Collector
Giriş Yap
Πάρος: Μπορεί να αποφύγει τη μοίρα της Μυκόνου; - Η αναλυτική «αυτοψία» των Financial Times | Collector
Πάρος: Μπορεί να αποφύγει τη μοίρα της Μυκόνου; - Η αναλυτική «αυτοψία» των Financial Times

Πάρος: Μπορεί να αποφύγει τη μοίρα της Μυκόνου; - Η αναλυτική «αυτοψία» των Financial Times

Όλο και μεγαλώνει η ανησυχία ότι η Πάρος κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο της Μυκόνου, χάνοντας σταδιακά τα χαρακτηριστικά που την έκαναν ξεχωριστή. Η Πάρος βρίσκεται εδώ και χρόνια στη σκιά δύο εκ των πιο διάσημων ελληνικών νησιών, της Μυκόνου και της Σαντορίνης. Ωστόσο, η ισορροπία αυτή φαίνεται να αλλάζει. Το κυκλαδίτικο νησί που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε μια πιο ήσυχη επιλογή για ταξιδιώτες και επενδυτές, εξελίσσεται σταδιακά σε έναν από τους πιο περιζήτητους προορισμούς της Μεσογείου, προσελκύοντας διεθνείς παραγωγές, εύπορους αγοραστές ακινήτων και μεγάλες ξενοδοχειακές αλυσίδες. Την ίδια στιγμή, όμως, μεγαλώνει και η ανησυχία, όπως αναφέρουν οι Financial Times, ότι η Πάρος κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο της Μυκόνου, χάνοντας σταδιακά τα χαρακτηριστικά που την έκαναν ξεχωριστή. Η Πάρος ως φυσικό σκηνικό σε διεθνείς παραγωγές Η εικόνα των λευκών κυβόσχημων σπιτιών, των στενών σοκακιών και των ταβερνών δίπλα στο κύμα αποτελεί πλέον ένα από τα πιο ισχυρά τουριστικά «προϊόντα» της Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς παραγωγές αναζητούν όλο και συχνότερα την Πάρο ως φυσικό σκηνικό. Η δημοφιλής σειρά του Netflix «Μια Μέρα», με πρωταγωνιστές τον Λίο Γούντολ και την Αμπίκα Μοντ, γυρίστηκε εν μέρει στην Παροικιά και στη Χρυσή Ακτή, ενώ η σειρά «Malice» της Amazon Prime αξιοποίησε ως βασικό σκηνικό μια εντυπωσιακή πολυτελή κατοικία στη νότια πλευρά του νησιού, η οποία μετά τα γυρίσματα έγινε γνωστή ως Villa Malice. Η αυξανόμενη προβολή της Πάρου δεν άργησε να μεταφραστεί σε τουριστικό ενδιαφέρον. Μετά την προβολή του «Μια Μέρα», η Airbnb κατέγραψε αύξηση 32% στις κρατήσεις για το νησί, ενώ η Villa Malice διατίθεται πλέον προς ενοικίαση έναντι έως και 65.000 ευρώ την εβδομάδα κατά τη θερινή περίοδο. Παρά τη δημοτικότητα αυτή, η Πάρος εξακολουθεί να βρίσκεται σε διαφορετική κατηγορία από τη Μύκονο και τη Σαντορίνη. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, δέχεται περίπου ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως, όταν η Μύκονος προσεγγίζει τα τρία εκατομμύρια και η Σαντορίνη τα 3,4 εκατομμύρια. Αυτή ακριβώς η διαφορά είναι που, κατά πολλούς, διατηρεί ακόμη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του νησιού. H Πάρος διαθέτει κάτι που οι ανταγωνιστές της έχουν χάσει Ο διευθύνων σύμβουλος της Greece Sotheby's International Realty, Σάββας Σαββαΐδης, υποστηρίζει ότι η Πάρος διαθέτει κάτι που οι ανταγωνιστές της έχουν σε μεγάλο βαθμό χάσει. Όπως σημειώνει, σε αντίθεση με τη Μύκονο, η οποία οικοδόμησε την οικονομία της πάνω σε ένα βιομηχανοποιημένο μοντέλο νυχτερινής διασκέδασης, και τη Σαντορίνη, όπου η εμπειρία του επισκέπτη καθορίζεται πλέον από τα πλήθη των κρουαζιερόπλοιων, η Πάρος εξακολουθεί να διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής ελληνικής κοινότητας που ζει και λειτουργεί όλο τον χρόνο. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο επιχειρηματίας Νικολά Στεφάνου, ο οποίος ζει στο νησί από τη δεκαετία του 1970. «Οι άνθρωποι έρχονται για το τοπίο μας, για τις ξερολιθιές που υπάρχουν εδώ εδώ και χιλιάδες χρόνια και για τη μοναδική μας ταυτότητα. Οι Παριανοί είναι ανοιχτόμυαλοι, φιλόξενοι και πολιτιστικά δραστήριοι. Οι περισσότεροι παίζουν κάποιο μουσικό όργανο», λέει χαρακτηριστικά. Η αυθεντικότητα αυτή είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η Πάρος προσελκύει πλέον το ενδιαφέρον της διεθνούς αγοράς ακινήτων. Οι Κυκλάδες συνολικά συγκεντρώνουν περίπου το 40% της διεθνούς ζήτησης για πολυτελή ελληνικά ακίνητα, με αγοραστές κυρίως από τη Βρετανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τις χώρες του Κόλπου. Το μέσο ύψος επένδυσης αγγίζει τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ ανά κατοικία. Ωστόσο, η αυξανόμενη δημοτικότητα έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις μεταξύ των κατοίκων. Πολλοί μιλούν πλέον ανοιχτά για τον κίνδυνο της «μυκονοποίησης» της Πάρου. Δεν αντιδρούν στον τουρισμό αυτόν καθαυτόν ούτε στις επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας. Εκείνο που προκαλεί ανησυχία είναι η ταχύτητα και η κλίμακα των νέων αναπτύξεων. Ο δημοσιογράφος Σπύρος Μαυρής επισημαίνει ότι οι μεγαλύτερες αντιδράσεις αφορούν μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα διεθνών αλυσίδων. Ήδη στο νησί λειτουργεί μονάδα της Nobu, ενώ μέσα στο καλοκαίρι αναμένεται να ανοίξει και ξενοδοχείο της Hyatt. «Χτίζονται θέρετρα που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του νησιού», υποστηρίζει. «Κινδυνεύουμε να γίνουμε μια Ντίσνεϊλαντ χωρίς τις απαραίτητες υποδομές. Δεν υπάρχει αρκετό νερό, το λιμάνι και το αεροδρόμιο δεν επαρκούν και το νησί δεν διαθέτει νοσοκομείο». Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν ανάλογους προβληματισμούς. Η ομάδα Friends of Paros & Antiparos βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων, ενώ το Cyclades Preservation Fund χρηματοδοτεί δράσεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Η Ντόροθι Φιλιώτη, υπεύθυνη επικοινωνίας του οργανισμού, υποστηρίζει ότι το μέλλον του νησιού εξαρτάται από μια διαφορετική προσέγγιση ανάπτυξης. «Η τοπική ανθεκτικότητα και οι παραδόσεις πρέπει να μπουν πάνω από τη λογική της συνεχούς εξαγωγής κέρδους», τονίζει. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η περιοχή Κολυμπήθρες, όπου σχεδιάζεται τουριστική επένδυση 32 εκταρίων από την κατασκευαστική εταιρεία Ekter. Η περιοχή φιλοξενεί ευαίσθητο υγροτοπικό οικοσύστημα και αρχαιολογικά κατάλοιπα, γεγονός που έχει οδηγήσει την υπόθεση μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Άρτεμιος Δαρζέντας, υπεύθυνος επενδυτικών σχέσεων της εταιρείας, απορρίπτει τις επικρίσεις. «Αυτό που επιδιώκουμε είναι ακριβώς το αντίθετο από όσα ισχυρίζονται οι επικριτές μας. Πρόκειται για μια οργανωμένη ανάπτυξη χαμηλής έντασης που αποτελεί εναλλακτική στην άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση που χαρακτήρισε την Πάρο τις προηγούμενες δεκαετίες», υποστηρίζει. Η συζήτηση, ωστόσο, ξεπερνά τα όρια της Πάρου. Η πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Μαρία Καραμανώφ εκτιμά ότι περίπου 50 μεγάλες τουριστικές επενδύσεις βρίσκονται σήμερα σε διάφορα στάδια αδειοδότησης σε φυσικές περιοχές ανά την Ελλάδα. Όπως προειδοποιεί, η νομοθεσία των τελευταίων ετών έχει ευνοήσει σημαντικά τις λεγόμενες «στρατηγικές επενδύσεις», επιτρέποντας την ανάπτυξη μεγάλων εκτάσεων με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τους επενδυτές. Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων συνεχίζει να αναπτύσσεται. Οι τιμές των πολυτελών κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 20% μέσα στην τελευταία πενταετία. Παρότι εξακολουθούν να βρίσκονται χαμηλότερα από τα επίπεδα της Μυκόνου, η απόσταση μειώνεται σταθερά. Σήμερα οι τιμές φτάνουν κατά μέσο όρο τα 8.800 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι συναλλαγές άνω των τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ γίνονται ολοένα συχνότερες. Παράλληλα, η άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων επηρεάζει ολόκληρη την τοπική στεγαστική αγορά. Σύμφωνα με τοπικούς φορείς, εργαζόμενοι στον τουρισμό, εκπαιδευτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι δυσκολεύονται πλέον να βρουν προσιτή κατοικία κατά τη διάρκεια της σεζόν. Παρά τις πιέσεις, αρκετοί κάτοικοι και επιχειρηματίες πιστεύουν ότι η Πάρος διαθέτει ακόμη το περιθώριο να ακολουθήσει διαφορετική πορεία από εκείνη της Μυκόνου. Ο τουριστικός σχεδιασμός του νησιού στρέφεται όλο και περισσότερο προς το μοντέλο της «ήσυχης πολυτέλειας», με έμφαση στην ιδιωτικότητα, την αρχιτεκτονική ποιότητα, τη βιωσιμότητα και τις οικογενειακές διακοπές. Η απουσία διεθνούς αεροδρομίου λειτουργεί ακόμη ως φυσικό φίλτρο απέναντι στον μαζικό τουρισμό. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους κατοίκους είναι αν αυτό θα αρκέσει για να διατηρήσει η Πάρος τον χαρακτήρα που την έκανε ελκυστική εξαρχής ή αν η αυξανόμενη διεθνής ζήτηση θα μεταμορφώσει οριστικά το νησί σε κάτι διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουν σήμερα οι Παριανοί. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Όλο και μεγαλώνει η ανησυχία ότι η Πάρος κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο της Μυκόνου, χάνοντας σταδιακά τα χαρακτηριστικά που την έκαναν ξεχωριστή. Η Πάρος βρίσκεται εδώ και χρόνια στη σκιά δύο εκ των πιο διάσημων ελληνικών νησιών, της Μυκόνου και της Σαντορίνης. Ωστόσο, η ισορροπία αυτή φαίνεται να αλλάζει. Το κυκλαδίτικο νησί που μέχρι πρόσφατα αποτελούσε μια πιο ήσυχη επιλογή για ταξιδιώτες και επενδυτές, εξελίσσεται σταδιακά σε έναν από τους πιο περιζήτητους προορισμούς της Μεσογείου, προσελκύοντας διεθνείς παραγωγές, εύπορους αγοραστές ακινήτων και μεγάλες ξενοδοχειακές αλυσίδες. Την ίδια στιγμή, όμως, μεγαλώνει και η ανησυχία, όπως αναφέρουν οι Financial Times, ότι η Πάρος κινδυνεύει να ακολουθήσει τον δρόμο της Μυκόνου, χάνοντας σταδιακά τα χαρακτηριστικά που την έκαναν ξεχωριστή. Η Πάρος ως φυσικό σκηνικό σε διεθνείς παραγωγές Η εικόνα των λευκών κυβόσχημων σπιτιών, των στενών σοκακιών και των ταβερνών δίπλα στο κύμα αποτελεί πλέον ένα από τα πιο ισχυρά τουριστικά «προϊόντα» της Ελλάδας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι διεθνείς παραγωγές αναζητούν όλο και συχνότερα την Πάρο ως φυσικό σκηνικό. Η δημοφιλής σειρά του Netflix «Μια Μέρα», με πρωταγωνιστές τον Λίο Γούντολ και την Αμπίκα Μοντ, γυρίστηκε εν μέρει στην Παροικιά και στη Χρυσή Ακτή, ενώ η σειρά «Malice» της Amazon Prime αξιοποίησε ως βασικό σκηνικό μια εντυπωσιακή πολυτελή κατοικία στη νότια πλευρά του νησιού, η οποία μετά τα γυρίσματα έγινε γνωστή ως Villa Malice. Η αυξανόμενη προβολή της Πάρου δεν άργησε να μεταφραστεί σε τουριστικό ενδιαφέρον. Μετά την προβολή του «Μια Μέρα», η Airbnb κατέγραψε αύξηση 32% στις κρατήσεις για το νησί, ενώ η Villa Malice διατίθεται πλέον προς ενοικίαση έναντι έως και 65.000 ευρώ την εβδομάδα κατά τη θερινή περίοδο. Παρά τη δημοτικότητα αυτή, η Πάρος εξακολουθεί να βρίσκεται σε διαφορετική κατηγορία από τη Μύκονο και τη Σαντορίνη. Σύμφωνα με στοιχεία της αγοράς, δέχεται περίπου ένα εκατομμύριο επισκέπτες ετησίως, όταν η Μύκονος προσεγγίζει τα τρία εκατομμύρια και η Σαντορίνη τα 3,4 εκατομμύρια. Αυτή ακριβώς η διαφορά είναι που, κατά πολλούς, διατηρεί ακόμη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του νησιού. H Πάρος διαθέτει κάτι που οι ανταγωνιστές της έχουν χάσει Ο διευθύνων σύμβουλος της Greece Sotheby's International Realty, Σάββας Σαββαΐδης, υποστηρίζει ότι η Πάρος διαθέτει κάτι που οι ανταγωνιστές της έχουν σε μεγάλο βαθμό χάσει. Όπως σημειώνει, σε αντίθεση με τη Μύκονο, η οποία οικοδόμησε την οικονομία της πάνω σε ένα βιομηχανοποιημένο μοντέλο νυχτερινής διασκέδασης, και τη Σαντορίνη, όπου η εμπειρία του επισκέπτη καθορίζεται πλέον από τα πλήθη των κρουαζιερόπλοιων, η Πάρος εξακολουθεί να διατηρεί τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικής ελληνικής κοινότητας που ζει και λειτουργεί όλο τον χρόνο. Την άποψη αυτή συμμερίζεται και ο επιχειρηματίας Νικολά Στεφάνου, ο οποίος ζει στο νησί από τη δεκαετία του 1970. «Οι άνθρωποι έρχονται για το τοπίο μας, για τις ξερολιθιές που υπάρχουν εδώ εδώ και χιλιάδες χρόνια και για τη μοναδική μας ταυτότητα. Οι Παριανοί είναι ανοιχτόμυαλοι, φιλόξενοι και πολιτιστικά δραστήριοι. Οι περισσότεροι παίζουν κάποιο μουσικό όργανο», λέει χαρακτηριστικά. Η αυθεντικότητα αυτή είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η Πάρος προσελκύει πλέον το ενδιαφέρον της διεθνούς αγοράς ακινήτων. Οι Κυκλάδες συνολικά συγκεντρώνουν περίπου το 40% της διεθνούς ζήτησης για πολυτελή ελληνικά ακίνητα, με αγοραστές κυρίως από τη Βρετανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Ευρώπη και τις χώρες του Κόλπου. Το μέσο ύψος επένδυσης αγγίζει τα 2,5 εκατομμύρια ευρώ ανά κατοικία. Ωστόσο, η αυξανόμενη δημοτικότητα έχει πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις μεταξύ των κατοίκων. Πολλοί μιλούν πλέον ανοιχτά για τον κίνδυνο της «μυκονοποίησης» της Πάρου. Δεν αντιδρούν στον τουρισμό αυτόν καθαυτόν ούτε στις επενδύσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας. Εκείνο που προκαλεί ανησυχία είναι η ταχύτητα και η κλίμακα των νέων αναπτύξεων. Ο δημοσιογράφος Σπύρος Μαυρής επισημαίνει ότι οι μεγαλύτερες αντιδράσεις αφορούν μεγάλα τουριστικά συγκροτήματα διεθνών αλυσίδων. Ήδη στο νησί λειτουργεί μονάδα της Nobu, ενώ μέσα στο καλοκαίρι αναμένεται να ανοίξει και ξενοδοχείο της Hyatt. «Χτίζονται θέρετρα που δεν έχουν καμία σχέση με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του νησιού», υποστηρίζει. «Κινδυνεύουμε να γίνουμε μια Ντίσνεϊλαντ χωρίς τις απαραίτητες υποδομές. Δεν υπάρχει αρκετό νερό, το λιμάνι και το αεροδρόμιο δεν επαρκούν και το νησί δεν διαθέτει νοσοκομείο». Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν ανάλογους προβληματισμούς. Η ομάδα Friends of Paros & Antiparos βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων, ενώ το Cyclades Preservation Fund χρηματοδοτεί δράσεις προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Η Ντόροθι Φιλιώτη, υπεύθυνη επικοινωνίας του οργανισμού, υποστηρίζει ότι το μέλλον του νησιού εξαρτάται από μια διαφορετική προσέγγιση ανάπτυξης. «Η τοπική ανθεκτικότητα και οι παραδόσεις πρέπει να μπουν πάνω από τη λογική της συνεχούς εξαγωγής κέρδους», τονίζει. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η περιοχή Κολυμπήθρες, όπου σχεδιάζεται τουριστική επένδυση 32 εκταρίων από την κατασκευαστική εταιρεία Ekter. Η περιοχή φιλοξενεί ευαίσθητο υγροτοπικό οικοσύστημα και αρχαιολογικά κατάλοιπα, γεγονός που έχει οδηγήσει την υπόθεση μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Άρτεμιος Δαρζέντας, υπεύθυνος επενδυτικών σχέσεων της εταιρείας, απορρίπτει τις επικρίσεις. «Αυτό που επιδιώκουμε είναι ακριβώς το αντίθετο από όσα ισχυρίζονται οι επικριτές μας. Πρόκειται για μια οργανωμένη ανάπτυξη χαμηλής έντασης που αποτελεί εναλλακτική στην άναρχη εκτός σχεδίου δόμηση που χαρακτήρισε την Πάρο τις προηγούμενες δεκαετίες», υποστηρίζει. Η συζήτηση, ωστόσο, ξεπερνά τα όρια της Πάρου. Η πρώην αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Μαρία Καραμανώφ εκτιμά ότι περίπου 50 μεγάλες τουριστικές επενδύσεις βρίσκονται σήμερα σε διάφορα στάδια αδειοδότησης σε φυσικές περιοχές ανά την Ελλάδα. Όπως προειδοποιεί, η νομοθεσία των τελευταίων ετών έχει ευνοήσει σημαντικά τις λεγόμενες «στρατηγικές επενδύσεις», επιτρέποντας την ανάπτυξη μεγάλων εκτάσεων με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους για τους επενδυτές. Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων συνεχίζει να αναπτύσσεται. Οι τιμές των πολυτελών κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 20% μέσα στην τελευταία πενταετία. Παρότι εξακολουθούν να βρίσκονται χαμηλότερα από τα επίπεδα της Μυκόνου, η απόσταση μειώνεται σταθερά. Σήμερα οι τιμές φτάνουν κατά μέσο όρο τα 8.800 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι συναλλαγές άνω των τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ γίνονται ολοένα συχνότερες. Παράλληλα, η άνοδος των βραχυχρόνιων μισθώσεων επηρεάζει ολόκληρη την τοπική στεγαστική αγορά. Σύμφωνα με τοπικούς φορείς, εργαζόμενοι στον τουρισμό, εκπαιδευτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι δυσκολεύονται πλέον να βρουν προσιτή κατοικία κατά τη διάρκεια της σεζόν. Παρά τις πιέσεις, αρκετοί κάτοικοι και επιχειρηματίες πιστεύουν ότι η Πάρος διαθέτει ακόμη το περιθώριο να ακολουθήσει διαφορετική πορεία από εκείνη της Μυκόνου. Ο τουριστικός σχεδιασμός του νησιού στρέφεται όλο και περισσότερο προς το μοντέλο της «ήσυχης πολυτέλειας», με έμφαση στην ιδιωτικότητα, την αρχιτεκτονική ποιότητα, τη βιωσιμότητα και τις οικογενειακές διακοπές. Η απουσία διεθνούς αεροδρομίου λειτουργεί ακόμη ως φυσικό φίλτρο απέναντι στον μαζικό τουρισμό. Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους κατοίκους είναι αν αυτό θα αρκέσει για να διατηρήσει η Πάρος τον χαρακτήρα που την έκανε ελκυστική εξαρχής ή αν η αυξανόμενη διεθνής ζήτηση θα μεταμορφώσει οριστικά το νησί σε κάτι διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουν σήμερα οι Παριανοί. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site