Collector
Τα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης Σάντη - «Σκιές» για τη διερεύνηση | Collector
Τα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης Σάντη - «Σκιές» για τη διερεύνηση
Sigmalive

Τα αναπάντητα ερωτήματα της υπόθεσης Σάντη - «Σκιές» για τη διερεύνηση

Νέα συζήτηση έχει προκαλέσει η υπόθεση Σάντη μετά την ολοκλήρωση της αστυνομικής διερεύνησης και τα συμπεράσματα που παρουσιάστηκαν δημόσια από την ηγεσία της Αστυνομίας. Παρότι οι Αρχές υποστηρίζουν ότι οι καταγγελίες και τα τεκμήρια που τέθηκαν υπό εξέταση κρίθηκαν ψευδή ή αλλοιωμένα, νομικοί εξακολουθούν να εγείρουν σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε όσο και για κρίσιμα στοιχεία που, όπως υποστηρίζουν, παραμένουν αναπάντητα. Ο νομικός Σίμος Αγγελίδης ανέφερε ότι, με βάση όσα έχουν δημοσιοποιηθεί μέχρι σήμερα, η Αστυνομία φαίνεται να έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εξέτασε εξαντλητικά όλους τους ισχυρισμούς, το μαρτυρικό υλικό και τα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιόν της, καταλήγοντας ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε αληθές από τους ισχυρισμούς που διερευνήθηκαν. Ωστόσο, τόνισε ότι η δημόσια συζήτηση θα ήταν πιο ουσιαστική εάν δινόταν στη δημοσιότητα το πλήρες πόρισμα και όχι μόνο μια συνοπτική παρουσίαση των συμπερασμάτων, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο τρόπος με τον οποίο οι ανακριτές κατέληξαν στα συγκεκριμένα ευρήματα. Ο ίδιος επισήμανε ότι η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονο δημόσιο ενδιαφέρον και ότι σε ένα κράτος δικαίου η διαφάνεια αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς. Παράλληλα, σημείωσε ότι από τη διαδικασία φαίνεται να έχουν επηρεαστεί πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο των καταγγελιών, αλλά και όσοι προώθησαν ή δημοσιοποίησαν τους σχετικούς ισχυρισμούς. Πιθανές ποινικές και αστικές ευθύνες Ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση της διερεύνησης των καταγγελιών ανοίγει πλέον ένα νέο κεφάλαιο που αφορά ενδεχόμενες ποινικές ή αστικές ευθύνες. Όπως εξήγησε, στο ποινικό σκέλος θα εξεταστεί κατά πόσο διαπράχθηκαν αδικήματα όπως η κατασκευή και διακίνηση πλαστών εγγράφων ή η διάδοση ψευδών πληροφοριών, με βάση τις πρόνοιες του Ποινικού Κώδικα. Σε ό,τι αφορά το αστικό σκέλος, υπογράμμισε ότι πρόσωπα τα οποία θεωρούν ότι υπέστησαν δυσφήμιση έχουν το δικαίωμα να προσφύγουν στα δικαστήρια διεκδικώντας αποζημιώσεις. Εξήγησε ότι σε τέτοιες διαδικασίες ο ενάγων καλείται να αποδείξει ότι το δημοσίευμα ή ο ισχυρισμός ήταν δυσφημιστικός, ενώ ο εναγόμενος μπορεί να επικαλεστεί την υπεράσπιση της αλήθειας, εφόσον είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Ο κ. Αγγελίδης εκτίμησε ότι στο πλαίσιο της νέας ποινικής διερεύνησης αναμένεται να ληφθούν καταθέσεις από πρόσωπα που ενδέχεται να συνδέονται με τα υπό εξέταση αδικήματα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ο ρόλος του νομικού Νίκου Κληρίδη στην όλη υπόθεση ήταν διαφορετικός, καθώς, όπως ανέφερε, είχε λάβει γνώση συγκεκριμένων πληροφοριών στο παρελθόν χωρίς να προχωρήσει στη δημοσιοποίησή τους. Οι ενστάσεις Κληρίδη για τη διερεύνηση Από την πλευρά του, ο νομικός Νίκος Κληρίδης δήλωσε ότι συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με τις τοποθετήσεις του κ. Αγγελίδη, ωστόσο εξέφρασε σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας. Όπως υποστήριξε, η δημόσια παρουσίαση δημιούργησε την εντύπωση ότι η υπόθεση έκλεισε οριστικά, χωρίς να δοθούν επαρκείς εξηγήσεις για τα ευρήματα και χωρίς να δημοσιοποιηθεί το πλήρες περιεχόμενο του πορίσματος. Κατά τον ίδιο, η διαδικασία ήταν προβληματική ήδη από το αρχικό της στάδιο, καθώς δεν ανατέθηκε σε ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή. Ο κ. Κληρίδης υποστήριξε ότι για να διασφαλιστεί πλήρης και αντικειμενική διερεύνηση θα έπρεπε να είχαν εξεταστεί δικανικά οι πρωτογενείς συσκευές από τις οποίες φέρεται να ξεκίνησε η ανταλλαγή των επίμαχων μηνυμάτων. Όπως ανέφερε, η έρευνα επικεντρώθηκε σε μεταγενέστερη συσκευή, ενώ το κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιείτο κατά την επίμαχη περίοδο δεν εντοπίστηκε ποτέ. Κατά τον ίδιο, αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο κενό στην έρευνα, καθώς το συγκεκριμένο τηλέφωνο θα μπορούσε να περιέχει την πρωτογενή μαρτυρία και να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα σχετικά με την προέλευση των μηνυμάτων. Υποστήριξε επίσης ότι η Αστυνομία κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπήρξε αλλοίωση μηνυμάτων σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς όμως να έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς τι συνέβη με το αρχικό υλικό και ποιος είχε την ευθύνη διαφύλαξής του. Ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων Ένα από τα βασικότερα ζητήματα που έθεσε ο Σίμος Αγγελίδης αφορά τη διαδικασία διερεύνησης από υπηρεσίες που είχαν επίσης βρεθεί στο στόχαστρο των καταγγελιών. Όπως ανέφερε, τόσο ο Μακάριος Δρουσιώτης όσο και άλλοι εμπλεκόμενοι είχαν αποδώσει ευθύνες στην Αστυνομία και στη Νομική Υπηρεσία. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι δημιουργήθηκε ένα αντικειμενικό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων, αφού οι ίδιες υπηρεσίες κλήθηκαν να εξετάσουν καταγγελίες που τις αφορούσαν άμεσα. Ο κ. Αγγελίδης διευκρίνισε ότι δεν αμφισβητεί κατ' ανάγκην την ορθότητα των συμπερασμάτων του πορίσματος, ωστόσο θεωρεί πως η ανάθεση της διερεύνησης σε ανεξάρτητο ποινικό ανακριτή θα αφαιρούσε κάθε περιθώριο αμφισβήτησης της διαδικασίας και θα ενίσχυε την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Μάλιστα, εκτίμησε ότι σε περίπτωση που προκύψουν ποινικές διώξεις, η υπεράσπιση ενδέχεται να επικαλεστεί ως βασικό επιχείρημα το γεγονός ότι η έρευνα διενεργήθηκε από φορείς που είχαν άμεσο ενδιαφέρον για την έκβασή της. Τα ερωτήματα που παραμένουν Παρά τα συμπεράσματα της Αστυνομίας, οι δύο νομικοί συμφώνησαν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η τύχη της αρχικής συσκευής που θεωρείται ότι περιείχε τα πρωτογενή δεδομένα, οι λόγοι για τους οποίους δεν εξασφαλίστηκε εγκαίρως, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αξιολογήθηκαν ορισμένα επιμέρους στοιχεία της υπόθεσης. Ο κ. Αγγελίδης υπογράμμισε ότι η δημοσιοποίηση του πλήρους πορίσματος θα μπορούσε να δώσει απαντήσεις σε αρκετά από τα ερωτήματα που εξακολουθούν να απασχολούν την κοινή γνώμη, ενώ ο κ. Κληρίδης επέμεινε ότι η ορθή δικανική διερεύνηση των αρχικών συσκευών θα αποτελούσε το κλειδί για την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η Αστυνομία θεωρεί πως η έρευνα για τους επίμαχους ισχυρισμούς έχει ολοκληρωθεί, η δημόσια συζήτηση γύρω από την υπόθεση Σάντη κάθε άλλο παρά έχει λήξει, με τα ερωτήματα για τη διαδικασία και τη διαχείριση κρίσιμων τεκμηρίων να παραμένουν στο προσκήνιο. Διαβάστε επίσης: Επικοινωνία Αρναούτη με Αννίτα-Τρία τα απειλητικά μηνύματα

Go to News Site