Collector
Άρνε Στριντ: Ο Σουηδός βοτανικός που για περισσότερο από μισό αιώνα καταγράφει τη χλωρίδα σε όλη την Ελλάδα | Collector
Άρνε Στριντ: Ο Σουηδός βοτανικός που για περισσότερο από μισό αιώνα καταγράφει τη χλωρίδα σε όλη την Ελλάδα
iefimerida

Άρνε Στριντ: Ο Σουηδός βοτανικός που για περισσότερο από μισό αιώνα καταγράφει τη χλωρίδα σε όλη την Ελλάδα

Ακάματος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας είναι για πάνω από μισό αιώνα ο Σουηδός καθηγητής βοτανικής Άρνε Στριντ. Ο Στριντ εξερεύνησε βοτανικά, με μέρες επιτόπιας εργασίας που φτάνουν συνολικά τα 4,5 χρόνια, πολλές περιοχές στη νησιωτική και την ηπειρωτική χώρα. Με το έργο του κατέγραψε και ανέδειξε τα είδη της ελληνικής χλωρίδας, ενώ εντόπισε πολλά νέα, για την επιστήμη, είδη. Δημιούργησε μια βάση δεδομένων για την ελληνική χλωρίδα, που σήμερα περιλαμβάνει περισσότερες από ένα εκατομμύριο καταγραφές. Εξέδωσε βιβλία -μεταξύ άλλων- για τα αγριολούλουδα του Ολύμπου, τη φυτική ποικιλότητα των ελληνικών βουνών και τη χλωρίδα του Αγίου Όρους, ενώ ανάμεσα στις πολυάριθμες διακρίσεις του, ξεχωρίζει και η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Στριντ λέει ότι ήταν χαρά και προνόμιό του να εργάζεται πάνω στην ελληνική χλωρίδα για περισσότερα από 60 χρόνια. Δεν παραλείπει, μάλιστα, να τονίσει τη συμβολή στην έρευνα της συζύγου του Barbro, με την οποία είναι παντρεμένος εδώ και 60 χρόνια και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης της «αδαμάντινης επετείου» τους, έχουν λάβει και συγχαρητήρια επιστολή από τον βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκο. Η συνέντευξη του Άρνε Στριντ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ -Κύριε Στριντ, τι ήταν αυτό που σας έκανε να επισκεφτείτε για πρώτη φορά την Ελλάδα και τι ήταν αυτό που σας κράτησε ώστε να συνεχίσετε να την επισκέπτεστε για τα επόμενα 60 χρόνια; Όταν ήμουν φοιτητής Βιολογίας στο Lund University (Σουηδία), στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ένας καθηγητής Βοτανικής, ονόματι Hans Runemark, είχε μόλις ξεκινήσει μια σειρά μελετών για τη χλωρίδα των νησιών του Αιγαίου, με σκοπό τη μελέτη της εξέλιξης και της ειδογένεσης σε ένα αρχιπέλαγος. Εκείνα τα χρόνια ήταν δυνατό να νοικιάσει κανείς ένα μικρό αλιευτικό σκάφος, μαζί με καπετάνιο, για μία ή δύο μήνες σε λογική τιμή. Σήμερα αυτό θα ήταν απαγορευτικά ακριβό, καθώς οι ψαράδες έχουν διαπιστώσει ότι είναι πολύ πιο κερδοφόρο να κάνουν σύντομα ταξίδια με τουρίστες. Ήταν μια απλή αλλά ευχάριστη ζωή. -Τι το ιδιαίτερο έχει η ελληνική χλωρίδα για τα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Το 1973 μετακόμισα στην Κοπεγχάγη, όπου υπήρξα καθηγητής Βοτανικής για τα επόμενα 27 χρόνια. Τότε ήμασταν μια ομάδα βοτανολόγων που εργαζόταν πάνω στη χλωρίδα των ελληνικών βουνών, γεγονός που οδήγησε σε αρκετές σημαντικές δημοσιεύσεις, μεταξύ των οποίων και το έργο «Mountain Flora of Greece» (2 τόμοι, 1986 και 1991). Εκείνη την εποχή υπήρχε μικρή παράδοση στη βοτανική έρευνα στην Ελλάδα (κάτι που σήμερα έχει αλλάξει θεαματικά), αλλά η πλούσια ελληνική χλωρίδα είχε προσελκύσει εδώ και καιρό το ενδιαφέρον ξένων επιστημόνων, ιδιαίτερα από τη Γερμανία και την Αυστρία. Ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές ήταν ο Karl Heinz Rechinger (1906-1998) από τη Βιέννη, ο οποίος δημοσίευσε το 1944 το έργο «Flora Aegaea». -Πιστεύετε ότι οι Έλληνες γνωρίζουν και προστατεύουν τον φυτικό θησαυρό τους; Υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση στην Ελλάδα ότι η χώρα διαθέτει πλούσια και ενδιαφέρουσα βιοποικιλότητα. Υψηλού επιπέδου έρευνα διεξάγεται πλέον στα μεγάλα πανεπιστήμια (Πάτρας, Αθήνας και Θεσσαλονίκης), ενώ αναπτύσσεται και μια αξιόλογη παράδοση ερασιτεχνικής ενασχόλησης. Η Ελληνική Βοτανική Εταιρία και η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης επιτελούν εξαιρετικό έργο για τη μελέτη και την προστασία της ελληνικής χλωρίδας. -Ποια περιοχή του ελλαδικού χώρου σας προσέλκυσε περισσότερο; Πιστεύετε ότι έχει πλήρως καταγραφεί και περιγραφεί η συνολική ελληνική χλωρίδα; Ήταν χαρά και προνόμιό μου να εργάζομαι πάνω στην ελληνική χλωρίδα για περισσότερα από 60 χρόνια. Οι ημέρες επιτόπιας εργασίας μου ανέρχονται σε 1711, δηλαδή περίπου 4,5 χρόνια. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω αγαπημένες περιοχές (είναι πάρα πολλές). Έχω αφιερώσει πολλά χρόνια στη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων για την ελληνική χλωρίδα, η οποία σήμερα περιλαμβάνει περισσότερες από ένα εκατομμύριο καταγραφές. Ελπίζω να συνεχίσω να τη διαχειρίζομαι για μερικά ακόμη χρόνια και στη συνέχεια να παραδοθεί στην Ελληνική Βοτανική Εταιρεία και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ποιος είναι Άρντε Στριντ Γεννήθηκε το 1943 στο Κρίστιανσταντ της Σουηδίας και σπούδασε βοτανική, χημεία και γενετική στο Πανεπιστήμιο της Lund, όπου και αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1970. Στη διδακτορική του διατριβή μελέτησε τη διαφοροποίηση και εξέλιξη των φυτών του Αιγαίου, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Runemark. Το διάστημα 1970-1972 διετέλεσε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Ζάμπια και από το 1973 έως το 2001 υπηρέτησε ως καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Από το 2001 έως το 2008 διετέλεσε καθηγητής Φυτογεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και ταυτόχρονα διευθυντής του Βοτανικού Κήπου και του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Γκέτεμποργκ. Από το 2008 είναι επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Lund, ενώ από το 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος καθηγητής του Βοτανικού Κήπου και Μουσείου του Βερολίνου. Την Ελλάδα επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 1964, στο πλαίσιο των ερευνών του διδακτορικού του. Από τότε έχει ταξιδέψει σε όλη τη χώρα εξερευνώντας χλωριδικά πολλές περιοχές, τόσο στο πλαίσιο της έρευνάς του όσο και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης των φοιτητών του. Μια από της πρώτες σημαντικές του δημοσιεύσεις για την ανάδειξη της ελληνικής βιοποικιλότητας είναι «Τα αγριολούλουδα του Ολύμπου» (Wild Flowers of Mount Olympus, 1980). Στη συνέχεια, η έρευνά του οδήγησε και σε περιγραφή της φυτικής ποικιλότητας των ελληνικών βουνών ενώ κατέγραψε τη γεωγραφική εξάπλωση των ειδών, που τελικά δημοσιεύθηκε στο έργο του «Ορεινή Χλωρίδα της Ελλάδας». Ένας μακροπρόθεσμος στόχος της έρευνάς του, είναι η συνολική περιγραφή της ελληνικής χλωρίδας. Εκτός από τα 12 βιβλία που έχει συγγράψει, έχει ακόμη δημοσιεύσει περισσότερες από 140 επιστημονικές μελέτες. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του έχει λάβει πολλές διακρίσεις και βραβεία. Είναι μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των Επιστημών και των Γραμμάτων της Δανίας και της Πολωνικής Ακαδημίας των Επιστημών και ιππότης της τάξης του Dannebrog. Στην Ελλάδα, βραβεύτηκε για το έργο του από την Ελληνική Λιβαδοπονική Εταιρεία, του απονεμήθηκε ο τίτλος του επιτίμου μέλους από την Ελληνική Βοτανική Εταιρεία και αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας από το πανεπιστήμιο Πατρών. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Ακάματος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας είναι για πάνω από μισό αιώνα ο Σουηδός καθηγητής βοτανικής Άρνε Στριντ. Ο Στριντ εξερεύνησε βοτανικά, με μέρες επιτόπιας εργασίας που φτάνουν συνολικά τα 4,5 χρόνια, πολλές περιοχές στη νησιωτική και την ηπειρωτική χώρα. Με το έργο του κατέγραψε και ανέδειξε τα είδη της ελληνικής χλωρίδας, ενώ εντόπισε πολλά νέα, για την επιστήμη, είδη. Δημιούργησε μια βάση δεδομένων για την ελληνική χλωρίδα, που σήμερα περιλαμβάνει περισσότερες από ένα εκατομμύριο καταγραφές. Εξέδωσε βιβλία -μεταξύ άλλων- για τα αγριολούλουδα του Ολύμπου, τη φυτική ποικιλότητα των ελληνικών βουνών και τη χλωρίδα του Αγίου Όρους, ενώ ανάμεσα στις πολυάριθμες διακρίσεις του, ξεχωρίζει και η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Στριντ λέει ότι ήταν χαρά και προνόμιό του να εργάζεται πάνω στην ελληνική χλωρίδα για περισσότερα από 60 χρόνια. Δεν παραλείπει, μάλιστα, να τονίσει τη συμβολή στην έρευνα της συζύγου του Barbro, με την οποία είναι παντρεμένος εδώ και 60 χρόνια και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης της «αδαμάντινης επετείου» τους, έχουν λάβει και συγχαρητήρια επιστολή από τον βασιλιά της Δανίας Φρειδερίκο. Η συνέντευξη του Άρνε Στριντ στο ΑΠΕ-ΜΠΕ -Κύριε Στριντ, τι ήταν αυτό που σας έκανε να επισκεφτείτε για πρώτη φορά την Ελλάδα και τι ήταν αυτό που σας κράτησε ώστε να συνεχίσετε να την επισκέπτεστε για τα επόμενα 60 χρόνια; Όταν ήμουν φοιτητής Βιολογίας στο Lund University (Σουηδία), στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ένας καθηγητής Βοτανικής, ονόματι Hans Runemark, είχε μόλις ξεκινήσει μια σειρά μελετών για τη χλωρίδα των νησιών του Αιγαίου, με σκοπό τη μελέτη της εξέλιξης και της ειδογένεσης σε ένα αρχιπέλαγος. Εκείνα τα χρόνια ήταν δυνατό να νοικιάσει κανείς ένα μικρό αλιευτικό σκάφος, μαζί με καπετάνιο, για μία ή δύο μήνες σε λογική τιμή. Σήμερα αυτό θα ήταν απαγορευτικά ακριβό, καθώς οι ψαράδες έχουν διαπιστώσει ότι είναι πολύ πιο κερδοφόρο να κάνουν σύντομα ταξίδια με τουρίστες. Ήταν μια απλή αλλά ευχάριστη ζωή. -Τι το ιδιαίτερο έχει η ελληνική χλωρίδα για τα ερευνητικά σας ενδιαφέροντα; Το 1973 μετακόμισα στην Κοπεγχάγη, όπου υπήρξα καθηγητής Βοτανικής για τα επόμενα 27 χρόνια. Τότε ήμασταν μια ομάδα βοτανολόγων που εργαζόταν πάνω στη χλωρίδα των ελληνικών βουνών, γεγονός που οδήγησε σε αρκετές σημαντικές δημοσιεύσεις, μεταξύ των οποίων και το έργο «Mountain Flora of Greece» (2 τόμοι, 1986 και 1991). Εκείνη την εποχή υπήρχε μικρή παράδοση στη βοτανική έρευνα στην Ελλάδα (κάτι που σήμερα έχει αλλάξει θεαματικά), αλλά η πλούσια ελληνική χλωρίδα είχε προσελκύσει εδώ και καιρό το ενδιαφέρον ξένων επιστημόνων, ιδιαίτερα από τη Γερμανία και την Αυστρία. Ένας από τους σημαντικότερους ερευνητές ήταν ο Karl Heinz Rechinger (1906-1998) από τη Βιέννη, ο οποίος δημοσίευσε το 1944 το έργο «Flora Aegaea». -Πιστεύετε ότι οι Έλληνες γνωρίζουν και προστατεύουν τον φυτικό θησαυρό τους; Υπάρχει ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση στην Ελλάδα ότι η χώρα διαθέτει πλούσια και ενδιαφέρουσα βιοποικιλότητα. Υψηλού επιπέδου έρευνα διεξάγεται πλέον στα μεγάλα πανεπιστήμια (Πάτρας, Αθήνας και Θεσσαλονίκης), ενώ αναπτύσσεται και μια αξιόλογη παράδοση ερασιτεχνικής ενασχόλησης. Η Ελληνική Βοτανική Εταιρία και η Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης επιτελούν εξαιρετικό έργο για τη μελέτη και την προστασία της ελληνικής χλωρίδας. -Ποια περιοχή του ελλαδικού χώρου σας προσέλκυσε περισσότερο; Πιστεύετε ότι έχει πλήρως καταγραφεί και περιγραφεί η συνολική ελληνική χλωρίδα; Ήταν χαρά και προνόμιό μου να εργάζομαι πάνω στην ελληνική χλωρίδα για περισσότερα από 60 χρόνια. Οι ημέρες επιτόπιας εργασίας μου ανέρχονται σε 1711, δηλαδή περίπου 4,5 χρόνια. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω αγαπημένες περιοχές (είναι πάρα πολλές). Έχω αφιερώσει πολλά χρόνια στη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων για την ελληνική χλωρίδα, η οποία σήμερα περιλαμβάνει περισσότερες από ένα εκατομμύριο καταγραφές. Ελπίζω να συνεχίσω να τη διαχειρίζομαι για μερικά ακόμη χρόνια και στη συνέχεια να παραδοθεί στην Ελληνική Βοτανική Εταιρεία και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Ποιος είναι Άρντε Στριντ Γεννήθηκε το 1943 στο Κρίστιανσταντ της Σουηδίας και σπούδασε βοτανική, χημεία και γενετική στο Πανεπιστήμιο της Lund, όπου και αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1970. Στη διδακτορική του διατριβή μελέτησε τη διαφοροποίηση και εξέλιξη των φυτών του Αιγαίου, υπό την επίβλεψη του καθηγητή Runemark. Το διάστημα 1970-1972 διετέλεσε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Ζάμπια και από το 1973 έως το 2001 υπηρέτησε ως καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Από το 2001 έως το 2008 διετέλεσε καθηγητής Φυτογεωγραφίας στο Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ και ταυτόχρονα διευθυντής του Βοτανικού Κήπου και του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Γκέτεμποργκ. Από το 2008 είναι επίτιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Lund, ενώ από το 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος καθηγητής του Βοτανικού Κήπου και Μουσείου του Βερολίνου. Την Ελλάδα επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 1964, στο πλαίσιο των ερευνών του διδακτορικού του. Από τότε έχει ταξιδέψει σε όλη τη χώρα εξερευνώντας χλωριδικά πολλές περιοχές, τόσο στο πλαίσιο της έρευνάς του όσο και στο πλαίσιο της εκπαίδευσης των φοιτητών του. Μια από της πρώτες σημαντικές του δημοσιεύσεις για την ανάδειξη της ελληνικής βιοποικιλότητας είναι «Τα αγριολούλουδα του Ολύμπου» (Wild Flowers of Mount Olympus, 1980). Στη συνέχεια, η έρευνά του οδήγησε και σε περιγραφή της φυτικής ποικιλότητας των ελληνικών βουνών ενώ κατέγραψε τη γεωγραφική εξάπλωση των ειδών, που τελικά δημοσιεύθηκε στο έργο του «Ορεινή Χλωρίδα της Ελλάδας». Ένας μακροπρόθεσμος στόχος της έρευνάς του, είναι η συνολική περιγραφή της ελληνικής χλωρίδας. Εκτός από τα 12 βιβλία που έχει συγγράψει, έχει ακόμη δημοσιεύσει περισσότερες από 140 επιστημονικές μελέτες. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του έχει λάβει πολλές διακρίσεις και βραβεία. Είναι μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των Επιστημών και των Γραμμάτων της Δανίας και της Πολωνικής Ακαδημίας των Επιστημών και ιππότης της τάξης του Dannebrog. Στην Ελλάδα, βραβεύτηκε για το έργο του από την Ελληνική Λιβαδοπονική Εταιρεία, του απονεμήθηκε ο τίτλος του επιτίμου μέλους από την Ελληνική Βοτανική Εταιρεία και αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας από το πανεπιστήμιο Πατρών. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site