iefimerida
Η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία και μη αναστρέψιμη μορφή έμφυλης βίας. Δεν είναι «έγκλημα πάθους», ούτε αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης ή μιας «κακής στιγμής». Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι η τελική κατάληξη μιας μακράς σχέσης εξουσίας, ελέγχου, φόβου και συστηματικής κακοποίησης. Μιας σχέσης στην οποία η βία έχει προηγηθεί, έχει επαναληφθεί και συχνά έχει γίνει ορατή στο οικογενειακό, κοινωνικό ή θεσμικό περιβάλλον του θύματος. Κάθε φορά που μία γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο, τον πρώην σύζυγο ή τον πρώην σύντροφό της, η δημόσια συζήτηση επανέρχεται με ένταση. Όμως τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται εκ των υστέρων είναι συχνά γνώριμα. Ο δράστης περιγράφεται ως ζηλότυπος, χειριστικός, ελεγκτικός και βίαιος. Το θύμα ως απομονωμένο, φοβισμένο και πολλαπλώς κακοποιημένο. Συχνά είχε ήδη αναζητήσει τρόπο διαφυγής. Άλλοτε είχε καταφέρει να αποχωρήσει από τη σχέση, χωρίς όμως να έχει πραγματικά προστατευθεί. Η γυναικοκτονία σπάνια εμφανίζεται χωρίς προηγούμενες ενδείξεις. Προηγούνται απειλές, εκφοβισμός, σωματική ή ψυχολογική βία, έλεγχος, απομόνωση και περιορισμός της ελευθερίας του θύματος. Προηγείται, δηλαδή, μια συνθήκη διαρκούς επιβολής. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο δράστης θεωρεί ότι έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή μιας γυναίκας. Θεωρεί ότι του ανήκει. Ακόμη και όταν εκείνη επιλέγει να φύγει, να αντισταθεί ή να αυτονομηθεί. Γι’ αυτό η γυναικοκτονία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Δεν αφορά μόνο μια οικογένεια. Δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Έχει κοινωνικές, πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις. Στο Κέντρο Μελετών Πολιτικής για το Φύλο και την Ισότητα συστηματοποιήσαμε τις αιτίες που έχει αναδείξει η επιστημονική έρευνα για το φαινόμενο. Οι αιτίες αυτές δεν εντοπίζονται μόνο στην ατομική συμπεριφορά του δράστη. Συνδέονται και με βαθιά ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και στερεότυπα. Αντιλήψεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στην οικογένεια, στα μέσα ενημέρωσης, στο εργασιακό περιβάλλον και στην καθημερινή κοινωνική ζωή. Πολύ συχνά, η αρρενωπότητα συνδέεται με την κυριαρχία. Η σχέση με την κατοχή. Η αγάπη με τον έλεγχο. Η ζηλοτυπία παρουσιάζεται ως «ενδιαφέρον». Η κτητικότητα ως «αγάπη». Ο έλεγχος ως «προστασία». Έτσι, η βία κανονικοποιείται πριν ακόμη εκδηλωθεί στην πιο ακραία μορφή της. Η γυναικοκτονία δεν είναι μόνο η πράξη ενός δράστη. Είναι συχνά το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας ανοχών, σιωπών, παραλείψεων και αποτυχημένων παρεμβάσεων. Γι’ αυτό έχει σημασία να αναγνωρίζονται εγκαίρως οι παράγοντες κινδύνου: το ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας, η εμμονική και ελεγκτική συμπεριφορά, οι απειλές, ο ναρκισσισμός, η οικονομική ή συναισθηματική εξάρτηση του θύματος και η βίαιη αντίδραση του συντρόφου στην πρόθεση της γυναίκας να αποχωρήσει από τη σχέση. Αυτά τα σημάδια δεν είναι απλές εντάσεις μιας σχέσης. Είναι προειδοποιήσεις. Και πρέπει να ενεργοποιούν άμεσα τα αντανακλαστικά όλων των εμπλεκόμενων θεσμών. Σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, η προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί ύψιστη έκφραση του Κράτους Δικαίου. Η ζωή, η ελευθερία, η σωματική ακεραιότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ο πυρήνας της έννομης τάξης. Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταστολή μετά την τέλεση του εγκλήματος. Το Κράτος Δικαίου οφείλει να παρεμβαίνει εγκαίρως, με πρόληψη, αξιολόγηση κινδύνου και πραγματική προστασία. Το θύμα πρέπει να μπορεί να καταγγείλει χωρίς να φοβάται ότι θα μείνει μόνο του. Και όταν καταγγείλει, πρέπει να προστατεύεται άμεσα, σταθερά και αποτελεσματικά. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι πολλές γυναικοκτονίες συμβαίνουν μετά από προηγούμενες καταγγελίες. Μετά από κλήσεις στις αρχές. Μετά από απειλές, σωματικές κακοποιήσεις ή ασφαλιστικά μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το θύμα είχε ζητήσει βοήθεια, αλλά δεν προστατεύθηκε επαρκώς. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης όσο και στο επίπεδο της καταστολής. Όμως η σοβαρότητα του φαινομένου μάς υποχρεώνει να προχωρήσουμε περισσότερο. Η χώρα δεν κινείται σε θεσμικό κενό. Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Η Ισπανία έχει αναπτύξει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα αντιμετώπισης της έμφυλης βίας, με εξειδικευμένα δικαστήρια, ειδικές εισαγγελικές δομές και μηχανισμούς προστασίας. Η Κύπρος έχει προχωρήσει σε νομοθετική αναγνώριση της γυναικοκτονίας. Η Ιταλία και το Βέλγιο ενισχύουν διαρκώς τα θεσμικά τους εργαλεία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων με έμφυλα χαρακτηριστικά. Η ευρωπαϊκή τάση είναι σαφής. Η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ιδιωτική υπόθεση, αλλά ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατίας και θεσμικής ευθύνης. Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, η γυναικοκτονία τιμωρείται ήδη ως ανθρωποκτονία με την αυστηρότερη ποινή. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο η ποινή. Το ζήτημα είναι η αναγνώριση του έμφυλου κινήτρου, η συστηματική καταγραφή του φαινομένου, η πρόληψη και η προστασία πριν από το έγκλημα. Ο νόμος δεν έχει μόνο τιμωρητική λειτουργία. Έχει και συμβολική. Ονοματίζει κοινωνικά φαινόμενα, αναγνωρίζει κοινωνικές πραγματικότητες και καθορίζει τις αξίες που μια κοινωνία θεωρεί αδιαπραγμάτευτες. Γι’ αυτό η θεσμική και νομική προσέγγιση πρέπει να κινηθεί σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Πρώτον, να αναγνωριστεί το έμφυλο κίνητρο ως ειδική επιβαρυντική περίσταση σε εγκλήματα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Δεύτερον, να δημιουργηθεί Εθνικό Μητρώο Γυναικοκτονιών, ώστε να υπάρχει πλήρης και αξιόπιστη καταγραφή του φαινομένου. Τρίτον, να συσταθεί ανεξάρτητο Εθνικό Παρατηρητήριο Γυναικοκτονιών, με αρμοδιότητα τη συλλογή στοιχείων, την επιστημονική μελέτη των περιστατικών, την αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών και την υποβολή ετήσιων προτάσεων προς την Πολιτεία. Τέταρτον, να υπάρξει υποχρεωτική εξειδίκευση στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας, εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών στην αντιμετώπιση περιστατικών έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Πέμπτον, να καθιερωθεί υποχρεωτική αξιολόγηση επικινδυνότητας σε κάθε καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας. Όταν διαπιστώνεται κίνδυνος, οι μηχανισμοί προστασίας πρέπει να ενεργοποιούνται άμεσα. Έκτον, να ενισχυθούν οι ξενώνες φιλοξενίας, οι ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και η δωρεάν νομική συνδρομή για τα θύματα. Έβδομον, να εξεταστεί η χρονική επέκταση των ορίων παραγραφής για σοβαρές μορφές ενδοοικογενειακής βίας. Πολλά θύματα χρειάζονται χρόνια για να αισθανθούν ασφαλή και να μιλήσουν. Ο φόβος, οι απειλές, η οικονομική εξάρτηση και το κοινωνικό στίγμα δεν μπορεί να λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός ατιμωρησίας. Όγδοον, να ενισχυθεί η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, με θεματικές που αφορούν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότητα των φύλων, τη συναίνεση, τη μη βίαιη διαχείριση συγκρούσεων και την πρόληψη κακοποιητικών συμπεριφορών. Ένατο, να αναπτυχθεί σοβαρή πολιτική πρόληψης και στο ψηφιακό περιβάλλον. Η έκθεση ανηλίκων σε περιεχόμενο που κανονικοποιεί τη σεξουαλική βία, τον εξευτελισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Η προστασία της παιδικής και εφηβικής ηλικίας δεν είναι λογοκρισία. Είναι θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας. Δέκατον, να ενισχυθεί η θεσμική ευθύνη των μέσων ενημέρωσης, των ψηφιακών πλατφορμών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να αναπαράγει έμφυλα στερεότυπα, να μεταθέτει την ευθύνη στο θύμα ή να παρουσιάζει τη βία ως φυσική αντίδραση ή ως αποτέλεσμα «πάθους». Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμελιώδης δημοκρατική αξία. Δεν περιλαμβάνει, όμως, τη νομιμοποίηση της βίας, τον ευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή τη δημόσια ανοχή απέναντι σε λόγο που υποκινεί μίσος και διακρίσεις. Η μάχη κατά της γυναικοκτονίας δεν αρχίζει στο δικαστήριο ούτε στη φυλακή. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: στο σπίτι, στο σχολείο, στην οθόνη ενός παιδιού και στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία διδάσκει τι σημαίνει σεβασμός προς τον άλλον άνθρωπο. Η συζήτηση για τη γυναικοκτονία δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Αφορά το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Αφορά το εάν η ελευθερία θα είναι πραγματικό δικαίωμα ή προνόμιο που εξαρτάται από το φύλο. Αφορά το εάν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα προστατεύεται έμπρακτα ή θα παραμένει μια συνταγματική διακήρυξη χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο θρηνεί τα θύματα μετά το έγκλημα. Κρίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο τα προστατεύει πριν από αυτό. Κανένας νόμος δεν μπορεί να αλλάξει μόνος του μια κοινωνία. Μπορεί, όμως, να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα για το ποια συμπεριφορά είναι ανεκτή και ποια όχι. Μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα θύματα, να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στους δράστες και να εκπαιδεύσει τη συλλογική συνείδηση. Κάθε γυναικοκτονία αφήνει πίσω της κάτι περισσότερο από μια δικογραφία, μια δικαστική αίθουσα ή μια ποινική καταδίκη. Αφήνει μια απουσία. Αφήνει παιδιά, οικογένειες και κοινότητες που καλούνται να ζήσουν με ένα κενό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ζήτημα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθιά κοινωνικό, θεσμικό και δημοκρατικό. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Πολιτεία πρέπει να δράσει. Είναι αν έχει πλέον το δικαίωμα να μην δράσει. Η προστασία της ζωής, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας δεν μπορεί να αναβάλλεται. Αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατικής Πολιτείας. Και όταν ο πυρήνας αυτός τραυματίζεται, τραυματίζεται ολόκληρη η κοινωνία. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Και δεν υπάρχει άλλη ανοχή. Σε ένα Κράτος Δικαίου, καμία γυναίκα δεν πρέπει να φοβάται ότι θα δολοφονηθεί επειδή είναι γυναίκα. *Όλγα Κεφαλογιάννη, Δικηγόρος, Βουλευτής Α' Αθηνών, Υπουργός Τουρισμού και Προέδρος του “Κέντρου Μελετών Πολιτικής για το Φύλο και την Ισότητα” (EPLO) Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία και μη αναστρέψιμη μορφή έμφυλης βίας. Δεν είναι «έγκλημα πάθους», ούτε αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας έκρηξης ή μιας «κακής στιγμής». Στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι η τελική κατάληξη μιας μακράς σχέσης εξουσίας, ελέγχου, φόβου και συστηματικής κακοποίησης. Μιας σχέσης στην οποία η βία έχει προηγηθεί, έχει επαναληφθεί και συχνά έχει γίνει ορατή στο οικογενειακό, κοινωνικό ή θεσμικό περιβάλλον του θύματος. Κάθε φορά που μία γυναίκα δολοφονείται από τον σύζυγο, τον σύντροφο, τον πρώην σύζυγο ή τον πρώην σύντροφό της, η δημόσια συζήτηση επανέρχεται με ένταση. Όμως τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύονται εκ των υστέρων είναι συχνά γνώριμα. Ο δράστης περιγράφεται ως ζηλότυπος, χειριστικός, ελεγκτικός και βίαιος. Το θύμα ως απομονωμένο, φοβισμένο και πολλαπλώς κακοποιημένο. Συχνά είχε ήδη αναζητήσει τρόπο διαφυγής. Άλλοτε είχε καταφέρει να αποχωρήσει από τη σχέση, χωρίς όμως να έχει πραγματικά προστατευθεί. Η γυναικοκτονία σπάνια εμφανίζεται χωρίς προηγούμενες ενδείξεις. Προηγούνται απειλές, εκφοβισμός, σωματική ή ψυχολογική βία, έλεγχος, απομόνωση και περιορισμός της ελευθερίας του θύματος. Προηγείται, δηλαδή, μια συνθήκη διαρκούς επιβολής. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο δράστης θεωρεί ότι έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή μιας γυναίκας. Θεωρεί ότι του ανήκει. Ακόμη και όταν εκείνη επιλέγει να φύγει, να αντισταθεί ή να αυτονομηθεί. Γι’ αυτό η γυναικοκτονία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Δεν αφορά μόνο μια οικογένεια. Δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Έχει κοινωνικές, πολιτικές και θεσμικές προεκτάσεις. Στο Κέντρο Μελετών Πολιτικής για το Φύλο και την Ισότητα συστηματοποιήσαμε τις αιτίες που έχει αναδείξει η επιστημονική έρευνα για το φαινόμενο. Οι αιτίες αυτές δεν εντοπίζονται μόνο στην ατομική συμπεριφορά του δράστη. Συνδέονται και με βαθιά ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις και στερεότυπα. Αντιλήψεις που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στην οικογένεια, στα μέσα ενημέρωσης, στο εργασιακό περιβάλλον και στην καθημερινή κοινωνική ζωή. Πολύ συχνά, η αρρενωπότητα συνδέεται με την κυριαρχία. Η σχέση με την κατοχή. Η αγάπη με τον έλεγχο. Η ζηλοτυπία παρουσιάζεται ως «ενδιαφέρον». Η κτητικότητα ως «αγάπη». Ο έλεγχος ως «προστασία». Έτσι, η βία κανονικοποιείται πριν ακόμη εκδηλωθεί στην πιο ακραία μορφή της. Η γυναικοκτονία δεν είναι μόνο η πράξη ενός δράστη. Είναι συχνά το τελικό αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας ανοχών, σιωπών, παραλείψεων και αποτυχημένων παρεμβάσεων. Γι’ αυτό έχει σημασία να αναγνωρίζονται εγκαίρως οι παράγοντες κινδύνου: το ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας, η εμμονική και ελεγκτική συμπεριφορά, οι απειλές, ο ναρκισσισμός, η οικονομική ή συναισθηματική εξάρτηση του θύματος και η βίαιη αντίδραση του συντρόφου στην πρόθεση της γυναίκας να αποχωρήσει από τη σχέση. Αυτά τα σημάδια δεν είναι απλές εντάσεις μιας σχέσης. Είναι προειδοποιήσεις. Και πρέπει να ενεργοποιούν άμεσα τα αντανακλαστικά όλων των εμπλεκόμενων θεσμών. Σε κάθε δημοκρατική κοινωνία, η προστασία της ανθρώπινης ζωής αποτελεί ύψιστη έκφραση του Κράτους Δικαίου. Η ζωή, η ελευθερία, η σωματική ακεραιότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι ο πυρήνας της έννομης τάξης. Η αντιμετώπιση της έμφυλης βίας δεν μπορεί να περιορίζεται στην καταστολή μετά την τέλεση του εγκλήματος. Το Κράτος Δικαίου οφείλει να παρεμβαίνει εγκαίρως, με πρόληψη, αξιολόγηση κινδύνου και πραγματική προστασία. Το θύμα πρέπει να μπορεί να καταγγείλει χωρίς να φοβάται ότι θα μείνει μόνο του. Και όταν καταγγείλει, πρέπει να προστατεύεται άμεσα, σταθερά και αποτελεσματικά. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι πολλές γυναικοκτονίες συμβαίνουν μετά από προηγούμενες καταγγελίες. Μετά από κλήσεις στις αρχές. Μετά από απειλές, σωματικές κακοποιήσεις ή ασφαλιστικά μέτρα. Αυτό σημαίνει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το θύμα είχε ζητήσει βοήθεια, αλλά δεν προστατεύθηκε επαρκώς. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει κάνει σημαντικά βήματα, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης όσο και στο επίπεδο της καταστολής. Όμως η σοβαρότητα του φαινομένου μάς υποχρεώνει να προχωρήσουμε περισσότερο. Η χώρα δεν κινείται σε θεσμικό κενό. Η ευρωπαϊκή εμπειρία προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Η Ισπανία έχει αναπτύξει ένα από τα πιο ολοκληρωμένα συστήματα αντιμετώπισης της έμφυλης βίας, με εξειδικευμένα δικαστήρια, ειδικές εισαγγελικές δομές και μηχανισμούς προστασίας. Η Κύπρος έχει προχωρήσει σε νομοθετική αναγνώριση της γυναικοκτονίας. Η Ιταλία και το Βέλγιο ενισχύουν διαρκώς τα θεσμικά τους εργαλεία για την αντιμετώπιση εγκλημάτων με έμφυλα χαρακτηριστικά. Η ευρωπαϊκή τάση είναι σαφής. Η βία κατά των γυναικών δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ιδιωτική υπόθεση, αλλά ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δημοκρατίας και θεσμικής ευθύνης. Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, η γυναικοκτονία τιμωρείται ήδη ως ανθρωποκτονία με την αυστηρότερη ποινή. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο η ποινή. Το ζήτημα είναι η αναγνώριση του έμφυλου κινήτρου, η συστηματική καταγραφή του φαινομένου, η πρόληψη και η προστασία πριν από το έγκλημα. Ο νόμος δεν έχει μόνο τιμωρητική λειτουργία. Έχει και συμβολική. Ονοματίζει κοινωνικά φαινόμενα, αναγνωρίζει κοινωνικές πραγματικότητες και καθορίζει τις αξίες που μια κοινωνία θεωρεί αδιαπραγμάτευτες. Γι’ αυτό η θεσμική και νομική προσέγγιση πρέπει να κινηθεί σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Πρώτον, να αναγνωριστεί το έμφυλο κίνητρο ως ειδική επιβαρυντική περίσταση σε εγκλήματα κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Δεύτερον, να δημιουργηθεί Εθνικό Μητρώο Γυναικοκτονιών, ώστε να υπάρχει πλήρης και αξιόπιστη καταγραφή του φαινομένου. Τρίτον, να συσταθεί ανεξάρτητο Εθνικό Παρατηρητήριο Γυναικοκτονιών, με αρμοδιότητα τη συλλογή στοιχείων, την επιστημονική μελέτη των περιστατικών, την αξιολόγηση των δημόσιων πολιτικών και την υποβολή ετήσιων προτάσεων προς την Πολιτεία. Τέταρτον, να υπάρξει υποχρεωτική εξειδίκευση στελεχών της Ελληνικής Αστυνομίας, εισαγγελικών και δικαστικών λειτουργών στην αντιμετώπιση περιστατικών έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Πέμπτον, να καθιερωθεί υποχρεωτική αξιολόγηση επικινδυνότητας σε κάθε καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας. Όταν διαπιστώνεται κίνδυνος, οι μηχανισμοί προστασίας πρέπει να ενεργοποιούνται άμεσα. Έκτον, να ενισχυθούν οι ξενώνες φιλοξενίας, οι ψυχοκοινωνικές υπηρεσίες και η δωρεάν νομική συνδρομή για τα θύματα. Έβδομον, να εξεταστεί η χρονική επέκταση των ορίων παραγραφής για σοβαρές μορφές ενδοοικογενειακής βίας. Πολλά θύματα χρειάζονται χρόνια για να αισθανθούν ασφαλή και να μιλήσουν. Ο φόβος, οι απειλές, η οικονομική εξάρτηση και το κοινωνικό στίγμα δεν μπορεί να λειτουργούν ως έμμεσος μηχανισμός ατιμωρησίας. Όγδοον, να ενισχυθεί η εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, με θεματικές που αφορούν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότητα των φύλων, τη συναίνεση, τη μη βίαιη διαχείριση συγκρούσεων και την πρόληψη κακοποιητικών συμπεριφορών. Ένατο, να αναπτυχθεί σοβαρή πολιτική πρόληψης και στο ψηφιακό περιβάλλον. Η έκθεση ανηλίκων σε περιεχόμενο που κανονικοποιεί τη σεξουαλική βία, τον εξευτελισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αδιαφορία. Η προστασία της παιδικής και εφηβικής ηλικίας δεν είναι λογοκρισία. Είναι θεμελιώδης υποχρέωση της Πολιτείας. Δέκατον, να ενισχυθεί η θεσμική ευθύνη των μέσων ενημέρωσης, των ψηφιακών πλατφορμών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να αναπαράγει έμφυλα στερεότυπα, να μεταθέτει την ευθύνη στο θύμα ή να παρουσιάζει τη βία ως φυσική αντίδραση ή ως αποτέλεσμα «πάθους». Η ελευθερία της έκφρασης είναι θεμελιώδης δημοκρατική αξία. Δεν περιλαμβάνει, όμως, τη νομιμοποίηση της βίας, τον ευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή τη δημόσια ανοχή απέναντι σε λόγο που υποκινεί μίσος και διακρίσεις. Η μάχη κατά της γυναικοκτονίας δεν αρχίζει στο δικαστήριο ούτε στη φυλακή. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: στο σπίτι, στο σχολείο, στην οθόνη ενός παιδιού και στον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία διδάσκει τι σημαίνει σεβασμός προς τον άλλον άνθρωπο. Η συζήτηση για τη γυναικοκτονία δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Αφορά το είδος της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε. Αφορά το εάν η ελευθερία θα είναι πραγματικό δικαίωμα ή προνόμιο που εξαρτάται από το φύλο. Αφορά το εάν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα προστατεύεται έμπρακτα ή θα παραμένει μια συνταγματική διακήρυξη χωρίς αντίκρισμα στην καθημερινότητα. Μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τον τρόπο με τον οποίο θρηνεί τα θύματα μετά το έγκλημα. Κρίνεται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο τα προστατεύει πριν από αυτό. Κανένας νόμος δεν μπορεί να αλλάξει μόνος του μια κοινωνία. Μπορεί, όμως, να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα για το ποια συμπεριφορά είναι ανεκτή και ποια όχι. Μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά τα θύματα, να λειτουργήσει αποτρεπτικά απέναντι στους δράστες και να εκπαιδεύσει τη συλλογική συνείδηση. Κάθε γυναικοκτονία αφήνει πίσω της κάτι περισσότερο από μια δικογραφία, μια δικαστική αίθουσα ή μια ποινική καταδίκη. Αφήνει μια απουσία. Αφήνει παιδιά, οικογένειες και κοινότητες που καλούνται να ζήσουν με ένα κενό που δεν μπορεί να αναπληρωθεί. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ζήτημα δεν είναι μόνο ποινικό. Είναι βαθιά κοινωνικό, θεσμικό και δημοκρατικό. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Πολιτεία πρέπει να δράσει. Είναι αν έχει πλέον το δικαίωμα να μην δράσει. Η προστασία της ζωής, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας δεν μπορεί να αναβάλλεται. Αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατικής Πολιτείας. Και όταν ο πυρήνας αυτός τραυματίζεται, τραυματίζεται ολόκληρη η κοινωνία. Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Και δεν υπάρχει άλλη ανοχή. Σε ένα Κράτος Δικαίου, καμία γυναίκα δεν πρέπει να φοβάται ότι θα δολοφονηθεί επειδή είναι γυναίκα. *Όλγα Κεφαλογιάννη, Δικηγόρος, Βουλευτής Α' Αθηνών, Υπουργός Τουρισμού και Προέδρος του “Κέντρου Μελετών Πολιτικής για το Φύλο και την Ισότητα” (EPLO) Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr
Go to News Site