Collector
Giriş Yap
Δεύτερο κόμμα οι ανεξάρτητοι στη Βουλή: Ευχή ή κατάρα; | Collector

Δεύτερο κόμμα οι ανεξάρτητοι στη Βουλή: Ευχή ή κατάρα;

Έγινε κι αυτό. Στη θέση της Έφης Αχτσιόγλου , που παραιτήθηκε από τη Βουλή καθώς αποχώρησε και από το κόμμα της Νέας Αριστεράς -που είχε προκύψει από διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ επί προεδρίας Κασσελάκη-, βρέθηκε ο παλαίμαχος Γιάννης Δραγασάκης. Η πρώτη κίνησή του ήταν να δηλώσει… ανεξάρτητος από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ . Ο κ. Δραγασάκης εντάσσεται πλέον στο «δεύτερο κόμμα» του Κοινοβουλίου που είναι οι ανεξάρτητοι και απαριθμούν περί τους 40, δηλαδή το 13% του κοινοβουλευτικού σώματος. Τέτοιες… μέρες ανεξαρτησίας δεν είχαμε μεταπολιτευτικά σε κανονική περίοδο, με εξαίρεση τον Φεβρουάριο του 2012, στην καρδιά δηλαδή της κρίσης, όταν με τις διαγραφές λόγω του δεύτερου μνημονίου έφτασαν τις 63. Έτσι όπως πάει το πράγμα, δεν αποκλείεται ο πειρασμός να μεγαλώσει και ο αριθμός των ανεξάρτητων βουλευτών να αυξηθεί, μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε μια ιδιότυπη πολιτική Βαβέλ. Η βασική αιτία της εκρηκτικής αύξησης των ανεξάρτητων βουλευτών έχει ονοματεπώνυμο. Συνδέεται άμεσα με τη βαθιά κρίση και αποδιάρθρωση του χώρου της Κεντροαριστεράς και ειδικότερα με τις διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης Αριστεράς, που αποτέλεσαν τον βασικό τροφοδότη αυτής της «δεξαμενής» ανεξαρτήτων. Η προέλευση της πλειονότητας των ανεξαρτήτων από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τυχαία. Οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις, οι διασπάσεις και η δημιουργία ενδιάμεσων σχηματισμών —όπως η Νέα Αριστερά και άλλες πρωτοβουλίες— κατέληξαν τελικά σε έναν κατακερματισμό χωρίς σταθερή ανασύνθεση. Η διάλυση ακόμη και κοινοβουλευτικών ομάδων, όπως αυτή της Νέας Αριστεράς, τροφοδότησε περαιτέρω τον αριθμό των ανεξαρτήτων. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια αναδιαμόρφωση με σαφή πολιτικά κέντρα, αλλά μια «ενδιάμεση φάση», όπου η παλιά κομματική ταυτότητα έχει αποσυντεθεί χωρίς να έχει αντικατασταθεί από νέα σταθερά σχήματα. Ίσως γι’ αυτό ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να μην συμπεριλάβει στην ΕΛΑΣ παλιούς συντρόφους τους εφόσον δεν παραδώσουν την έδρα τους-χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έτσι ενισχύεται το κύρος του Κοινοβουλίου. Αυτή η εξέλιξη έχει σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές προέρχονται από διαφορετικές ιδεολογικές και κομματικές αφετηρίες. Το γεγονός αυτό ακυρώνει στην πράξη τη δυνατότητα συγκρότησης σαφών κοινοβουλευτικών μπλοκ και μετατρέπει την πολιτική διαδικασία σε άθροισμα μεμονωμένων στάσεων. Η Βουλή έχει παύσει λειτουργεί ως πεδίο αντιπαράθεσης οργανωμένων πολιτικών σχεδίων και έχει γίνει χώρος αποσπασματικών τοποθετήσεων, όπου η συνοχή υποχωρεί έναντι της ατομικής επιλογής. Το «δεύτερο κόμμα» συνεπώς συμβάλλει στην υποβάθμιση της σημασίας του Κοινοβουλίου στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Ακόμη πιο σημαντική είναι η επίδραση στη λειτουργία της αντιπολίτευσης. Η ενίσχυση των ανεξαρτήτων είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διάσπαση της Κεντροαριστεράς και οδηγεί σε απώλεια συνοχής και στρατηγικής. Αντί μιας ισχυρής αξιωματικής αντιπολίτευσης ή ενός σαφούς εναλλακτικού πόλου, αναδύεται ένα κατακερματισμένο πεδίο, όπου οι πολιτικές πρωτοβουλίες μοιράζονται σε μικρές ομάδες και μεμονωμένους βουλευτές. Αυτό αποδυναμώνει τον θεσμικό έλεγχο της κυβέρνησης, περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης συνεκτικού αντιπολιτευτικού λόγου και επιτείνει την αίσθηση στην κοινή γνώμη για απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης για τη διακυβέρνηση του τόπου. Παράλληλα, οι συγκλίσεις είναι αντιστρόφως ανάλογες με τη διόγκωση των ανεξαρτήτων. Σε άλλες συγκυρίες, η αποδέσμευση από κομματικές γραμμές θα μπορούσε να διευκολύνει ευρύτερες συναινέσεις. Στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει το αντίθετο: η έλλειψη κοινής ιδεολογικής βάσης δεν οδηγεί σε συνεννόηση, αλλά σε περαιτέρω αποσύνθεση. Οι ανεξάρτητοι δεν συγκροτούν προγραμματικές γέφυρες, αλλά λειτουργούν ως διασκορπισμένα σημεία, τα οποία ενισχύουν την ασυνέχεια και την ασυνεννοησία. Η επίδραση αυτή μεταφέρεται και στο επίπεδο της κυβερνησιμότητας. Αν και η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία, η συνολική εικόνα του πολιτικού συστήματος γίνεται πιο ασταθής. Η ύπαρξη μιας μεγάλης ομάδας ανεξαρτήτων σημαίνει ότι σε κρίσιμες ψηφοφορίες —ιδίως όταν απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες— οι ισορροπίες διαμορφώνονται απρόβλεπτα και συγκυριακά. Οι ανεξάρτητοι λειτουργούν ως περιστασιακοί ρυθμιστές, χωρίς όμως θεσμική λογοδοσία ή σαφή πολιτική κατεύθυνση. Αυτό οδηγεί σε μια μορφή «συγκυριακής σταθερότητας», όπου η λειτουργία του συστήματος εξαρτάται από επιμέρους συνθέσεις και όχι από σταθερές δομές. Συνεπώς είναι ένα ερώτημα, εάν οι 40 ανεξάρτητοι αποτελούν ένδειξη ώριμης πολυφωνίας ή δείκτη ρευστότητας και πολιτικών αδιεξόδων. Αντί να προκύψει μια νέα ισορροπία, εμφανίζεται ένα διάχυτο τοπίο, όπου οι παλιές ταυτότητες καταρρέουν και οι νέες δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί. Η Βουλή αντανακλά ακριβώς αυτή τη μεταβατική φάση: υψηλή κινητικότητα, χαμηλή συνοχή και περιορισμένη προβλεψιμότητα. Συνολικά, η εκτεταμένη παρουσία ανεξαρτήτων βουλευτών επιβαρύνει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, αποδυναμώνει τη σταθερότητα της αντιπολίτευσης, υπονομεύει τη θεσμική καθαρότητα και μετατρέπει τη σταθερότητα από δομικό χαρακτηριστικό σε συγκυριακό αποτέλεσμα. Αντί να συνοδεύεται από νέες συνθέσεις και συγκλίσεις, αποτυπώνει κυρίως μια περίοδο αποδόμησης και αβεβαιότητας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Άλλωστε και «εκτός Βουλής», μια ματιά στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις αποτυπώνει τον πολιτικό κατακερματισμό καθώς ακόμα και τα νέα κόμματα προσθέτουν αποκλίσεις, ανταγωνισμούς, αβεβαιότητες για την επόμενη μέρα της κάλπης και απουσία ενδείξεων σύγκλισης, τόσο δεξιά της ΝΔ όσο και αριστερά του πολιτικού φάσματος. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr Έγινε κι αυτό. Στη θέση της Έφης Αχτσιόγλου , που παραιτήθηκε από τη Βουλή καθώς αποχώρησε και από το κόμμα της Νέας Αριστεράς -που είχε προκύψει από διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ επί προεδρίας Κασσελάκη-, βρέθηκε ο παλαίμαχος Γιάννης Δραγασάκης. Η πρώτη κίνησή του ήταν να δηλώσει… ανεξάρτητος από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ . Ο κ. Δραγασάκης εντάσσεται πλέον στο «δεύτερο κόμμα» του Κοινοβουλίου που είναι οι ανεξάρτητοι και απαριθμούν περί τους 40, δηλαδή το 13% του κοινοβουλευτικού σώματος. Τέτοιες… μέρες ανεξαρτησίας δεν είχαμε μεταπολιτευτικά σε κανονική περίοδο, με εξαίρεση τον Φεβρουάριο του 2012, στην καρδιά δηλαδή της κρίσης, όταν με τις διαγραφές λόγω του δεύτερου μνημονίου έφτασαν τις 63. Έτσι όπως πάει το πράγμα, δεν αποκλείεται ο πειρασμός να μεγαλώσει και ο αριθμός των ανεξάρτητων βουλευτών να αυξηθεί, μετατρέποντας το Κοινοβούλιο σε μια ιδιότυπη πολιτική Βαβέλ. Η βασική αιτία της εκρηκτικής αύξησης των ανεξάρτητων βουλευτών έχει ονοματεπώνυμο. Συνδέεται άμεσα με τη βαθιά κρίση και αποδιάρθρωση του χώρου της Κεντροαριστεράς και ειδικότερα με τις διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και της ευρύτερης Αριστεράς, που αποτέλεσαν τον βασικό τροφοδότη αυτής της «δεξαμενής» ανεξαρτήτων. Η προέλευση της πλειονότητας των ανεξαρτήτων από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τυχαία. Οι αλλεπάλληλες εσωτερικές συγκρούσεις, οι διασπάσεις και η δημιουργία ενδιάμεσων σχηματισμών —όπως η Νέα Αριστερά και άλλες πρωτοβουλίες— κατέληξαν τελικά σε έναν κατακερματισμό χωρίς σταθερή ανασύνθεση. Η διάλυση ακόμη και κοινοβουλευτικών ομάδων, όπως αυτή της Νέας Αριστεράς, τροφοδότησε περαιτέρω τον αριθμό των ανεξαρτήτων. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια αναδιαμόρφωση με σαφή πολιτικά κέντρα, αλλά μια «ενδιάμεση φάση», όπου η παλιά κομματική ταυτότητα έχει αποσυντεθεί χωρίς να έχει αντικατασταθεί από νέα σταθερά σχήματα. Ίσως γι’ αυτό ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε να μην συμπεριλάβει στην ΕΛΑΣ παλιούς συντρόφους τους εφόσον δεν παραδώσουν την έδρα τους-χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έτσι ενισχύεται το κύρος του Κοινοβουλίου. Αυτή η εξέλιξη έχει σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου. Οι ανεξάρτητοι βουλευτές προέρχονται από διαφορετικές ιδεολογικές και κομματικές αφετηρίες. Το γεγονός αυτό ακυρώνει στην πράξη τη δυνατότητα συγκρότησης σαφών κοινοβουλευτικών μπλοκ και μετατρέπει την πολιτική διαδικασία σε άθροισμα μεμονωμένων στάσεων. Η Βουλή έχει παύσει λειτουργεί ως πεδίο αντιπαράθεσης οργανωμένων πολιτικών σχεδίων και έχει γίνει χώρος αποσπασματικών τοποθετήσεων, όπου η συνοχή υποχωρεί έναντι της ατομικής επιλογής. Το «δεύτερο κόμμα» συνεπώς συμβάλλει στην υποβάθμιση της σημασίας του Κοινοβουλίου στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Ακόμη πιο σημαντική είναι η επίδραση στη λειτουργία της αντιπολίτευσης. Η ενίσχυση των ανεξαρτήτων είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διάσπαση της Κεντροαριστεράς και οδηγεί σε απώλεια συνοχής και στρατηγικής. Αντί μιας ισχυρής αξιωματικής αντιπολίτευσης ή ενός σαφούς εναλλακτικού πόλου, αναδύεται ένα κατακερματισμένο πεδίο, όπου οι πολιτικές πρωτοβουλίες μοιράζονται σε μικρές ομάδες και μεμονωμένους βουλευτές. Αυτό αποδυναμώνει τον θεσμικό έλεγχο της κυβέρνησης, περιορίζει τη δυνατότητα συγκρότησης συνεκτικού αντιπολιτευτικού λόγου και επιτείνει την αίσθηση στην κοινή γνώμη για απουσία αξιόπιστης εναλλακτικής λύσης για τη διακυβέρνηση του τόπου. Παράλληλα, οι συγκλίσεις είναι αντιστρόφως ανάλογες με τη διόγκωση των ανεξαρτήτων. Σε άλλες συγκυρίες, η αποδέσμευση από κομματικές γραμμές θα μπορούσε να διευκολύνει ευρύτερες συναινέσεις. Στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει το αντίθετο: η έλλειψη κοινής ιδεολογικής βάσης δεν οδηγεί σε συνεννόηση, αλλά σε περαιτέρω αποσύνθεση. Οι ανεξάρτητοι δεν συγκροτούν προγραμματικές γέφυρες, αλλά λειτουργούν ως διασκορπισμένα σημεία, τα οποία ενισχύουν την ασυνέχεια και την ασυνεννοησία. Η επίδραση αυτή μεταφέρεται και στο επίπεδο της κυβερνησιμότητας. Αν και η σημερινή κυβέρνηση διαθέτει αυτοδύναμη πλειοψηφία, η συνολική εικόνα του πολιτικού συστήματος γίνεται πιο ασταθής. Η ύπαρξη μιας μεγάλης ομάδας ανεξαρτήτων σημαίνει ότι σε κρίσιμες ψηφοφορίες —ιδίως όταν απαιτούνται αυξημένες πλειοψηφίες— οι ισορροπίες διαμορφώνονται απρόβλεπτα και συγκυριακά. Οι ανεξάρτητοι λειτουργούν ως περιστασιακοί ρυθμιστές, χωρίς όμως θεσμική λογοδοσία ή σαφή πολιτική κατεύθυνση. Αυτό οδηγεί σε μια μορφή «συγκυριακής σταθερότητας», όπου η λειτουργία του συστήματος εξαρτάται από επιμέρους συνθέσεις και όχι από σταθερές δομές. Συνεπώς είναι ένα ερώτημα, εάν οι 40 ανεξάρτητοι αποτελούν ένδειξη ώριμης πολυφωνίας ή δείκτη ρευστότητας και πολιτικών αδιεξόδων. Αντί να προκύψει μια νέα ισορροπία, εμφανίζεται ένα διάχυτο τοπίο, όπου οι παλιές ταυτότητες καταρρέουν και οι νέες δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί. Η Βουλή αντανακλά ακριβώς αυτή τη μεταβατική φάση: υψηλή κινητικότητα, χαμηλή συνοχή και περιορισμένη προβλεψιμότητα. Συνολικά, η εκτεταμένη παρουσία ανεξαρτήτων βουλευτών επιβαρύνει τη λειτουργία του Κοινοβουλίου, αποδυναμώνει τη σταθερότητα της αντιπολίτευσης, υπονομεύει τη θεσμική καθαρότητα και μετατρέπει τη σταθερότητα από δομικό χαρακτηριστικό σε συγκυριακό αποτέλεσμα. Αντί να συνοδεύεται από νέες συνθέσεις και συγκλίσεις, αποτυπώνει κυρίως μια περίοδο αποδόμησης και αβεβαιότητας στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Άλλωστε και «εκτός Βουλής», μια ματιά στις τρέχουσες δημοσκοπήσεις αποτυπώνει τον πολιτικό κατακερματισμό καθώς ακόμα και τα νέα κόμματα προσθέτουν αποκλίσεις, ανταγωνισμούς, αβεβαιότητες για την επόμενη μέρα της κάλπης και απουσία ενδείξεων σύγκλισης, τόσο δεξιά της ΝΔ όσο και αριστερά του πολιτικού φάσματος. Διαβάστε περισσότερα στο iefimerida.gr

Go to News Site