Sigmalive
Απορρίφθηκε η έφεση της Κυπριακής Δημοκρατίας και επικυρώθηκε η απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου που αναγνώρισε δικαίωμα σύνταξης χηρείας σε γυναίκα, η οποία είχε παντρευτεί συνταξιούχο κρατικό υπάλληλο μετά την αφυπηρέτησή του. Το Ανώτατο έκρινε ότι η κατάργηση του συγκεκριμένου δικαιώματος με μεταγενέστερη νομοθεσία συνιστούσε στέρηση περιουσιακού δικαιώματος που προστατεύεται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η υπόθεση αφορούσε κρατικό υπάλληλο ο οποίος αφυπηρέτησε το 1986. Η πρώτη σύζυγός του απεβίωσε το 1992 και έναν χρόνο αργότερα, το 1993, τέλεσε δεύτερο γάμο με την εφεσίβλητη. Ο συνταξιούχος απεβίωσε το 2016 και τότε η σύζυγός του υπέβαλε αίτηση για χορήγηση σύνταξης χηρείας. Η αίτηση απορρίφθηκε από τη διοίκηση με το σκεπτικό ότι ο γάμος είχε τελεστεί μετά την αφυπηρέτησή του και ότι στο μεταξύ είχε τεθεί σε ισχύ νέα νομοθεσία που απέκλειε τις δεύτερες συζύγους από το δικαίωμα αυτό. Η γυναίκα προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση. Η Δημοκρατία άσκησε έφεση, υποστηρίζοντας ότι η εφεσίβλητη δεν είχε ποτέ αποκτήσει πραγματικό περιουσιακό δικαίωμα, αφού ο σύζυγός της βρισκόταν ακόμη εν ζωή όταν άλλαξε η νομοθεσία και συνεπώς δεν είχε καταστεί δικαιούχος σύνταξης χηρείας. Για να εξετάσει το ζήτημα, το Ανώτατο προχώρησε σε αναλυτική αναδρομή της νομοθετικής εξέλιξης του θεσμού της σύνταξης χηρείας. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, το αρχικό καθεστώς δεν αναγνώριζε δικαίωμα σύνταξης στη δεύτερη σύζυγο συνταξιούχου που παντρεύτηκε μετά την αφυπηρέτησή του. Ωστόσο, το 1992 ο νομοθέτης εισήγαγε ειδική εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία όταν ο συνταξιούχος είχε σύζυγο κατά την αφυπηρέτησή του, η οποία στη συνέχεια απεβίωσε, και ακολούθως παντρευόταν εκ νέου, η δεύτερη σύζυγος θεωρείτο δικαιούχος σύνταξης χηρείας. Η ίδια πρόνοια μεταφέρθηκε αυτούσια και στον περί Συντάξεων Νόμο του 1997. Το Ανώτατο σημειώνει ότι κατά τον χρόνο που η εφεσίβλητη παντρεύτηκε τον σύζυγό της, το 1993, η νομοθεσία όχι μόνο αναγνώριζε το δικαίωμά της σε μελλοντική σύνταξη χηρείας, αλλά το κατοχύρωνε ρητά. Το δικαίωμα αυτό θα ενεργοποιείτο με τον θάνατο του συνταξιούχου. Η κατάσταση μεταβλήθηκε το 2012, όταν η Βουλή ψήφισε τον Νόμο 216(Ι)/2012 στο πλαίσιο μέτρων συγκράτησης των δαπανών των επαγγελματικών συνταξιοδοτικών σχεδίων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Με το άρθρο 12 του νόμου καταργήθηκε το δικαίωμα σύνταξης χηρείας για δεύτερη σύζυγο συνταξιούχου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η πρώτη σύζυγος είχε αποβιώσει μετά την αφυπηρέτηση. Το βασικό ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει το Ανώτατο ήταν κατά πόσο η δεύτερη σύζυγος διέθετε ήδη προστατευόμενο περιουσιακό δικαίωμα πριν από την ψήφιση του νόμου του 2012 ή αν επρόκειτο απλώς για μια αβέβαιη μελλοντική ελπίδα. Το Δικαστήριο απάντησε ότι η εφεσίβλητη διέθετε «θεμιτή προσδοκία» (legitimate expectation), η οποία αποτελεί μορφή περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 23 του Συντάγματος και του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Η προσδοκία αυτή δεν ήταν αόριστη ούτε θεωρητική. Αντίθετα, βασιζόταν σε σαφή νομοθετική πρόβλεψη και σε σύστημα υποχρεωτικών εισφορών που καταβάλλονταν ακριβώς για τη χρηματοδότηση συντάξεων χηρών και ορφανών. Οι δικαστές επισήμαναν ότι ο σύζυγος της εφεσίβλητης κατέβαλλε υποχρεωτικές εισφορές στο Ταμείο Συντάξεων Χηρών και Ορφανών, γεγονός που ενίσχυε ακόμη περισσότερο τη νομική βάση της προσδοκίας για μελλοντική σύνταξη. Κατά συνέπεια, η εφεσίβλητη δεν στηριζόταν σε μια απλή ελπίδα ότι κάποτε θα λάμβανε σύνταξη, αλλά σε ένα δικαίωμα που είχε ήδη αναγνωριστεί από τον νόμο και θα ενεργοποιείτο όταν θα συνέτρεχε το γεγονός του θανάτου του συζύγου της. Το Ανώτατο απέρριψε το επιχείρημα της Δημοκρατίας ότι κανένας πολίτης δεν έχει κεκτημένο δικαίωμα στη διατήρηση μιας συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η αρχή αυτή είναι ορθή μόνο εφόσον η μεταβολή της νομοθεσίας δεν καταργεί συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο έκρινε ότι η νομοθετική παρέμβαση του 2012 δεν τροποποίησε απλώς ένα υφιστάμενο καθεστώς, αλλά εξαφάνισε ολοκληρωτικά ένα ήδη προστατευόμενο περιουσιακό δικαίωμα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στο γεγονός ότι το Σύνταγμα επιτρέπει περιορισμούς ή στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 23. Το Ανώτατο διαπίστωσε ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο νομοθέτης το 2012 –δηλαδή η δημοσιονομική εξυγίανση και η συγκράτηση κρατικών δαπανών– δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που επιτρέπουν τη στέρηση περιουσίας σύμφωνα με το Σύνταγμα. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η προστασία των συνταγματικών δικαιωμάτων αποτελεί υποχρέωση της δικαστικής εξουσίας και δεν συνιστά παρέμβαση στη νομοθετική λειτουργία. Αντίθετα, αποτελεί εφαρμογή της συνταγματικής αρχής ότι κάθε νόμος οφείλει να συμμορφώνεται προς το Σύνταγμα. Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε ότι η εφεσίβλητη στερήθηκε παράνομα περιουσιακό δικαίωμα που είχε ήδη αποκτήσει τη μορφή θεμιτής προσδοκίας. Εφόσον η διαπίστωση αυτή ήταν από μόνη της αρκετή για να κρίνει παράνομη την απορριπτική απόφαση της διοίκησης, το Δικαστήριο δεν θεώρησε αναγκαίο να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους έφεσης. Ως εκ τούτου, η έφεση της Δημοκρατίας απορρίφθηκε και επιδικάστηκαν έξοδα ύψους €4.000 πλέον ΦΠΑ υπέρ της χήρας και εναντίον της Δημοκρατίας. Διαβάστε επίσης: «Πόρτα» σε Μπανγκλαντεσιανό που ζητούσε να αφεθεί ελεύθερος- Θα απελαθεί
Go to News Site