Collector
Η «χαμένη πόλη» του Αμαζονίου - Το αρχαίο μυστήριο που αλλάζει την ιστορία ενός ολόκληρου πολιτισμού | Collector
Η «χαμένη πόλη» του Αμαζονίου - Το αρχαίο μυστήριο που αλλάζει την ιστορία ενός ολόκληρου πολιτισμού
iefimerida

Η «χαμένη πόλη» του Αμαζονίου - Το αρχαίο μυστήριο που αλλάζει την ιστορία ενός ολόκληρου πολιτισμού

Μια εντυπωσιακή ανακάλυψη στον Αμαζόνιο του Ισημερινού έρχεται να ανατρέψει μια από τις πιο ανθεκτικές θεωρίες της παγκόσμιας αρχαιολογίας. Για δεκαετίες, η μεγαλύτερη τροπική ζούγκλα του πλανήτη θεωρούνταν ένα αφιλόξενο περιβάλλον, ικανό να συντηρήσει μόνο μικρές ομάδες κυνηγών και τροφοσυλλεκτών που μετακινούνταν συνεχώς αναζητώντας πόρους. Η πυκνή βλάστηση, η υγρασία, οι πλημμύρες και τα φτωχά εδάφη φάνταζαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια για τη δημιουργία σύνθετων κοινωνιών. Όμως μια εντυπωσιακή ανακάλυψη στον Αμαζόνιο του Ισημερινού έρχεται να ανατρέψει μια από τις πιο ανθεκτικές θεωρίες της παγκόσμιας αρχαιολογίας και να αποκαλύψει έναν άγνωστο κόσμο που παρέμενε κρυμμένος κάτω από το πράσινο πέπλο της ζούγκλας επί χιλιάδες χρόνια. Aνθρώπινα έργα ηλικίας περίπου 3.000 ετών Η ιστορία, όπως αναφέρει το εκτενές ρεπορτάζ του BBC, ξεκινά στην κοιλάδα του ποταμού Ουπάνο, στα ανατολικά του Ισημερινού, στις παρυφές του ηφαιστείου Σανγκάι. Εκεί, ανάμεσα σε λιβάδια με τροπική βλάστηση που φτάνει στο ύψος του ανθρώπου, ο αρχαιολόγος Άλντεν Γέπες οδηγεί τους επισκέπτες μέσα από ένα τοπίο που αρχικά μοιάζει απολύτως φυσικό. Όμως καθώς η βλάστηση υποχωρεί, αρχίζουν να διακρίνονται λόφοι, αναχώματα και βαθιά μονοπάτια τοποθετημένα με γεωμετρική ακρίβεια. Κάποια από τα αναχώματα έχουν κοπεί από παλαιότερες ανασκαφές, αποκαλύπτοντας στρώματα συμπιεσμένης λάσπης διαφορετικών αποχρώσεων. Δεν πρόκειται για φυσικούς σχηματισμούς αλλά για ανθρώπινα έργα ηλικίας περίπου 3.000 ετών. Το σημείο αυτό, γνωστό ως Χουαπούλα, αποτελεί μόνο ένα μικρό τμήμα ενός τεράστιου αρχαιολογικού συμπλέγματος που εκτείνεται σε ολόκληρη την κοιλάδα. Αν και οι τοπικοί αρχαιολόγοι γνώριζαν την ύπαρξη ορισμένων από αυτές τις κατασκευές ήδη από τη δεκαετία του 1970, η πραγματική τους έκταση παρέμενε άγνωστη. Η αποκάλυψη ήρθε χάρη στην τεχνολογία Lidar, ένα σύστημα τηλεπισκόπησης που χρησιμοποιεί εκατομμύρια παλμούς λέιζερ για να «διαπεράσει» τα κενά της βλάστησης και να δημιουργήσει τρισδιάστατους χάρτες του εδάφους. Όταν το Εθνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Ισημερινού πραγματοποίησε τις πρώτες σαρώσεις το 2015, κανείς δεν περίμενε το μέγεθος αυτού που θα αποκαλυπτόταν. «Ένα σχεδόν τέλειο σχέδιο σκακιέρας» Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Οι ερευνητές εντόπισαν σχεδόν 7.500 ανθρωπογενείς κατασκευές: περισσότερες από 5.000 υπερυψωμένες πλατφόρμες, περίπου 1.500 λόφους, εκατοντάδες κυκλικά αναχώματα, πλατείες, αναβαθμίδες, δρόμους, τάφρους και αποστραγγιστικά έργα. Το δίκτυο εκτείνεται σε τεράστια έκταση και συνδέεται με ένα πολύπλοκο σύστημα οδών που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν τα 25 χιλιόμετρα μήκος. Οι δρόμοι είναι εντυπωσιακά ευθείς παρά τις φυσικές ανωμαλίες του εδάφους, σχηματίζοντας αυτό που ο Γάλλος αρχαιολόγος Στεφάν Ροστέν περιγράφει ως «ένα σχεδόν τέλειο σχέδιο σκακιέρας». Η ανακάλυψη υποχρεώνει τους επιστήμονες να επανεξετάσουν θεμελιώδεις παραδοχές για τον προκολομβιανό Αμαζόνιο. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, η θεωρία του περιβαλλοντικού ντετερμινισμού υποστήριζε ότι το τροπικό περιβάλλον της περιοχής ήταν τόσο απαιτητικό ώστε απέτρεπε την ανάπτυξη πολύπλοκων κοινωνιών. Η αρχαιολόγος Μπέτι Μέγκερς είχε διατυπώσει ήδη από τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 την άποψη ότι η ζούγκλα αποτελούσε φυσικό φρένο στην ανθρώπινη πρόοδο. Σήμερα, όμως, τα δεδομένα από τον Ισημερινό, τη Βραζιλία, την Κολομβία και άλλες περιοχές του Αμαζονίου δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: ότι οι κάτοικοι της περιοχής διαμόρφωναν συστηματικά το τοπίο για να εξυπηρετήσουν κοινωνικές, οικονομικές και τελετουργικές ανάγκες. Οι μικρότερες πλατφόρμες της κοιλάδας έχουν ύψος δύο έως τρία μέτρα και ορθογώνιο σχήμα. Πάνω τους οι αρχαιολόγοι έχουν βρει θραύσματα αγγείων, σπόρους, λίθινους μύλους και άλλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, γεγονός που υποδηλώνει ότι εκεί βρίσκονταν κατοικίες. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες κατασκευές φτάνουν ακόμη και τα οκτώ μέτρα ύψος και εκτείνονται σε μήκος έως 140 μέτρα. Σε αυτές οι ερευνητές εντοπίζουν ελάχιστα ίχνη καθημερινής ζωής και θεωρούν ότι πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για τελετουργικούς ή διοικητικούς σκοπούς. Το μεγάλο ερώτημα των αρχαιολόγων Το μεγάλο ερώτημα αφορά τον πληθυσμό που δημιούργησε αυτά τα έργα. Η κατασκευή χιλιάδων αναχωμάτων απαιτούσε τεράστιες ποσότητες εργασίας και οργάνωσης. Η αρχαιολόγος Αλεχάνδρα Σάντσεθ Πόλο σημειώνει ότι «χρειάστηκαν πολλοί άνθρωποι για να δημιουργήσουν αυτές τις πλατφόρμες, πολλοί άνθρωποι που ζούσαν εκεί και πολλοί που μεταμόρφωναν τη ζούγκλα». Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό κυμαίνονται από μερικές δεκάδες χιλιάδες έως και εκατό χιλιάδες κατοίκους, χωρίς ακόμη να υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ασφαλή συμπεράσματα. Παράλληλα, η εικόνα που σχηματίζεται για την οικονομία αυτών των κοινωνιών είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Αναλύσεις αμύλου που βρέθηκαν σε αρχαία κεραμικά δείχνουν ότι καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια, μανιόκα και γλυκοπατάτες. Οι κάτοικοι παρασκεύαζαν επίσης τσίτσα, ένα ζυμωμένο ποτό από καλαμπόκι που παραμένει δημοφιλές σε πολλές περιοχές της Νότιας Αμερικής μέχρι σήμερα. Η αφθονία αγγείων πόσης οδηγεί ορισμένους ερευνητές στην υπόθεση ότι οι συλλογικές τελετές κατανάλωσης ποτών αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ίσως παρεξήγηση γύρω από την ανακάλυψη αφορά τον χαρακτηρισμό της ως «χαμένη πόλη». Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να υιοθετήσουν τον όρο, ενώ αρκετά δημοσιεύματα συνέκριναν την έκταση της περιοχής με τη Ρώμη. Πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι τέτοιες περιγραφές είναι παραπλανητικές. Πρώτον, επειδή οι τοπικές κοινότητες και οι αρχαιολόγοι γνώριζαν την ύπαρξη των αναχωμάτων εδώ και δεκαετίες. Δεύτερον, επειδή η ίδια η έννοια της πόλης ίσως δεν αποδίδει σωστά αυτό που υπήρχε στην κοιλάδα του Ουπάνο. Ο ανθρωπολόγος Μάικλ Χέκενμπεργκερ προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση. «Είναι το αντίθετο του ευρωπαϊκού αστικού μοντέλου», εξηγεί. «Πολυκεντρικό, χαμηλής πυκνότητας, μια μορφή αστικότητας χωρίς πόλεις». Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι κοινωνίες του Αμαζονίου δεν προσπαθούσαν να δημιουργήσουν συμπαγή αστικά κέντρα όπως αυτά της Μεσοποταμίας ή της Μεσογείου. Αντίθετα, ανέπτυξαν ένα δίκτυο οικισμών ενσωματωμένο στο φυσικό περιβάλλον, εκμεταλλευόμενο τα πλεονεκτήματα της ζούγκλας χωρίς να την αντικαθιστά. Τα μυστήρια παραμένουν περισσότερα από τις απαντήσεις Τα μυστήρια όμως παραμένουν περισσότερα από τις απαντήσεις. Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη αν όλες οι κατασκευές χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα ή αν δημιουργήθηκαν σταδιακά επί αιώνες. Δεν γνωρίζουν αν οι δρόμοι ήταν πράγματι δρόμοι ή αν λειτουργούσαν ως κανάλια διαχείρισης νερού κατά τις περιόδους έντονων βροχοπτώσεων. Υπάρχουν μάλιστα ερευνητές που υποστηρίζουν ότι ολόκληρο το σύστημα λειτουργούσε σαν μια τεράστια «οσμωτική πόλη», προσαρμοσμένη στους ακραίους υδρολογικούς κύκλους του Αμαζονίου. Άλλοι απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την ερμηνεία. Το μεγαλύτερο αίνιγμα αφορά τους ίδιους τους ανθρώπους. Παρά τις δεκαετίες ερευνών, δεν έχουν βρεθεί νεκροταφεία, σκελετοί ή σαφή ίχνη των κατοίκων. Ο ανθρωπολόγος Φλορένσιο Ντελγκάδο συνοψίζει το πρόβλημα σε μία φράση: «Η πιο σημαντική ερώτηση για μένα είναι: πού είναι οι άνθρωποι;». Και ενώ οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να λύσουν αυτό το παζλ, οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής ζουν κυριολεκτικά πάνω στην αρχαία κληρονομιά. Πολλά από τα αναχώματα βρίσκονται μέσα σε ιδιωτικές γεωργικές εκτάσεις. Ορισμένοι αγρότες θεωρούν ότι οι αρχαιολογικοί περιορισμοί δυσκολεύουν την εκμετάλλευση της γης τους. Άλλοι, όμως, αντιμετωπίζουν τις ανακαλύψεις αυτές με διάχυτη υπερηφάνεια. Μια ομάδα εθελοντών που αυτοαποκαλείται «Φύλακες της Κληρονομιάς» περιπολεί από το 2025 την περιοχή, καταγράφοντας καταστροφές, ενημερώνοντας τους κατοίκους και οργανώνοντας ξεναγήσεις. Στην πόλη Πάμπλο Σέξτο έχει ήδη δημιουργηθεί ένα μικρό αρχαιολογικό πάρκο γύρω από τις τολίτας, όπως αποκαλούνται τα αναχώματα στην τοπική διάλεκτο. Φυσικά, οι έρευνες των αρχαιολόγων συνεχίζονται... Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Μια εντυπωσιακή ανακάλυψη στον Αμαζόνιο του Ισημερινού έρχεται να ανατρέψει μια από τις πιο ανθεκτικές θεωρίες της παγκόσμιας αρχαιολογίας. Για δεκαετίες, η μεγαλύτερη τροπική ζούγκλα του πλανήτη θεωρούνταν ένα αφιλόξενο περιβάλλον, ικανό να συντηρήσει μόνο μικρές ομάδες κυνηγών και τροφοσυλλεκτών που μετακινούνταν συνεχώς αναζητώντας πόρους. Η πυκνή βλάστηση, η υγρασία, οι πλημμύρες και τα φτωχά εδάφη φάνταζαν ως ανυπέρβλητα εμπόδια για τη δημιουργία σύνθετων κοινωνιών. Όμως μια εντυπωσιακή ανακάλυψη στον Αμαζόνιο του Ισημερινού έρχεται να ανατρέψει μια από τις πιο ανθεκτικές θεωρίες της παγκόσμιας αρχαιολογίας και να αποκαλύψει έναν άγνωστο κόσμο που παρέμενε κρυμμένος κάτω από το πράσινο πέπλο της ζούγκλας επί χιλιάδες χρόνια. Aνθρώπινα έργα ηλικίας περίπου 3.000 ετών Η ιστορία, όπως αναφέρει το εκτενές ρεπορτάζ του BBC, ξεκινά στην κοιλάδα του ποταμού Ουπάνο, στα ανατολικά του Ισημερινού, στις παρυφές του ηφαιστείου Σανγκάι. Εκεί, ανάμεσα σε λιβάδια με τροπική βλάστηση που φτάνει στο ύψος του ανθρώπου, ο αρχαιολόγος Άλντεν Γέπες οδηγεί τους επισκέπτες μέσα από ένα τοπίο που αρχικά μοιάζει απολύτως φυσικό. Όμως καθώς η βλάστηση υποχωρεί, αρχίζουν να διακρίνονται λόφοι, αναχώματα και βαθιά μονοπάτια τοποθετημένα με γεωμετρική ακρίβεια. Κάποια από τα αναχώματα έχουν κοπεί από παλαιότερες ανασκαφές, αποκαλύπτοντας στρώματα συμπιεσμένης λάσπης διαφορετικών αποχρώσεων. Δεν πρόκειται για φυσικούς σχηματισμούς αλλά για ανθρώπινα έργα ηλικίας περίπου 3.000 ετών. Το σημείο αυτό, γνωστό ως Χουαπούλα, αποτελεί μόνο ένα μικρό τμήμα ενός τεράστιου αρχαιολογικού συμπλέγματος που εκτείνεται σε ολόκληρη την κοιλάδα. Αν και οι τοπικοί αρχαιολόγοι γνώριζαν την ύπαρξη ορισμένων από αυτές τις κατασκευές ήδη από τη δεκαετία του 1970, η πραγματική τους έκταση παρέμενε άγνωστη. Η αποκάλυψη ήρθε χάρη στην τεχνολογία Lidar, ένα σύστημα τηλεπισκόπησης που χρησιμοποιεί εκατομμύρια παλμούς λέιζερ για να «διαπεράσει» τα κενά της βλάστησης και να δημιουργήσει τρισδιάστατους χάρτες του εδάφους. Όταν το Εθνικό Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Ισημερινού πραγματοποίησε τις πρώτες σαρώσεις το 2015, κανείς δεν περίμενε το μέγεθος αυτού που θα αποκαλυπτόταν. «Ένα σχεδόν τέλειο σχέδιο σκακιέρας» Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Οι ερευνητές εντόπισαν σχεδόν 7.500 ανθρωπογενείς κατασκευές: περισσότερες από 5.000 υπερυψωμένες πλατφόρμες, περίπου 1.500 λόφους, εκατοντάδες κυκλικά αναχώματα, πλατείες, αναβαθμίδες, δρόμους, τάφρους και αποστραγγιστικά έργα. Το δίκτυο εκτείνεται σε τεράστια έκταση και συνδέεται με ένα πολύπλοκο σύστημα οδών που σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν τα 25 χιλιόμετρα μήκος. Οι δρόμοι είναι εντυπωσιακά ευθείς παρά τις φυσικές ανωμαλίες του εδάφους, σχηματίζοντας αυτό που ο Γάλλος αρχαιολόγος Στεφάν Ροστέν περιγράφει ως «ένα σχεδόν τέλειο σχέδιο σκακιέρας». Η ανακάλυψη υποχρεώνει τους επιστήμονες να επανεξετάσουν θεμελιώδεις παραδοχές για τον προκολομβιανό Αμαζόνιο. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, η θεωρία του περιβαλλοντικού ντετερμινισμού υποστήριζε ότι το τροπικό περιβάλλον της περιοχής ήταν τόσο απαιτητικό ώστε απέτρεπε την ανάπτυξη πολύπλοκων κοινωνιών. Η αρχαιολόγος Μπέτι Μέγκερς είχε διατυπώσει ήδη από τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 την άποψη ότι η ζούγκλα αποτελούσε φυσικό φρένο στην ανθρώπινη πρόοδο. Σήμερα, όμως, τα δεδομένα από τον Ισημερινό, τη Βραζιλία, την Κολομβία και άλλες περιοχές του Αμαζονίου δείχνουν ακριβώς το αντίθετο: ότι οι κάτοικοι της περιοχής διαμόρφωναν συστηματικά το τοπίο για να εξυπηρετήσουν κοινωνικές, οικονομικές και τελετουργικές ανάγκες. Οι μικρότερες πλατφόρμες της κοιλάδας έχουν ύψος δύο έως τρία μέτρα και ορθογώνιο σχήμα. Πάνω τους οι αρχαιολόγοι έχουν βρει θραύσματα αγγείων, σπόρους, λίθινους μύλους και άλλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, γεγονός που υποδηλώνει ότι εκεί βρίσκονταν κατοικίες. Αντίθετα, οι μεγαλύτερες κατασκευές φτάνουν ακόμη και τα οκτώ μέτρα ύψος και εκτείνονται σε μήκος έως 140 μέτρα. Σε αυτές οι ερευνητές εντοπίζουν ελάχιστα ίχνη καθημερινής ζωής και θεωρούν ότι πιθανότατα χρησιμοποιούνταν για τελετουργικούς ή διοικητικούς σκοπούς. Το μεγάλο ερώτημα των αρχαιολόγων Το μεγάλο ερώτημα αφορά τον πληθυσμό που δημιούργησε αυτά τα έργα. Η κατασκευή χιλιάδων αναχωμάτων απαιτούσε τεράστιες ποσότητες εργασίας και οργάνωσης. Η αρχαιολόγος Αλεχάνδρα Σάντσεθ Πόλο σημειώνει ότι «χρειάστηκαν πολλοί άνθρωποι για να δημιουργήσουν αυτές τις πλατφόρμες, πολλοί άνθρωποι που ζούσαν εκεί και πολλοί που μεταμόρφωναν τη ζούγκλα». Ωστόσο, οι εκτιμήσεις για τον πληθυσμό κυμαίνονται από μερικές δεκάδες χιλιάδες έως και εκατό χιλιάδες κατοίκους, χωρίς ακόμη να υπάρχουν επαρκή δεδομένα για ασφαλή συμπεράσματα. Παράλληλα, η εικόνα που σχηματίζεται για την οικονομία αυτών των κοινωνιών είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Αναλύσεις αμύλου που βρέθηκαν σε αρχαία κεραμικά δείχνουν ότι καλλιεργούσαν καλαμπόκι, φασόλια, μανιόκα και γλυκοπατάτες. Οι κάτοικοι παρασκεύαζαν επίσης τσίτσα, ένα ζυμωμένο ποτό από καλαμπόκι που παραμένει δημοφιλές σε πολλές περιοχές της Νότιας Αμερικής μέχρι σήμερα. Η αφθονία αγγείων πόσης οδηγεί ορισμένους ερευνητές στην υπόθεση ότι οι συλλογικές τελετές κατανάλωσης ποτών αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ίσως παρεξήγηση γύρω από την ανακάλυψη αφορά τον χαρακτηρισμό της ως «χαμένη πόλη». Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έσπευσαν να υιοθετήσουν τον όρο, ενώ αρκετά δημοσιεύματα συνέκριναν την έκταση της περιοχής με τη Ρώμη. Πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι τέτοιες περιγραφές είναι παραπλανητικές. Πρώτον, επειδή οι τοπικές κοινότητες και οι αρχαιολόγοι γνώριζαν την ύπαρξη των αναχωμάτων εδώ και δεκαετίες. Δεύτερον, επειδή η ίδια η έννοια της πόλης ίσως δεν αποδίδει σωστά αυτό που υπήρχε στην κοιλάδα του Ουπάνο. Ο ανθρωπολόγος Μάικλ Χέκενμπεργκερ προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση. «Είναι το αντίθετο του ευρωπαϊκού αστικού μοντέλου», εξηγεί. «Πολυκεντρικό, χαμηλής πυκνότητας, μια μορφή αστικότητας χωρίς πόλεις». Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, οι κοινωνίες του Αμαζονίου δεν προσπαθούσαν να δημιουργήσουν συμπαγή αστικά κέντρα όπως αυτά της Μεσοποταμίας ή της Μεσογείου. Αντίθετα, ανέπτυξαν ένα δίκτυο οικισμών ενσωματωμένο στο φυσικό περιβάλλον, εκμεταλλευόμενο τα πλεονεκτήματα της ζούγκλας χωρίς να την αντικαθιστά. Τα μυστήρια παραμένουν περισσότερα από τις απαντήσεις Τα μυστήρια όμως παραμένουν περισσότερα από τις απαντήσεις. Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη αν όλες οι κατασκευές χρησιμοποιούνταν ταυτόχρονα ή αν δημιουργήθηκαν σταδιακά επί αιώνες. Δεν γνωρίζουν αν οι δρόμοι ήταν πράγματι δρόμοι ή αν λειτουργούσαν ως κανάλια διαχείρισης νερού κατά τις περιόδους έντονων βροχοπτώσεων. Υπάρχουν μάλιστα ερευνητές που υποστηρίζουν ότι ολόκληρο το σύστημα λειτουργούσε σαν μια τεράστια «οσμωτική πόλη», προσαρμοσμένη στους ακραίους υδρολογικούς κύκλους του Αμαζονίου. Άλλοι απορρίπτουν κατηγορηματικά αυτή την ερμηνεία. Το μεγαλύτερο αίνιγμα αφορά τους ίδιους τους ανθρώπους. Παρά τις δεκαετίες ερευνών, δεν έχουν βρεθεί νεκροταφεία, σκελετοί ή σαφή ίχνη των κατοίκων. Ο ανθρωπολόγος Φλορένσιο Ντελγκάδο συνοψίζει το πρόβλημα σε μία φράση: «Η πιο σημαντική ερώτηση για μένα είναι: πού είναι οι άνθρωποι;». Και ενώ οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να λύσουν αυτό το παζλ, οι σημερινοί κάτοικοι της περιοχής ζουν κυριολεκτικά πάνω στην αρχαία κληρονομιά. Πολλά από τα αναχώματα βρίσκονται μέσα σε ιδιωτικές γεωργικές εκτάσεις. Ορισμένοι αγρότες θεωρούν ότι οι αρχαιολογικοί περιορισμοί δυσκολεύουν την εκμετάλλευση της γης τους. Άλλοι, όμως, αντιμετωπίζουν τις ανακαλύψεις αυτές με διάχυτη υπερηφάνεια. Μια ομάδα εθελοντών που αυτοαποκαλείται «Φύλακες της Κληρονομιάς» περιπολεί από το 2025 την περιοχή, καταγράφοντας καταστροφές, ενημερώνοντας τους κατοίκους και οργανώνοντας ξεναγήσεις. Στην πόλη Πάμπλο Σέξτο έχει ήδη δημιουργηθεί ένα μικρό αρχαιολογικό πάρκο γύρω από τις τολίτας, όπως αποκαλούνται τα αναχώματα στην τοπική διάλεκτο. Φυσικά, οι έρευνες των αρχαιολόγων συνεχίζονται... Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site