιστορία του κόσμου. Μέχρι τότε, όσο πιο ψηλά βρισκόταν ένας όροφος τόσο λιγότερο επιθυμητός θεωρούνταν. Οι σκάλες ήταν εξαντλητικές, ειδικά για ηλικιωμένους ή ανθρώπους που εργάζονταν καθημερινά σε μεγάλα κτίρια. Ο ασφαλής ανελκυστήρας αντέστρεψε πλήρως αυτή τη λογική. Οι υψηλοί όροφοι έγιναν ξαφνικά προνομιακοί, ακριβοί και κοινωνικά ελκυστικοί. Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η εποχή του ουρανοξύστη. Στα επόμενα 175 χρόνια, ο ανελκυστήρας εξελίχθηκε αδιάκοπα. Τα πρώτα συστήματα λειτουργούσαν με ατμομηχανές και σχοινιά από κάνναβη. Σύντομα αντικαταστάθηκαν από ηλεκτρικούς κινητήρες και ατσάλινα συρματόσχοινα, επιτρέποντας ταχύτερες, ασφαλέστερες και πιο ομαλές μετακινήσεις. Στις αρχές του 20ού αιώνα ήρθε ακόμη μία κομβική καινοτομία: τα αντίβαρα. Με αυτά, οι ανελκυστήρες κατανάλωναν πολύ λιγότερη ενέργεια και μπορούσαν να λειτουργούν συνεχώς μέσα σε τεράστια κτίρια γραφείων χωρίς να καταρρέει το σύστημα από το βάρος και την καταπόνηση. Η τεχνολογία άλλαξε και την ίδια την εμπειρία της καθημερινότητας. Οι πρώτοι ανελκυστήρες απαιτούσαν χειριστές που ρύθμιζαν χειροκίνητα την ταχύτητα και το σταμάτημα σε κάθε όροφο. Μέχρι τη δεκαετία του 1920, όμως, οι αυτόματες πόρτες και τα ηλεκτρονικά συστήματα ελέγχου επέτρεψαν την εμφάνιση των κουμπιών και των πλήρως αυτοματοποιημένων ανελκυστήρων. Οι χειριστές άρχισαν σταδιακά να εξαφανίζονται, παραμένοντας μόνο σε ορισμένα πολυτελή ξενοδοχεία ως απομεινάρι μιας πιο τελετουργικής εποχής. Καθώς οι ουρανοξύστες γίνονταν όλο και ψηλότεροι, η βιομηχανία μπήκε σε έναν αγώνα ταχύτητας. Μέχρι τη δεκαετία του 1990, οι ταχύτεροι ανελκυστήρες ξεπερνούσαν τα 32 χιλιόμετρα την ώρα. Όμως κάπου εκεί εμφανίστηκε ένας απροσδόκητος αντίπαλος: το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Σε πολύ υψηλές ταχύτητες, οι επιβάτες ένιωθαν πίεση στα αυτιά, ζαλάδες και αποπροσανατολισμό. «Η ταχύτητα δεν περιορίζεται από την τεχνολογία αλλά από την ανθρώπινη άνεση», εξηγεί ο Φιλίπ Ντελόρμ, διευθύνων σύμβουλος της φινλανδικής εταιρείας Kone. Τα προβλήματα δεν σταματούν εκεί. Στο Μπουρτζ Χαλίφα του Ντουμπάι, το ψηλότερο κτίριο στον κόσμο, οι επιβάτες δεν μπορούν να φτάσουν στην κορυφή με έναν μόνο ανελκυστήρα. Τα ατσάλινα καλώδια έχουν τόσο μεγάλο βάρος σε τέτοιες αποστάσεις που γίνονται τα ίδια πρόβλημα για το σύστημα. Για να ξεπεραστεί αυτό το όριο, η Kone αναπτύσσει νέα συστήματα με καλώδια από ανθρακονήματα για τον υπό κατασκευή Πύργο της Τζέντα στη Σαουδική Αραβία, ο οποίος αναμένεται να ξεπεράσει σε ύψος το Μπουρτζ Χαλίφα. Σήμερα, η βιομηχανία των ανελκυστήρων αποτελεί μια παγκόσμια αγορά άνω των 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως και μεταφέρει καθημερινά εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους. Πίσω από τις κλειστές πόρτες των φρεατίων, όμως, εξελίσσεται ένας αθέατος τεχνολογικός πόλεμος. Εταιρείες όπως η Otis, η Kone και η γερμανική TK Elevator πραγματοποιούν δοκιμές σε τεράστιους πύργους και υπόγεια εργαστήρια, προσομοιώνοντας φθορές, δονήσεις, ταλαντώσεις ουρανοξυστών και μηχανικές βλάβες. Η νέα γενιά ανελκυστήρων Η νέα γενιά ανελκυστήρων δεν αφορά μόνο την κίνηση αλλά και τα δεδομένα. Οι εταιρείες επενδύουν σε συστήματα τεχνητής νοημοσύνης και αισθητήρες που μπορούν να προβλέπουν βλάβες πριν συμβούν, να μειώνουν τους χρόνους αναμονής και να διαχειρίζονται αυτόματα τη ροή ανθρώπων μέσα σε τεράστια κτίρια. Το όραμα είναι ο ανελκυστήρας να μετατραπεί σε έναν «έξυπνο οργανισμό» που αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του κτιρίου σε πραγματικό χρόνο. Το επόμενο βήμα, όμως, μοιάζει σχεδόν επιστημονική φαντασία. Οι εταιρείες εξετάζουν ήδη την ανάπτυξη ανελκυστήρων που δεν θα κινούνται μόνο κάθετα αλλά και οριζόντια, χρησιμοποιώντας τεχνολογία μαγνητικής αιώρησης, αντίστοιχη με εκείνη των τρένων maglev της Ασίας. Θεωρητικά, τέτοια συστήματα θα μπορούσαν να συνδέουν διαφορετικά κτίρια μεταξύ τους, δημιουργώντας ολόκληρα δίκτυα μετακίνησης μέσα σε πυκνά αστικά συγκροτήματα. «Αν μπορέσεις να ενώσεις την κάθετη με την οριζόντια μεταφορά, τότε τα κτίρια παύουν να είναι στατικά», λέει στην WSJ ο Λούκα Τσεζαρέτι, συνιδρυτής της ιταλικής Ironlev, εταιρείας που πειραματίζεται με την εφαρμογή της μαγνητικής αιώρησης στους ανελκυστήρες. Σε ένα τέτοιο μέλλον, οι ουρανοξύστες δεν θα λειτουργούν ως απομονωμένοι πύργοι αλλά ως αλληλοσυνδεδεμένοι οργανισμοί, όπου οι άνθρωποι θα κινούνται οριζόντια και κάθετα σχεδόν χωρίς περιορισμούς. Το ξενοδοχείο «Η Μασσαλία», στη συμβολή Σταδίου και Αιόλου Στην Ελλάδα, η ιστορία του ανελκυστήρα ξεκινά σχεδόν ταυτόχρονα με τη γέννηση της σύγχρονης αθηναϊκής πολυκατοικίας. Πριν ακόμη εμφανιστούν τα μεγάλα μεσοπολεμικά κτίρια της πρωτεύουσας, μια καλοκαιρινή Τρίτη του 1893 μια μικρή αγγελία στις αθηναϊκές εφημερίδες γίνεται αντικείμενο περιέργειας και συζήτησης. Η Αθήνα, ακόμη χαμηλή σε ύψος και γεμάτη νεοκλασικά διώροφα, ετοιμάζεται να γνωρίσει κάτι που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν εξωτικό: τον ανελκυστήρα. Ή, όπως τον αποκαλούσαν τότε, την «αιώρα». Το δημοσίευμα σε εφημερίδα της εποχής ανέφερε χαρακτηριστικά: «Λίαν ευχάριστον το άκουσμα ότι η αιώρα (ascenseur) η από μηνών ετοιμαζομένη δια το επί της οδού Σταδίου -και Αιόλου- μέγα ξενοδοχείον "Η Μασσαλία" οικίας Καυταντζόγλου, εδοκιμάστη προ τινών ημερών παρά μηχανικών και αρμοδίων, επέτυχον δε τα πειράματα θαυμασίως. Από αύριον δε, Τετάρτης, αφ ης άρχεται η λειτουργία, οι ένοικοι οι μένοντες εις το δεύτερον και τρίτον πάτωμα, θα εύρωσιν τον τρόπο της αναβάσεως τούτον σωτήριον και κατ΄ ουδέν υπολειπόμενον του εν Παρισίοις και Βιέννη…». Εκείνο που τεκμηριώνεται ιστορικά είναι ότι το ξενοδοχείο «Η Μασσαλία», στη συμβολή Σταδίου και Αιόλου, υπήρξε από τα πρώτα κτίρια της πόλης που εγκατέστησαν ανελκυστήρα, προκαλώντας εντύπωση σε μια Αθήνα που προσπαθούσε να μοιάσει στις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Λίγες δεκαετίες αργότερα, ίσως ο παλαιότερος ανελκυστήρας που λειτουργεί ακόμη στην Αθήνα θα βρισκόταν στο ιστορικό Μέγαρο Γιάνναρου, στη γωνία των οδών Φιλελλήνων και Όθωνος, λίγα μέτρα από το Σύνταγμα. Το επταώροφο κτίριο οικοδομήθηκε το 1917 και θεωρούνταν τότε το υψηλότερο κτίριο της πρωτεύουσας. Για τους Αθηναίους της εποχής, ο ανελκυστήρας του Μεγάρου δεν ήταν απλώς τεχνολογική καινοτομία αλλά σχεδόν σύμβολο μιας νέας, «ευρωπαϊκής» Αθήνας που επιχειρούσε να αποκτήσει τον αέρα των μεγάλων μητροπόλεων της Δύσης. Οι παλιές φωτογραφίες της εποχής δείχνουν Αθηναίους να στέκονται έξω από το κτίριο με την ίδια περιέργεια που προκαλούσαν τότε τα πρώτα αυτοκίνητα ή οι κινηματογράφοι. Τις επόμενες δεκαετίες, οι ανελκυστήρες άρχισαν να εξαπλώνονται σταδιακά σε ξενοδοχεία, δημόσια κτίρια και αστικές πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου, ιδιαίτερα στο Κολωνάκι, στην Ομόνοια και αργότερα στην Κυψέλη. Οι πρώτοι ελληνικοί ανελκυστήρες είχαν ξύλινες καμπίνες, χειροκίνητα μεταλλικά κάγκελα και συχνά απαιτούσαν ειδικό χειριστή. Μετά τον πόλεμο και κυρίως με την έκρηξη της αντιπαροχής τη δεκαετία του 1960, έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της αθηναϊκής πολυκατοικίας. Μαζί τους γεννήθηκε και μια ολόκληρη ελληνική βιομηχανία εγκατάστασης και συντήρησης ανελκυστήρων, ενώ ο χαρακτηριστικός ήχος των παλιών μηχανισμών έγινε μέρος της ίδιας της ηχητικής ταυτότητας της μεταπολεμικής Αθήνας. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site