Collector
Giriş Yap
Η δεύτερη ζωή των «Ξενία» και η νέα γεωγραφία των επενδύσεων στον ελληνικό τουρισμό | Collector
Η δεύτερη ζωή των «Ξενία» και η νέα γεωγραφία των επενδύσεων στον ελληνικό τουρισμό

Η δεύτερη ζωή των «Ξενία» και η νέα γεωγραφία των επενδύσεων στον ελληνικό τουρισμό

Για πολλές δεκαετίες αποτέλεσαν το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας προς τον κόσμο. Τα ξενοδοχεία «Ξενία» δεν φιλοξένησαν απλώς ταξιδιώτες, αλλά συνέβαλαν στη διαμόρφωση της τουριστικής ταυτότητας της χώρας, συνδέοντας την αρχιτεκτονική πρωτοπορία με την αναπτυξιακή προοπτική. Σήμερα, ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει για το εμβληματικό αυτό δίκτυο, καθώς η ΕΤΑΔ προωθεί την αξιοποίησή του με στόχο να μετατρέψει την ιστορική του αξία σε μοχλό ανάπτυξης για τις τοπικές κοινωνίες.  Στο επίκεντρο, 70 χρόνια μετά…  Τα «Ξενία» συγκεντρώνουν γι’ ακόμη μια φορά την προσοχή. Όχι ως μνημεία μιας άλλης εποχής, αλλά ως περιουσιακά στοιχεία με ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, τα οποία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη νέα φάση του ελληνικού τουρισμού. Σε αυτή τη συγκυρία, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) επιχειρεί να γράψει το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας τους, υλοποιώντας ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αξιοποίησης που συνδυάζει την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς με την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέας οικονομικής αξίας. Το εγχείρημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Οι διεθνείς ταξιδιωτικές τάσεις μεταβάλλονται, οι απαιτήσεις των επισκεπτών αυξάνονται και η ανάγκη για ένα πιο διαφοροποιημένο, βιώσιμο και αυθεντικό τουριστικό προϊόν γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα « Ξενία» εμφανίζονται ως μια μοναδική ευκαιρία. Διαθέτουν ιστορία, ταυτότητα, αρχιτεκτονική αξία και τοποθεσίες που δύσκολα θα μπορούσαν να αναπαραχθούν σήμερα. Από την Ουρανούπολη και την Άνδρο μέχρι τη Βυτίνα, την Κομοτηνή, τη Δράμα, την Κοζάνη, τη Μυτιλήνη και το Ηράκλειο Κρήτης, η ΕΤΑΔ προωθεί μια συστηματική στρατηγική που στοχεύει στην επανένταξη των ακινήτων αυτών στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό των περιοχών όπου βρίσκονται. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικασία μίσθωσης ή αξιοποίησης ακινήτων. Πρόκειται για μια παρέμβαση που φιλοδοξεί να δημιουργήσει πολλαπλασιαστικά οφέλη για τις τοπικές οικονομίες, να ενισχύσει την τουριστική δραστηριότητα, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να συμβάλει στην αναβάθμιση ολόκληρων προορισμών. Η πρόκληση δεν είναι μικρή. Πολλά από τα «Ξενία» παρέμειναν για χρόνια ανενεργά, ενώ η αξιοποίησή τους απαιτεί σύνθετες διαδικασίες τεχνικής, πολεοδομικής και νομικής ωρίμασης. Η ΕΤΑΔ έχει αναλάβει να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτό το πλαίσιο, προετοιμάζοντας τα ακίνητα ώστε να είναι πλήρως ώριμα και ελκυστικά για την επενδυτική κοινότητα. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την επίλυση εκκρεμοτήτων, την αποσαφήνιση χρήσεων, την ολοκλήρωση τεχνικών ελέγχων και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που επιτρέπει την αξιοποίηση με όρους διαφάνειας και ασφάλειας.  Ένα portfolio με προοπτικές! Σήμερα στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας βρίσκονται 29 ακίνητα «Ξενία», εκ των οποίων τα 13 έχουν ήδη μισθωθεί. Ο αριθμός αυτός από μόνος του αποτυπώνει τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη δυναμική που εξακολουθεί να υπάρχει για τα επόμενα βήματα του προγράμματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις που έχουν καταγραφεί από τις αρχές του 2026, καθώς η ΕΤΑΔ έχει επιταχύνει σημαντικά τον ρυθμό αξιοποίησης των ακινήτων. Μέσα σε λίγους μήνες έχουν προχωρήσει διαγωνισμοί, έχουν ολοκληρωθεί μισθώσεις και έχουν τεθεί οι βάσεις για σημαντικές επενδύσεις που αναμένεται να αλλάξουν την εικόνα ιστορικών ακινήτων τα οποία για χρόνια παρέμεναν εκτός παραγωγικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Ξενία» Ουρανούπολης, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα του προγράμματος. Το συγκεκριμένο ακίνητο θεωρείται ορόσημο της ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής και η νέα συμφωνία μίσθωσης ανοίγει τον δρόμο για την πλήρη αναβάθμισή του. Η συγκεκριμένη έκλεισε με ετήσιο μίσθωμα που ανέρχεται στις 826.875 ευρώ, επίδοση που καταγράφεται ως μία από τις υψηλότερες που έχουν επιτευχθεί για ακίνητο της συγκεκριμένης κατηγορίας και αποτυπώνει το ισχυρό ενδιαφέρον της αγοράς. Αντίστοιχα ισχυρό ήταν το επενδυτικό ενδιαφέρον και για το «Ξενία» Καρτερού στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου το ετήσιο μίσθωμα ανήλθε στις 715.660 ευρώ. Οι δύο αυτές συμφωνίες λειτουργούν ως ισχυρή ένδειξη ότι τα οικήματα Ξενία δεν αντιμετωπίζονται πλέον αποκλειστικά ως κτίρια με ιστορική αξία, αλλά και ως επενδυτικά assets με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και απόδοσης. Παράλληλα, σε τροχιά αξιοποίησης βρίσκονται τα «Ξενία» Βυτίνας και Κομοτηνής. Για την πρώτη περίπτωση έχει ήδη αναδειχθεί πλειοδότης, ενώ για τη δεύτερη προχωρά η διαδικασία αξιοποίησης ενός ακινήτου που λειτούργησε ως ξενοδοχειακή μονάδα έως το 2013. Ωστόσο, οι προσδοκίες ξεπερνούν τα όρια των ίδιων των ακινήτων, καθώς η επαναλειτουργία τους αναμένεται να λειτουργήσει ως μοχλός οικονομικής δραστηριότητας για τις ευρύτερες περιοχές. Ξεχωριστή θέση στο σχέδιο της ΕΤΑΔ κατέχουν και οι συνεργασίες με θεσμικούς φορείς. Η υπογραφή της σύμβασης παραχώρησης του «Ξενία» Άνδρου και του «Ξενία» Μυτιλήνης στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου αναδεικνύει μια ευρύτερη φιλοσοφία αξιοποίησης, σύμφωνα με την οποία κάθε ακίνητο εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και τις ανάγκες της περιοχής όπου βρίσκεται. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η δημιουργία χρήσεων που παράγουν μακροπρόθεσμη αξία για τις τοπικές κοινωνίες και όχι απλώς η βραχυπρόθεσμη εμπορική εκμετάλλευση. Το πρόγραμμα, ωστόσο, βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Μέχρι το τέλος του έτους αναμένονται νέοι διαγωνισμοί για τα «Ξενία» Δράμας και Κοζάνης, ενώ η συνέχεια προγραμματίζεται ήδη για το 2027. Στόχος της ΕΤΑΔ είναι η δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου αξιοποίησης που θα επιτρέψει σε περισσότερα ακίνητα να αποκτήσουν ξανά ενεργό ρόλο στον τουριστικό και αναπτυξιακό χάρτη της χώρας. Πίσω από τις επενδύσεις, τις συμβάσεις και τους διαγωνισμούς βρίσκεται μια βαθύτερη στρατηγική επιλογή. Η αξιοποίηση των «Ξενία» δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή διαδικασία διαχείρισης δημόσιας περιουσίας. Αντίθετα, αποτελεί μια προσπάθεια επανασύνδεσης του παρελθόντος με το μέλλον, της πολιτιστικής κληρονομιάς με την οικονομική ανάπτυξη και της ιστορικής μνήμης με τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς. Τα οικήματα δημιουργήθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα αναζητούσε νέους δρόμους ανάπτυξης και εξωστρέφειας. Το πρόγραμμα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950, αποτέλεσε μία από τις πιο φιλόδοξες κρατικές πρωτοβουλίες που εφαρμόστηκαν ποτέ στον τομέα του τουρισμού. Μέσα από αυτό το σχέδιο δημιουργήθηκε ένα πανελλαδικό δίκτυο περισσότερων από 70 ξενοδοχείων, μοτέλ, περιπτέρων και υποδομών, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη νέων προορισμών και στην ενίσχυση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Τα «Ξενία», όμως, άφησαν ανεξίτηλο σημάδι και στην ελληνική αρχιτεκτονική. Ο Άρης Κωνσταντινίδης και οι υπόλοιποι αρχιτέκτονες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα διαμόρφωσαν μια νέα φιλοσοφία σχεδιασμού, βασισμένη στον σεβασμό προς το τοπίο, την απλότητα των μορφών, τη λειτουργικότητα και την οργανική ένταξη των κτιρίων στο φυσικό περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις αρχές που εφαρμόστηκαν τότε θεωρούνται σήμερα βασικοί πυλώνες της βιώσιμης αρχιτεκτονικής και του σύγχρονου τουριστικού σχεδιασμού. Η αυθεντικότητα, η σύνδεση με τον τόπο, η ήπια παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον και η δημιουργία εμπειριών που αναδεικνύουν την ταυτότητα κάθε περιοχής αποτελούν πλέον διεθνείς τάσεις. Αυτή ακριβώς η διαχρονικότητα είναι που καθιστά την επανεκκίνησή τους τόσο σημαντική. Για την ΕΤΑΔ, η πρόκληση δεν είναι μόνο να διασώσει ένα σύνολο εμβληματικών κτιρίων, αλλά να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτά να αποκτήσουν ξανά ουσιαστικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Να μετατραπούν από ανενεργά περιουσιακά στοιχεία σε ενεργούς πυρήνες ανάπτυξης, πολιτισμού και τουρισμού. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Για πολλές δεκαετίες αποτέλεσαν το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας προς τον κόσμο. Τα ξενοδοχεία «Ξενία» δεν φιλοξένησαν απλώς ταξιδιώτες, αλλά συνέβαλαν στη διαμόρφωση της τουριστικής ταυτότητας της χώρας, συνδέοντας την αρχιτεκτονική πρωτοπορία με την αναπτυξιακή προοπτική. Σήμερα, ένα νέο κεφάλαιο ανοίγει για το εμβληματικό αυτό δίκτυο, καθώς η ΕΤΑΔ προωθεί την αξιοποίησή του με στόχο να μετατρέψει την ιστορική του αξία σε μοχλό ανάπτυξης για τις τοπικές κοινωνίες.  Στο επίκεντρο, 70 χρόνια μετά…  Τα «Ξενία» συγκεντρώνουν γι’ ακόμη μια φορά την προσοχή. Όχι ως μνημεία μιας άλλης εποχής, αλλά ως περιουσιακά στοιχεία με ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, τα οποία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη νέα φάση του ελληνικού τουρισμού. Σε αυτή τη συγκυρία, η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ) επιχειρεί να γράψει το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας τους, υλοποιώντας ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αξιοποίησης που συνδυάζει την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς με την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέας οικονομικής αξίας. Το εγχείρημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός τουρισμός βρίσκεται σε φάση επαναπροσδιορισμού. Οι διεθνείς ταξιδιωτικές τάσεις μεταβάλλονται, οι απαιτήσεις των επισκεπτών αυξάνονται και η ανάγκη για ένα πιο διαφοροποιημένο, βιώσιμο και αυθεντικό τουριστικό προϊόν γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα « Ξενία» εμφανίζονται ως μια μοναδική ευκαιρία. Διαθέτουν ιστορία, ταυτότητα, αρχιτεκτονική αξία και τοποθεσίες που δύσκολα θα μπορούσαν να αναπαραχθούν σήμερα. Από την Ουρανούπολη και την Άνδρο μέχρι τη Βυτίνα, την Κομοτηνή, τη Δράμα, την Κοζάνη, τη Μυτιλήνη και το Ηράκλειο Κρήτης, η ΕΤΑΔ προωθεί μια συστηματική στρατηγική που στοχεύει στην επανένταξη των ακινήτων αυτών στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό των περιοχών όπου βρίσκονται. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαδικασία μίσθωσης ή αξιοποίησης ακινήτων. Πρόκειται για μια παρέμβαση που φιλοδοξεί να δημιουργήσει πολλαπλασιαστικά οφέλη για τις τοπικές οικονομίες, να ενισχύσει την τουριστική δραστηριότητα, να δημιουργήσει θέσεις εργασίας και να συμβάλει στην αναβάθμιση ολόκληρων προορισμών. Η πρόκληση δεν είναι μικρή. Πολλά από τα «Ξενία» παρέμειναν για χρόνια ανενεργά, ενώ η αξιοποίησή τους απαιτεί σύνθετες διαδικασίες τεχνικής, πολεοδομικής και νομικής ωρίμασης. Η ΕΤΑΔ έχει αναλάβει να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτό το πλαίσιο, προετοιμάζοντας τα ακίνητα ώστε να είναι πλήρως ώριμα και ελκυστικά για την επενδυτική κοινότητα. Η στρατηγική αυτή περιλαμβάνει την επίλυση εκκρεμοτήτων, την αποσαφήνιση χρήσεων, την ολοκλήρωση τεχνικών ελέγχων και τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που επιτρέπει την αξιοποίηση με όρους διαφάνειας και ασφάλειας.  Ένα portfolio με προοπτικές! Σήμερα στο χαρτοφυλάκιο της εταιρείας βρίσκονται 29 ακίνητα «Ξενία», εκ των οποίων τα 13 έχουν ήδη μισθωθεί. Ο αριθμός αυτός από μόνος του αποτυπώνει τη σημαντική πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη δυναμική που εξακολουθεί να υπάρχει για τα επόμενα βήματα του προγράμματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις που έχουν καταγραφεί από τις αρχές του 2026, καθώς η ΕΤΑΔ έχει επιταχύνει σημαντικά τον ρυθμό αξιοποίησης των ακινήτων. Μέσα σε λίγους μήνες έχουν προχωρήσει διαγωνισμοί, έχουν ολοκληρωθεί μισθώσεις και έχουν τεθεί οι βάσεις για σημαντικές επενδύσεις που αναμένεται να αλλάξουν την εικόνα ιστορικών ακινήτων τα οποία για χρόνια παρέμεναν εκτός παραγωγικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Ξενία» Ουρανούπολης, ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα του προγράμματος. Το συγκεκριμένο ακίνητο θεωρείται ορόσημο της ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής και η νέα συμφωνία μίσθωσης ανοίγει τον δρόμο για την πλήρη αναβάθμισή του. Η συγκεκριμένη έκλεισε με ετήσιο μίσθωμα που ανέρχεται στις 826.875 ευρώ, επίδοση που καταγράφεται ως μία από τις υψηλότερες που έχουν επιτευχθεί για ακίνητο της συγκεκριμένης κατηγορίας και αποτυπώνει το ισχυρό ενδιαφέρον της αγοράς. Αντίστοιχα ισχυρό ήταν το επενδυτικό ενδιαφέρον και για το «Ξενία» Καρτερού στο Ηράκλειο Κρήτης, όπου το ετήσιο μίσθωμα ανήλθε στις 715.660 ευρώ. Οι δύο αυτές συμφωνίες λειτουργούν ως ισχυρή ένδειξη ότι τα οικήματα Ξενία δεν αντιμετωπίζονται πλέον αποκλειστικά ως κτίρια με ιστορική αξία, αλλά και ως επενδυτικά assets με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και απόδοσης. Παράλληλα, σε τροχιά αξιοποίησης βρίσκονται τα «Ξενία» Βυτίνας και Κομοτηνής. Για την πρώτη περίπτωση έχει ήδη αναδειχθεί πλειοδότης, ενώ για τη δεύτερη προχωρά η διαδικασία αξιοποίησης ενός ακινήτου που λειτούργησε ως ξενοδοχειακή μονάδα έως το 2013. Ωστόσο, οι προσδοκίες ξεπερνούν τα όρια των ίδιων των ακινήτων, καθώς η επαναλειτουργία τους αναμένεται να λειτουργήσει ως μοχλός οικονομικής δραστηριότητας για τις ευρύτερες περιοχές. Ξεχωριστή θέση στο σχέδιο της ΕΤΑΔ κατέχουν και οι συνεργασίες με θεσμικούς φορείς. Η υπογραφή της σύμβασης παραχώρησης του «Ξενία» Άνδρου και του «Ξενία» Μυτιλήνης στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου αναδεικνύει μια ευρύτερη φιλοσοφία αξιοποίησης, σύμφωνα με την οποία κάθε ακίνητο εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και τις ανάγκες της περιοχής όπου βρίσκεται. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η δημιουργία χρήσεων που παράγουν μακροπρόθεσμη αξία για τις τοπικές κοινωνίες και όχι απλώς η βραχυπρόθεσμη εμπορική εκμετάλλευση. Το πρόγραμμα, ωστόσο, βρίσκεται ακόμη στην αρχή. Μέχρι το τέλος του έτους αναμένονται νέοι διαγωνισμοί για τα «Ξενία» Δράμας και Κοζάνης, ενώ η συνέχεια προγραμματίζεται ήδη για το 2027. Στόχος της ΕΤΑΔ είναι η δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου αξιοποίησης που θα επιτρέψει σε περισσότερα ακίνητα να αποκτήσουν ξανά ενεργό ρόλο στον τουριστικό και αναπτυξιακό χάρτη της χώρας. Πίσω από τις επενδύσεις, τις συμβάσεις και τους διαγωνισμούς βρίσκεται μια βαθύτερη στρατηγική επιλογή. Η αξιοποίηση των «Ξενία» δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή διαδικασία διαχείρισης δημόσιας περιουσίας. Αντίθετα, αποτελεί μια προσπάθεια επανασύνδεσης του παρελθόντος με το μέλλον, της πολιτιστικής κληρονομιάς με την οικονομική ανάπτυξη και της ιστορικής μνήμης με τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς. Τα οικήματα δημιουργήθηκαν σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα αναζητούσε νέους δρόμους ανάπτυξης και εξωστρέφειας. Το πρόγραμμα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1950, αποτέλεσε μία από τις πιο φιλόδοξες κρατικές πρωτοβουλίες που εφαρμόστηκαν ποτέ στον τομέα του τουρισμού. Μέσα από αυτό το σχέδιο δημιουργήθηκε ένα πανελλαδικό δίκτυο περισσότερων από 70 ξενοδοχείων, μοτέλ, περιπτέρων και υποδομών, το οποίο συνέβαλε καθοριστικά στην ανάδειξη νέων προορισμών και στην ενίσχυση της διεθνούς εικόνας της χώρας. Τα «Ξενία», όμως, άφησαν ανεξίτηλο σημάδι και στην ελληνική αρχιτεκτονική. Ο Άρης Κωνσταντινίδης και οι υπόλοιποι αρχιτέκτονες που συμμετείχαν στο πρόγραμμα διαμόρφωσαν μια νέα φιλοσοφία σχεδιασμού, βασισμένη στον σεβασμό προς το τοπίο, την απλότητα των μορφών, τη λειτουργικότητα και την οργανική ένταξη των κτιρίων στο φυσικό περιβάλλον. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις αρχές που εφαρμόστηκαν τότε θεωρούνται σήμερα βασικοί πυλώνες της βιώσιμης αρχιτεκτονικής και του σύγχρονου τουριστικού σχεδιασμού. Η αυθεντικότητα, η σύνδεση με τον τόπο, η ήπια παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον και η δημιουργία εμπειριών που αναδεικνύουν την ταυτότητα κάθε περιοχής αποτελούν πλέον διεθνείς τάσεις. Αυτή ακριβώς η διαχρονικότητα είναι που καθιστά την επανεκκίνησή τους τόσο σημαντική. Για την ΕΤΑΔ, η πρόκληση δεν είναι μόνο να διασώσει ένα σύνολο εμβληματικών κτιρίων, αλλά να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε αυτά να αποκτήσουν ξανά ουσιαστικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας. Να μετατραπούν από ανενεργά περιουσιακά στοιχεία σε ενεργούς πυρήνες ανάπτυξης, πολιτισμού και τουρισμού. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site