Reporter
Μια εταιρεία βιοτεχνολογίας αναζωπυρώνει τις ελπίδες για τη δημιουργία μιας αξιόπιστης εξέτασης που θα μπορούσε να εντοπίζει διαφορετικούς τύπους καρκίνου. Η ιδέα ενός απλού αιματολογικού τεστ που θα μπορεί να εντοπίζει πολλαπλές μορφές καρκίνου πριν ακόμη εμφανιστούν συμπτώματα, αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα μεγαλύτερα «ιερά δισκοπότηρα» της ογκολογίας. Παρά τις συνεχείς επιστημονικές εξελίξεις, η δημιουργία μιας αξιόπιστης εξέτασης που θα μπορούσε να εντοπίζει έγκαιρα διαφορετικούς τύπους καρκίνου παρέμενε άπιαστος στόχος. Τώρα, μια νέα ανακοίνωση από αυστριακή εταιρεία βιοτεχνολογίας έρχεται να αναζωπυρώσει τις ελπίδες, προκαλώντας παράλληλα έντονο ενδιαφέρον αλλά και επιφυλάξεις στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Η εταιρεία Wholomics παρουσίασε στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας στο Σικάγο στοιχεία για μια νέα εξέταση αίματος που, σύμφωνα με τους δημιουργούς της, μπορεί να ανιχνεύσει έως και το 95% των όγκων σε πρώιμο στάδιο για 13 διαφορετικούς τύπους καρκίνου. Η ανακοίνωση χαρακτηρίστηκε εντυπωσιακή, καθώς αφορά ένα πεδίο στο οποίο δεκάδες ερευνητικές ομάδες και φαρμακευτικές εταιρείες επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία χρόνια. Πού βασίζουν την αισιοδοξία τους Οι ερευνητές βασίζουν την αισιοδοξία τους σε ανάλυση δεδομένων από περίπου 1.400 άτομα. Ωστόσο, η μελέτη δεν έχει ακόμη περάσει από τη διαδικασία αξιολόγησης από ανεξάρτητους επιστήμονες, γεγονός που σημαίνει ότι τα αποτελέσματα παραμένουν προκαταρκτικά. Παράλληλα, δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η πρώιμη διάγνωση μέσω της συγκεκριμένης μεθόδου μεταφράζεται τελικά σε μεγαλύτερη επιβίωση των ασθενών ή σε μείωση της θνησιμότητας. Παρ' όλα αυτά, η ανακοίνωση γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια έρευνα γύρω από τα λεγόμενα τεστ πολλαπλής ανίχνευσης καρκίνου βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Οι εξετάσεις αυτές, γνωστές διεθνώς ως MCED (Multi-Cancer Early Detection), επιχειρούν να ανακαλύψουν ίχνη καρκινικών κυττάρων στο αίμα πριν η νόσος γίνει αντιληπτή με άλλες μεθόδους. Το ενδιαφέρον είναι ότι η παρουσίαση της Wholomics συνέπεσε με μια λιγότερο ενθαρρυντική εξέλιξη για το πλέον γνωστό πρόγραμμα του κλάδου, το τεστ Galleri. Η συγκεκριμένη εξέταση, η οποία φιλοδοξεί να εντοπίζει περισσότερες από 50 διαφορετικές μορφές καρκίνου μέσω θραυσμάτων DNA που απελευθερώνουν οι όγκοι στην κυκλοφορία του αίματος, δοκιμάζεται εδώ και χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περισσότεροι από 142.000 πολίτες ηλικίας 50 έως 79 ετών συμμετείχαν σε μία από τις μεγαλύτερες κλινικές δοκιμές του είδους παγκοσμίως, δίνοντας ετήσια δείγματα αίματος. Ωστόσο, τα πρώτα αποτελέσματα έδειξαν ότι η εξέταση δεν κατάφερε να μειώσει σημαντικά την εμφάνιση 12 βασικών μορφών προχωρημένου καρκίνου, που αποτελούσαν τον κύριο στόχο της μελέτης. Η διευθύντρια έρευνας του Cancer Research UK, δρ Κάθριν Έλιοτ, εκτίμησε ότι τα δεδομένα δείχνουν πως «το τεστ δεν είναι ακόμη έτοιμο για να ενταχθεί στα προγράμματα μαζικού προληπτικού ελέγχου του βρετανικού συστήματος υγείας». Παρόλα αυτά, υπογράμμισε ότι προέκυψαν ενδιαφέροντα ευρήματα που αξίζουν περαιτέρω διερεύνηση. Συγκεκριμένα, η δοκιμή του Galleri έδειξε ότι ορισμένοι καρκίνοι που συνήθως διαγιγνώσκονται στο τελικό στάδιο IV εντοπίστηκαν νωρίτερα, στο στάδιο III. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά 14% των περιστατικών που έφτασαν στο πιο προχωρημένο στάδιο της νόσου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική για καρκίνους με πολύ χαμηλά ποσοστά επιβίωσης, όπως εκείνοι του παγκρέατος ή του οισοφάγου. «Η έγκαιρη διάγνωση σώζει ζωές σε μεγάλη κλίμακα» «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η έγκαιρη διάγνωση σώζει ζωές σε μεγάλη κλίμακα», τόνισε η Έλιοτ. «Επιπλέον επιτρέπει στους ασθενείς να λαμβάνουν απλούστερες και λιγότερο επιβαρυντικές θεραπείες». Όπως σημειώνουν οι ειδικοί, ακόμη και όταν οι υπάρχουσες αντικαρκινικές θεραπείες είναι αποτελεσματικές, συχνά συνοδεύονται από σοβαρές παρενέργειες που επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χημειοθεραπεία. Παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται εδώ και σχεδόν οκτώ δεκαετίες και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό όπλο κατά πολλών μορφών καρκίνου, συνοδεύεται από ναυτία, απώλεια μαλλιών, εξάντληση και πολλές ακόμη ανεπιθύμητες επιπτώσεις. Η συζήτηση γύρω από τις εξατομικευμένες θεραπείες ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τα αποτελέσματα μιας άλλης μεγάλης έρευνας που ανακοινώθηκε τις ίδιες ημέρες και αφορούσε τον καρκίνο του μαστού. Η μελέτη Optima, που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του University College London, εξέτασε κατά πόσο ορισμένες γυναίκες μπορούν να αποφύγουν τη χημειοθεραπεία μετά την αφαίρεση του όγκου. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν το γονιδιωματικό τεστ Prosigna, το οποίο αναλύει το γενετικό προφίλ του καρκινικού ιστού και επιτρέπει πιο ακριβή αξιολόγηση του κινδύνου υποτροπής. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι γυναίκες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όγκων παρουσίασαν σχεδόν τα ίδια ποσοστά επιβίωσης είτε έλαβαν χημειοθεραπεία είτε όχι. Συγκεκριμένα, το ποσοστό επιβίωσης μετά από πέντε χρόνια ανήλθε στο 94,9% για όσες υποβλήθηκαν σε χημειοθεραπεία και στο 93,7% για όσες δεν την έλαβαν. Η διαφορά θεωρείται μικρή, γεγονός που υποδηλώνει ότι χιλιάδες γυναίκες ενδέχεται στο μέλλον να αποφύγουν μια ιδιαίτερα δύσκολη θεραπευτική διαδικασία χωρίς να μειωθούν οι πιθανότητες επιβίωσής τους. «Σημαντικό βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη φροντίδα» Ο επικεφαλής επιστημονικός σύμβουλος του οργανισμού Breast Cancer Now, δρ Σάιμον Βίνσεντ, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα «σημαντικό βήμα προς μια πιο εξατομικευμένη φροντίδα». Όπως είπε, η ογκολογία κατευθύνεται σταδιακά προς ένα μοντέλο στο οποίο οι αποφάσεις θεραπείας δεν θα βασίζονται σε γενικούς κανόνες αλλά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καρκίνου κάθε ασθενούς. Παρά την αισιοδοξία, πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι ο δρόμος μέχρι την καθιέρωση αξιόπιστων τεστ πολλαπλής ανίχνευσης παραμένει μακρύς. Ο καθηγητής Ρίτσαρντ Χούλστον από το Institute of Cancer Research υπογράμμισε ότι μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν την εφαρμογή τέτοιων εξετάσεων σε επίπεδο γενικού πληθυσμού. Αντίστοιχα, ο καθηγητής Νίτζαν Ρόζενφελντ από το Barts Cancer Institute σημείωσε ότι η μόνη πραγματικά αξιόπιστη αξιολόγηση απαιτεί πολυετείς τυχαιοποιημένες μελέτες που θα εξετάζουν εάν μειώνεται η θνησιμότητα. Το πρόβλημα, όπως εξηγεί, είναι ότι τέτοιες μελέτες μπορεί να χρειαστούν ακόμη και δύο δεκαετίες για να ολοκληρωθούν. Μέχρι τότε, η τεχνολογία ενδέχεται να έχει ήδη ξεπεραστεί από νεότερες και πιο εξελιγμένες μεθόδους. Για τον λόγο αυτό, πολλοί ερευνητές ζητούν πλέον διεθνή συνεργασία και κοινά πρωτόκολλα αξιολόγησης ώστε οι διάφορες εξετάσεις να μπορούν να συγκρίνονται πιο γρήγορα και αποτελεσματικά. Όπως επισημαίνουν, η ιστορία της έγκαιρης διάγνωσης του καρκίνου βρίσκεται ακόμη στην αρχή και τα επόμενα χρόνια αναμένεται να καθορίσουν αν τα πολυδιαφημισμένα τεστ αίματος θα αποτελέσουν πραγματική επανάσταση ή απλώς ένα ακόμη επιστημονικό βήμα στον μακρύ δρόμο της μάχης κατά της νόσου. Πηγή: Iefimerida
Go to News Site