Sigmalive
Ο δικηγόρος Νίκος Κληρίδης, ο οποίος εκπροσωπεί τη λεγόμενη «Σάντυ», τοποθετήθηκε στην εκπομπή «Μεσημέρι και Κάτι» για τις καταγγελίες που δημοσιοποίησε ο Μακάριος Δρουσιώτης, δίνοντας μια εκτενή εικόνα τόσο για το περιεχόμενο των στοιχείων όσο και για τους χειρισμούς που έγιναν τα τελευταία χρόνια. Ο ίδιος ξεκαθάρισε εξαρχής ότι η εμπλοκή του αφορά το παρελθόν, όταν πριν από μερικά χρόνια η γυναίκα τού παρέδωσε το υλικό. Όπως ανέφερε, ως δικηγόρος είχε καθήκον να το προστατεύσει, να το διαφυλάξει και να το διερευνήσει. Περιέγραψε μάλιστα το περιεχόμενο ως «συγκλονιστικό», τονίζοντας ότι προχώρησε σε διασφάλιση των στοιχείων, παραδίδοντάς τα σε έμπιστα πρόσωπα, τόσο για λόγους ασφάλειας των ίδιων των δεδομένων όσο και για τη δική του προστασία και εκείνη της πελάτισσάς του. Μεταξύ αυτών, όπως επιβεβαίωσε, ήταν και ο τότε πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Χρήστος Κληρίδης, καθώς και άλλα πρόσωπα τα οποία δεν κατονόμασε. Σχολιάζοντας τη σημερινή διάσταση της υπόθεσης, υπογράμμισε ότι έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις, κάνοντας λόγο για ζήτημα που «αγγίζει τα θεμέλια των θεσμών του κράτους και της κοινωνίας». Προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να εξάγονται βιαστικά συμπεράσματα και επανέλαβε τη βασική αρχή του τεκμηρίου αθωότητας, επισημαίνοντας πως όλα πρέπει να διερευνηθούν πριν εξαχθούν κρίσεις. Εξηγώντας πώς η γυναίκα τον προσέγγισε, ανέφερε ότι αυτό συνέβη μετά από δημόσιες τοποθετήσεις του ίδιου το 2019 για ζητήματα διαπλοκής μεταξύ δικαστών και τραπεζικών κύκλων. Όπως είπε, η συγκεκριμένη γυναίκα φαίνεται ότι τον εμπιστεύτηκε λόγω αυτής της στάσης και του παρέδωσε το υλικό, ζητώντας ταυτόχρονα να διαφυλαχθεί η ταυτότητά της, κάτι που ο ίδιος σεβάστηκε μέχρι σήμερα. Απαντώντας σε ερωτήσεις για την ουσία των καταγγελιών και ειδικότερα για τα SMS που βρίσκονται στο επίκεντρο, απέφυγε να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητά τους, τονίζοντας ότι αυτό αποτελεί αντικείμενο τεχνοκρατικής διερεύνησης. Υπογράμμισε ότι πρόκειται για υλικό που αναφέρεται σε υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, πολιτικούς και θεσμικούς αξιωματούχους, και ως εκ τούτου απαιτείται εξειδικευμένος έλεγχος για να διαπιστωθεί αν είναι γνήσιο ή κατασκευασμένο. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι η θέση της πελάτισσάς του, όταν του τα παρέδωσε, ήταν πως τα μηνύματα ήταν αυθεντικά, αν και σήμερα δεν υπάρχει πρόσφατη επικοινωνία μαζί της για να επαναβεβαιώσει τη στάση της. Σημαντική διάσταση των δηλώσεών του αφορά τη στάση της ίδιας της γυναίκας, η οποία –όπως είπε– δεν επιθυμεί να καταθέσει στις αρχές, πιθανόν λόγω φόβου ή πανικού. Μάλιστα, υποστήριξε ότι είχε ζητήσει να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά της, κάτι που τελικά δεν τηρήθηκε, καθώς –όπως ισχυρίστηκε– αποκαλύφθηκε από εμπλεκόμενο πρόσωπο. Ο ίδιος σημείωσε επίσης ότι η γυναίκα είχε μεταβεί στο εξωτερικό για κάποια χρόνια για λόγους ασφάλειας, χωρίς να γνωρίζει το ακριβές είδος των απειλών που ενδεχομένως είχε δεχθεί. Αναφορικά με το περιεχόμενο των καταγγελιών, διευκρίνισε ότι όσα βαριά αδικήματα αναφέρονται, όπως βιασμοί ή υποθέσεις ανηλίκων, προκύπτουν μέσα από τα ίδια τα SMS και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εις βάθος συζήτησης μεταξύ τους. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι τον εξέπληξε το εύρος των ονομάτων που περιλαμβάνονται, καθώς πρόκειται –όπως είπε– για πρόσωπα που γνώριζε και δεν θα ανέμενε να συνδέονται με τέτοιες υποθέσεις. Σε σχέση με τη μη κατάθεση του υλικού στις αρχές, έδωσε μια από τις πιο χαρακτηριστικές απαντήσεις του, υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο των SMS περιλαμβάνει ακριβώς εκείνους που θα ήταν αρμόδιοι να τα διερευνήσουν, όπως η Νομική Υπηρεσία, η Αστυνομία και ανώτατοι δικαστικοί. «Ποιες αρχές;», διερωτήθηκε, εξηγώντας ότι για τον λόγο αυτό επέλεξε να αποστείλει το υλικό σε ειδικό δημοσιογράφο με γνώση θεμάτων διαφθοράς, καθώς και στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Αγγλία, για περαιτέρω διερεύνηση. Μέσω αυτής της διαδικασίας, όπως αποκάλυψε, το υλικό κατέληξε τελικά και στα χέρια του Μακάριου Δρουσιώτη. Ο ίδιος υποστήριξε ότι στόχος του ήταν η αξιολόγηση της αυθεντικότητας των στοιχείων από ανθρώπους με τεχνογνωσία και όχι η άμεση δημοσιοποίησή τους. Μάλιστα, ανέφερε ότι είχε ζητήσει να μην δημοσιοποιηθεί τίποτα χωρίς προηγούμενη συνεννόηση, τόσο για τη δική του ενημέρωση όσο και για την ασφάλεια της γυναίκας. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα είπε, ο Δρουσιώτης προχώρησε στη δημοσιοποίηση όταν –όπως του εξήγησε– θεώρησε ότι απειλείται και ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος προστασίας. Ο Νίκος Κληρίδης επιβεβαίωσε ότι το σύνολο των στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν ήταν ήδη στην κατοχή του, ενώ τόνισε ότι τα ίδια δεδομένα βρίσκονται και σε άλλα πρόσωπα για λόγους ασφάλειας. Επανέλαβε δε ότι μέχρι σήμερα δεν υπάρχει πλήρης τεκμηρίωση της αυθεντικότητας των SMS, επιμένοντας στην ανάγκη εξειδικευμένης εξέτασης. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο όνομα του πρώην Γενικού Εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη, διευκρινίζοντας ότι δεν είχε θεσμικό ρόλο την περίοδο εκείνη και ότι ο ίδιος τον είχε ενημερώσει μόνο για αναφορές περί παρακολουθήσεων στο γραφείο του. Όπως είπε, ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε γνώση τέτοιων περιστατικών, αν και –κατά τον ίδιο– τα μηνύματα αφήνουν να εννοηθεί ότι κάτι τέτοιο είχε συμβεί. Κλείνοντας, επανέλαβε ότι το βασικό ζητούμενο είναι η εξακρίβωση της γνησιότητας των SMS. Αν αποδειχθούν αυθεντικά, τότε –όπως υπονόησε– θα πρόκειται για υπόθεση τεράστιων διαστάσεων. Αν αποδειχθούν κατασκευασμένα, τότε μιλάμε για ένα εξαιρετικά περίτεχνο και εκτεταμένο ψηφιακό κατασκεύασμα, που περιλαμβάνει εκατοντάδες μηνύματα και ονόματα. Σε κάθε περίπτωση, κατέστησε σαφές ότι η υπόθεση βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο και απαιτεί σοβαρή, θεσμική διερεύνηση. Διαβάστε επίσης: Σε Pinterest και Υoutube εντοπίζονται τα χρήματα στις φωτογραφίες της Σάντυς Ολοκληρώθηκε η κατάθεση του Δρουσιώτη – «Ο κύβος ερρίφθη»
Go to News Site