Collector
Ήθελε να πεθάνει στο σπίτι του: Το τελευταίο ταξίδι ενός καρκινοπαθούς κόστισε 60.000 ευρώ - «Σας αγαπώ όλους, αντίο» | Collector
Ήθελε να πεθάνει στο σπίτι του: Το τελευταίο ταξίδι ενός καρκινοπαθούς κόστισε 60.000 ευρώ - «Σας αγαπώ όλους, αντίο»
iefimerida

Ήθελε να πεθάνει στο σπίτι του: Το τελευταίο ταξίδι ενός καρκινοπαθούς κόστισε 60.000 ευρώ - «Σας αγαπώ όλους, αντίο»

Η τελευταία επιθυμία του Κρεγκ Σίνκλερ δεν ήταν παράλογη και σίγουρα ούτε πολυτελής. Δεν ζητούσε μια πειραματική θεραπεία. Ήθελε να πεθάνει στο σπίτι του. Η τελευταία επιθυμία του Κρεγκ Σίνκλερ δεν ήταν παράλογη και σίγουρα ούτε πολυτελής. Δεν ζητούσε μια πειραματική θεραπεία, ούτε ένα θαύμα της ιατρικής. Ήθελε απλώς να πεθάνει στο σπίτι του. Να αφήσει την τελευταία του πνοή στο διαμέρισμα του Μπρούκλιν όπου είχε ζήσει, αγαπήσει, γελάσει και παλέψει για περισσότερα από δύο χρόνια απέναντι στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Όμως στις ΗΠΑ του 21ου αιώνα, ακόμη και ο θάνατος μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά απαγορευτικός. Για τη σύζυγό του, Σάνον Κάρολ, η προσπάθεια να εκπληρώσει αυτή την τελευταία επιθυμία μετατράπηκε σε έναν δεύτερο πόλεμο, παράλληλο με εκείνον της ασθένειας. Και ο λογαριασμός έφτασε τα 65.000 δολάρια - πάνω από 60.000 ευρώ. «Γιατί οι Αμερικανοί ανησυχούν για το κόστος της υγείας;» Ο Κρεγκ ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Ψηλός, αθλητικός, λάτρης της μουσικής και της νυχτερινής ζωής του Μπρούκλιν, είχε μετακομίσει από την Αγγλία στη Νέα Υόρκη για διδακτορικές σπουδές στη συγκριτική λογοτεχνία και δεν επέστρεψε ποτέ. Μεγαλωμένος στο περιβάλλον του βρετανικού Εθνικού Συστήματος Υγείας, δυσκολευόταν να κατανοήσει την αμερικανική εμμονή με το κόστος της περίθαλψης . Όπως είχε γράψει κάποτε: «Ως ξένος μεγάλωσα με το NHS και δεν καταλάβαινα γιατί οι Αμερικανοί ανησυχούν τόσο για το κόστος της υγείας. Στη Βρετανία είναι δωρεάν». Η ειρωνεία είναι ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα τον έφερναν αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί. Τον Δεκέμβριο του 2024 βρισκόταν για τέταρτη φορά μέσα σε έναν χρόνο στα επείγοντα του νοσοκομείου NYU Langone στο Μανχάταν. Το ζευγάρι είχε αποκτήσει πλέον τη δική του «ρουτίνα νοσοκομείου». Μάσκες ύπνου, οδοντόβουρτσες, φάρμακα, προμήθειες για την κολοστομία, ρούχα για πολυήμερη παραμονή. Όταν έφτασαν με ταξί στην είσοδο του νοσοκομείου, ο Κρεγκ αγκάλιασε ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο. Ήταν η τελευταία φορά που περπάτησε σε εξωτερικό χώρο. Μέσα σε λίγες ώρες μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Οι γιατροί ήταν ειλικρινείς. Θεωρούσαν σχεδόν θαύμα το γεγονός ότι διατηρούσε ακόμη πλήρως τις νοητικές του λειτουργίες. Ο οργανισμός του είχε εξαντληθεί από δύο και πλέον χρόνια χειρουργείων, ακτινοβολιών, χημειοθεραπειών και πειραματικών ανοσοθεραπειών. Η αναιμία του ήταν τόσο σοβαρή ώστε η αιμοσφαιρίνη του βρισκόταν περίπου στο μισό των φυσιολογικών επιπέδων. Κάπου ανάμεσα στα μηχανήματα και στους ήχους των μόνιτορ, ο Κρεγκ αποφάσισε να αποχαιρετήσει τους φίλους του. Κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια, κατέγραψε ένα τελευταίο μήνυμα που αργότερα ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Φίλοι μου, έχω δυσάρεστα νέα», είπε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ. «Το μυαλό μου παραμένει το αδιαμφισβήτητο δοχείο θαυμάτων που ήταν πάντα, αλλά το σώμα μου δεν είναι πια εξίσου έτοιμο για τα κύματα που έρχονται». Στη συνέχεια μίλησε για τη ζωή που έζησε, για τους ανθρώπους που αγάπησε, για τη σχέση του με τη Σάνον. «Γνώρισα την αληθινή αγάπη. Χόρεψα. Έζησα πολιτιστικά θαύματα. Θαύμασα τη ζωή. Σας αγαπώ όλους. Αντίο». Το επόμενο πρωί οι γιατροί ήταν ακόμη πιο ξεκάθαροι. Ο χρόνος του μετριόταν πλέον σε ημέρες, ίσως και ώρες. Ο Κρεγκ ξέσπασε σε κλάματα όταν μεταφέρθηκε σε κοινό θάλαμο. «Δεν θέλω να πεθάνω εδώ», ψιθύρισε στη σύζυγό του. Η επιθυμία του φαινόταν απλή. Η πραγματικότητα ήταν οτιδήποτε άλλο. Για να μπορέσει να φύγει από το νοσοκομείο, οι γιατροί απαιτούσαν να έχει εξασφαλιστεί κατ’ οίκον νοσηλευτική υποστήριξη. Εκεί η Σάνον ανακάλυψε τη σκληρή αριθμητική του αμερικανικού συστήματος υγείας. Το πρόγραμμα κάλυπτε μόλις μία επίσκεψη νοσηλευτή την εβδομάδα. Ο Κρεγκ, όμως, χρειαζόταν καθημερινή φροντίδα τραυμάτων, αλλαγές επιδέσμων, διαχείριση συριγγίων και εξειδικευμένες νοσηλευτικές πράξεις. Η μόνη λύση ήταν ιδιωτική νοσηλευτική υποστήριξη, κόστους από 5.000 έως 7.000 δολάρια την εβδομάδα. Η ίδια είχε ήδη ανακαλύψει ένα ακόμη παράδοξο του συστήματος. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, σύζυγοι που φροντίζουν τους ασθενείς συντρόφους τους δεν μπορούν να αμείβονται μέσω του προγράμματος Medicaid. Παιδιά, αδέλφια, φίλοι ή γείτονες μπορούν να πληρωθούν ως φροντιστές. Οι σύζυγοι όχι. Καθώς οι ώρες περνούσαν, η Σάνον περπατούσε ασταμάτητα στους διαδρόμους του νοσοκομείου κρατώντας δύο τηλέφωνα. Στο ένα μιλούσε με την εταιρεία ιδιωτικής νοσηλείας, στο άλλο με το hospice. Τελικά οι γιατροί συμφώνησαν να δώσουν εξιτήριο. Ήταν τα γενέθλιά της. Όταν το ανέφερε στην ιατρική ομάδα, αρκετοί γιατροί δάκρυσαν. Αργότερα μια κοινωνική λειτουργός της έφερε μια χειρόγραφη κάρτα και ένα κομμάτι σοκολατένια τούρτα. Το ζευγάρι μοιράστηκε λίγες μπουκιές μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Ήταν ίσως το πιο παράξενο πάρτι γενεθλίων της ζωής της. Όταν ο Κρεγκ επέστρεψε στο σπίτι, η μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή. Έβαλε μουσική, χαμήλωσε τα φώτα και άρχισε να συζητά ξανά με τους φίλους του. Η ατμόσφαιρα του διαμερίσματος τον αναζωογόνησε. Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες έμοιαζε ξανά ο εαυτός του. Υπήρχε όμως ένα τεράστιο πρόβλημα. Τα χρήματα τελείωναν. Ο Κρεγκ είχε απολυθεί από τη δουλειά του το 2023, τρεις ημέρες πριν ξεκινήσει χημειοθεραπείες. Το ασφαλιστήριο ζωής που θα μπορούσε να διατηρήσει κόστιζε 800 δολάρια τον μήνα. Τότε κανείς δεν πίστευε ότι βρισκόταν τόσο κοντά στο τέλος. Δεν το κράτησε. Η Σάνον αναγκάστηκε να περιορίσει δραστικά την εργασία της ως δημιουργός βίντεο. Όταν ξεκίνησε η κατ’ οίκον φροντίδα, σταμάτησε να εργάζεται εντελώς. Η λύση ήρθε μέσα από μια εκστρατεία χρηματοδότησης στο διαδίκτυο. Μαζί με φίλους δημιούργησαν μια καμπάνια GoFundMe. Ο ίδιος ο Κρεγκ τη μοιράστηκε γράφοντας: «Έκανα το λάθος να αρρωστήσω πριν γίνω πλούσιος». Οι δωρεές άρχισαν να καταφθάνουν. Στην αρχή συγκεντρώθηκαν 45.000 δολάρια. Τελικά το ποσό άγγιξε σχεδόν τα 65.000. Αρκετά για να καλυφθούν οι νοσηλευτές, τα αναλώσιμα και τα ιατρικά υλικά. Οι «ημέρες ή ώρες» που προέβλεπαν οι γιατροί μετατράπηκαν σε σχεδόν τρεις μήνες. Κάθε βράδυ η Σάνον κοιμόταν στον καναπέ δίπλα στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Χορηγούσε μορφίνη, άλλαζε επιδέσμους, κατέγραφε δόσεις φαιντανύλης, αγόραζε εξοπλισμό μέσω διαδικτύου και αναζητούσε τις φθηνότερες λύσεις για υλικά που κόστιζαν εκατοντάδες δολάρια. Οι φίλοι επισκέπτονταν το διαμέρισμα, του κρατούσαν το χέρι και τον έκαναν να γελά. Ο Κρεγκ πέθανε στις 10 Μαρτίου 2025, στο διαμέρισμά τους στο Μπρούκλιν, ακριβώς εκεί όπου ήθελε. Οι λογαριασμοί, όμως, συνέχισαν να φτάνουν. Ένας (πολύ αμφισβητούμενος) λογαριασμός νοσοκομείου ύψους 5.934 δολαρίων. Μια ειδοποίηση για εξέταση αίματος 197 δολαρίων. Το χρέος συνέχισε να υπάρχει ακόμη κι όταν ο άνθρωπος είχε φύγει. Λίγους μήνες αργότερα, η Σάνον διάβασε ότι η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ψήφισε νόμο για την ιατρικά υποβοηθούμενη θανάτωση, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ τον Αύγουστο του 2026. Ο Κρεγκ θα πληρούσε τα κριτήρια. Για τη Σάνον, όμως, το πιο σημαντικό γεγονός είχε ήδη συμβεί. Παρά το κόστος, την εξάντληση και την οικονομική καταστροφή που παραλίγο να ακολουθήσει, κατάφερε να του προσφέρει αυτό που θεωρούσε αυτονόητο: τη δυνατότητα να πεθάνει με αξιοπρέπεια στο σπίτι του. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Η τελευταία επιθυμία του Κρεγκ Σίνκλερ δεν ήταν παράλογη και σίγουρα ούτε πολυτελής. Δεν ζητούσε μια πειραματική θεραπεία. Ήθελε να πεθάνει στο σπίτι του. Η τελευταία επιθυμία του Κρεγκ Σίνκλερ δεν ήταν παράλογη και σίγουρα ούτε πολυτελής. Δεν ζητούσε μια πειραματική θεραπεία, ούτε ένα θαύμα της ιατρικής. Ήθελε απλώς να πεθάνει στο σπίτι του. Να αφήσει την τελευταία του πνοή στο διαμέρισμα του Μπρούκλιν όπου είχε ζήσει, αγαπήσει, γελάσει και παλέψει για περισσότερα από δύο χρόνια απέναντι στον καρκίνο της ουροδόχου κύστης. Όμως στις ΗΠΑ του 21ου αιώνα, ακόμη και ο θάνατος μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά απαγορευτικός. Για τη σύζυγό του, Σάνον Κάρολ, η προσπάθεια να εκπληρώσει αυτή την τελευταία επιθυμία μετατράπηκε σε έναν δεύτερο πόλεμο, παράλληλο με εκείνον της ασθένειας. Και ο λογαριασμός έφτασε τα 65.000 δολάρια - πάνω από 60.000 ευρώ. «Γιατί οι Αμερικανοί ανησυχούν για το κόστος της υγείας;» Ο Κρεγκ ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Ψηλός, αθλητικός, λάτρης της μουσικής και της νυχτερινής ζωής του Μπρούκλιν, είχε μετακομίσει από την Αγγλία στη Νέα Υόρκη για διδακτορικές σπουδές στη συγκριτική λογοτεχνία και δεν επέστρεψε ποτέ. Μεγαλωμένος στο περιβάλλον του βρετανικού Εθνικού Συστήματος Υγείας, δυσκολευόταν να κατανοήσει την αμερικανική εμμονή με το κόστος της περίθαλψης . Όπως είχε γράψει κάποτε: «Ως ξένος μεγάλωσα με το NHS και δεν καταλάβαινα γιατί οι Αμερικανοί ανησυχούν τόσο για το κόστος της υγείας. Στη Βρετανία είναι δωρεάν». Η ειρωνεία είναι ότι τα τελευταία χρόνια της ζωής του θα τον έφερναν αντιμέτωπο με μια πραγματικότητα που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί. Τον Δεκέμβριο του 2024 βρισκόταν για τέταρτη φορά μέσα σε έναν χρόνο στα επείγοντα του νοσοκομείου NYU Langone στο Μανχάταν. Το ζευγάρι είχε αποκτήσει πλέον τη δική του «ρουτίνα νοσοκομείου». Μάσκες ύπνου, οδοντόβουρτσες, φάρμακα, προμήθειες για την κολοστομία, ρούχα για πολυήμερη παραμονή. Όταν έφτασαν με ταξί στην είσοδο του νοσοκομείου, ο Κρεγκ αγκάλιασε ένα δέντρο στο πεζοδρόμιο. Ήταν η τελευταία φορά που περπάτησε σε εξωτερικό χώρο. Μέσα σε λίγες ώρες μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Οι γιατροί ήταν ειλικρινείς. Θεωρούσαν σχεδόν θαύμα το γεγονός ότι διατηρούσε ακόμη πλήρως τις νοητικές του λειτουργίες. Ο οργανισμός του είχε εξαντληθεί από δύο και πλέον χρόνια χειρουργείων, ακτινοβολιών, χημειοθεραπειών και πειραματικών ανοσοθεραπειών. Η αναιμία του ήταν τόσο σοβαρή ώστε η αιμοσφαιρίνη του βρισκόταν περίπου στο μισό των φυσιολογικών επιπέδων. Κάπου ανάμεσα στα μηχανήματα και στους ήχους των μόνιτορ, ο Κρεγκ αποφάσισε να αποχαιρετήσει τους φίλους του. Κρατώντας το κινητό του τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια, κατέγραψε ένα τελευταίο μήνυμα που αργότερα ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Φίλοι μου, έχω δυσάρεστα νέα», είπε με το χαρακτηριστικό του χιούμορ. «Το μυαλό μου παραμένει το αδιαμφισβήτητο δοχείο θαυμάτων που ήταν πάντα, αλλά το σώμα μου δεν είναι πια εξίσου έτοιμο για τα κύματα που έρχονται». Στη συνέχεια μίλησε για τη ζωή που έζησε, για τους ανθρώπους που αγάπησε, για τη σχέση του με τη Σάνον. «Γνώρισα την αληθινή αγάπη. Χόρεψα. Έζησα πολιτιστικά θαύματα. Θαύμασα τη ζωή. Σας αγαπώ όλους. Αντίο». Το επόμενο πρωί οι γιατροί ήταν ακόμη πιο ξεκάθαροι. Ο χρόνος του μετριόταν πλέον σε ημέρες, ίσως και ώρες. Ο Κρεγκ ξέσπασε σε κλάματα όταν μεταφέρθηκε σε κοινό θάλαμο. «Δεν θέλω να πεθάνω εδώ», ψιθύρισε στη σύζυγό του. Η επιθυμία του φαινόταν απλή. Η πραγματικότητα ήταν οτιδήποτε άλλο. Για να μπορέσει να φύγει από το νοσοκομείο, οι γιατροί απαιτούσαν να έχει εξασφαλιστεί κατ’ οίκον νοσηλευτική υποστήριξη. Εκεί η Σάνον ανακάλυψε τη σκληρή αριθμητική του αμερικανικού συστήματος υγείας. Το πρόγραμμα κάλυπτε μόλις μία επίσκεψη νοσηλευτή την εβδομάδα. Ο Κρεγκ, όμως, χρειαζόταν καθημερινή φροντίδα τραυμάτων, αλλαγές επιδέσμων, διαχείριση συριγγίων και εξειδικευμένες νοσηλευτικές πράξεις. Η μόνη λύση ήταν ιδιωτική νοσηλευτική υποστήριξη, κόστους από 5.000 έως 7.000 δολάρια την εβδομάδα. Η ίδια είχε ήδη ανακαλύψει ένα ακόμη παράδοξο του συστήματος. Στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, σύζυγοι που φροντίζουν τους ασθενείς συντρόφους τους δεν μπορούν να αμείβονται μέσω του προγράμματος Medicaid. Παιδιά, αδέλφια, φίλοι ή γείτονες μπορούν να πληρωθούν ως φροντιστές. Οι σύζυγοι όχι. Καθώς οι ώρες περνούσαν, η Σάνον περπατούσε ασταμάτητα στους διαδρόμους του νοσοκομείου κρατώντας δύο τηλέφωνα. Στο ένα μιλούσε με την εταιρεία ιδιωτικής νοσηλείας, στο άλλο με το hospice. Τελικά οι γιατροί συμφώνησαν να δώσουν εξιτήριο. Ήταν τα γενέθλιά της. Όταν το ανέφερε στην ιατρική ομάδα, αρκετοί γιατροί δάκρυσαν. Αργότερα μια κοινωνική λειτουργός της έφερε μια χειρόγραφη κάρτα και ένα κομμάτι σοκολατένια τούρτα. Το ζευγάρι μοιράστηκε λίγες μπουκιές μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Ήταν ίσως το πιο παράξενο πάρτι γενεθλίων της ζωής της. Όταν ο Κρεγκ επέστρεψε στο σπίτι, η μεταμόρφωση ήταν εντυπωσιακή. Έβαλε μουσική, χαμήλωσε τα φώτα και άρχισε να συζητά ξανά με τους φίλους του. Η ατμόσφαιρα του διαμερίσματος τον αναζωογόνησε. Για πρώτη φορά μετά από εβδομάδες έμοιαζε ξανά ο εαυτός του. Υπήρχε όμως ένα τεράστιο πρόβλημα. Τα χρήματα τελείωναν. Ο Κρεγκ είχε απολυθεί από τη δουλειά του το 2023, τρεις ημέρες πριν ξεκινήσει χημειοθεραπείες. Το ασφαλιστήριο ζωής που θα μπορούσε να διατηρήσει κόστιζε 800 δολάρια τον μήνα. Τότε κανείς δεν πίστευε ότι βρισκόταν τόσο κοντά στο τέλος. Δεν το κράτησε. Η Σάνον αναγκάστηκε να περιορίσει δραστικά την εργασία της ως δημιουργός βίντεο. Όταν ξεκίνησε η κατ’ οίκον φροντίδα, σταμάτησε να εργάζεται εντελώς. Η λύση ήρθε μέσα από μια εκστρατεία χρηματοδότησης στο διαδίκτυο. Μαζί με φίλους δημιούργησαν μια καμπάνια GoFundMe. Ο ίδιος ο Κρεγκ τη μοιράστηκε γράφοντας: «Έκανα το λάθος να αρρωστήσω πριν γίνω πλούσιος». Οι δωρεές άρχισαν να καταφθάνουν. Στην αρχή συγκεντρώθηκαν 45.000 δολάρια. Τελικά το ποσό άγγιξε σχεδόν τα 65.000. Αρκετά για να καλυφθούν οι νοσηλευτές, τα αναλώσιμα και τα ιατρικά υλικά. Οι «ημέρες ή ώρες» που προέβλεπαν οι γιατροί μετατράπηκαν σε σχεδόν τρεις μήνες. Κάθε βράδυ η Σάνον κοιμόταν στον καναπέ δίπλα στο νοσοκομειακό κρεβάτι. Χορηγούσε μορφίνη, άλλαζε επιδέσμους, κατέγραφε δόσεις φαιντανύλης, αγόραζε εξοπλισμό μέσω διαδικτύου και αναζητούσε τις φθηνότερες λύσεις για υλικά που κόστιζαν εκατοντάδες δολάρια. Οι φίλοι επισκέπτονταν το διαμέρισμα, του κρατούσαν το χέρι και τον έκαναν να γελά. Ο Κρεγκ πέθανε στις 10 Μαρτίου 2025, στο διαμέρισμά τους στο Μπρούκλιν, ακριβώς εκεί όπου ήθελε. Οι λογαριασμοί, όμως, συνέχισαν να φτάνουν. Ένας (πολύ αμφισβητούμενος) λογαριασμός νοσοκομείου ύψους 5.934 δολαρίων. Μια ειδοποίηση για εξέταση αίματος 197 δολαρίων. Το χρέος συνέχισε να υπάρχει ακόμη κι όταν ο άνθρωπος είχε φύγει. Λίγους μήνες αργότερα, η Σάνον διάβασε ότι η Πολιτεία της Νέας Υόρκης ψήφισε νόμο για την ιατρικά υποβοηθούμενη θανάτωση, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ τον Αύγουστο του 2026. Ο Κρεγκ θα πληρούσε τα κριτήρια. Για τη Σάνον, όμως, το πιο σημαντικό γεγονός είχε ήδη συμβεί. Παρά το κόστος, την εξάντληση και την οικονομική καταστροφή που παραλίγο να ακολουθήσει, κατάφερε να του προσφέρει αυτό που θεωρούσε αυτονόητο: τη δυνατότητα να πεθάνει με αξιοπρέπεια στο σπίτι του. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site